1315/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2837/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6945/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1315/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 406/19-5-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6945/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 1315 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Απόφαση 1315 / 2014 (Δ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1315/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ.-Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλονόμο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Κοινοπραξία με μέλη: 1.Ε. Μ. του Κ., 2. Την "ΕΕ Κ. Μ. και Σία ΕΕ" εδρεύουσα στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη από την Ε. Μ. και 3. Την "ΕΕ Γ. Μ. και Σία ΕΕ" εδρεύουσα στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Γ. Μ., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Μάλλιο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2837/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6945/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 23-3-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγόριο Κουτσόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 406/19-5-2011 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6945/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2007 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε, ότι η εναγομένη - ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, της οποίας μέλη είναι οι λοιποί εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, με την από 24-5-2007 σύμβαση μίσθωσης, της εκμίσθωσε διά της εκπροσώπου της το περιγραφόμενο στο δικόγραφο αυτής κατάστημα, για να χρησιμοποιηθεί από αυτή, ως κατάστημα πώλησης βιολογικών προϊόντων.
Ότι στην πρόσοψη του μισθίου, από την 15-9-2007 και εφεξής, ήταν σταθμευμένο μόνιμα στην πρασιά της πολυκατοικίας ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της ιδιοκτήτριας του Δ1 διαμερίσματος, το οποίο κάλυπτε την επιγραφή του μισθίου καταστήματος, κατά ένα μέρος, επηρεάζοντας τη λειτουργική χρήση του μισθίου. Ότι η εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας της απέκρυψε αθέμιτα ότι είχε πωληθεί θέση στάθμευσης αυτοκινήτου μπροστά στο μίσθιο κατάστημα, γεγονός που συνιστά έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, άλλως πραγματικό ελάττωμα, που δικαιολογεί τη μείωση του μισθώματος κατά 50%.
Ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εκπροσώπου της εναγομένης συνιστά αδικοπραξία. Ζήτησε δε τη μείωση του καταβαλλομένου μισθώματος, κατά το ανωτέρω ποσοστό, λόγω της ύπαρξης του πραγματικού αυτού ελαττώματος, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμες, τόσο την κύρια όσο και την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή, κατά την κύρια βάση της, και μείωσε το καταβαλλόμενο από την ενάγουσα μίσθωμα κατά ποσοστό 50%.
Κατ' αυτής ασκήθηκαν έφεση από τους αναιρεσιβλήτους και αντέφεση από την αναιρεσείουσα. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της, ήτοι τόσο κατά την κύρια βάση (ως αβάσιμη), όσο και κατά την επικουρική βάση αυτής (ως μη νόμιμη).
Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή ενός λόγου της εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, αν δε κρίνεται αγωγή που έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτοδίκου αποφάσεως που πλήττονται με αυτή, αλλ' εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις βάσεις εκείνες που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ' η αγωγή.
Εάν όμως το εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, απορρίψει την αγωγή χωρίς να προβεί στην έρευνα των βάσεων αυτών, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 210/2010, Α.Π. 1510/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ως βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων, που παραπονούντο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εκ των άρθρων 574, 576, 577 και 583 Α.Κ. κύρια βάση της αγωγής.
Κρίνοντας περαιτέρω ως αβάσιμη την αξίωση της αναιρεσείουσας που στηριζόταν σ' αυτή, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, και δη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της και ως μη νόμιμη την επικουρική βάση αυτής, που στηριζόταν στις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ., όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής έγινε νομίμως κατ' επιταγή των προαναφερομένων διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή με το να εξετάσει την επικουρική βάση της αγωγής χωρίς λόγο έφεσης από τις εκκαλούσες, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθεται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).
Για τη θεμελίωση, εξάλλου, λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 1652/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ 34/1995) συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση.
Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος.
Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ.Α.Π. 50/2005). Αν παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο αδιακώλυτα κατά τη συμφωνημένη χρήση του, δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης πληρωμής του μισθώματος (Α.Π. 1869/2006).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίζει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α)όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών β)όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ)το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (Α.Π. 527/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η εναγομένη Κοινοπραξία είναι κυρία ενός ενιαίου καταστήματος επιφανείας 475 τ.μ. στο ισόγειο πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, στη διασταύρωση των οδών ... αρ. 19 και ..., η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και την υπ' αρ. .../2001 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αθηνών Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου και έχει μεταγραφεί νόμιμα.
Σύμφωνα με την παραπάνω πράξη σύστασης, στο κατάστημα ανήκουν κατ' αποκλειστική χρήση τα τμήματα της πρασιάς: α) επί των οδών ... και ... που περιγράφονται με τα στοιχεία α,β,γ,δ,ε,ζ,η,θ,ι,κ,λ,μ,α, όπως εμφαίνεται στο από Ιούνιο 2000 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου της πολιτικού μηχανικού Ε. Μ. και β) επί της ..., με τα περιμετρικά στοιχεία ν,ξ,ο,π,ν, επιφάνειας 41,70 τ.μ.
όπως εμφαίνονται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα. Με την υπ' αριθμ. .../17-72003 τροποποίηση της ανωτέρω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας που μεταγράφηκε νόμιμα, δημιουργήθηκε με αρ. 3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, στην πρασιά επί της οδού ..., επιφάνειας 10,12 τ.μ. η οποία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στο υπό στοιχ.
Δ-1 διαμέρισμα του 4ου ορόφου πάνω από το ισόγειο, του οποίου η κυριότητα, δυνάμει του με αριθμό .../2003 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που έχει μεταγραφεί νόμιμα ανήκει στη Μ. Κ.. Η ενάγουσα, θέλοντας να εκμισθώσει για την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, που είναι η εμπορία βιολογικών προϊόντων, κατάστημα 220 τ.μ., συμφώνησε με την εκπρόσωπο της εναγομένης Κοινοπραξίας Ε.
Μ., να διαιρεθεί το ενιαίο κατάστημα του ισογείου της παραπάνω πολυκατοικίας, ώστε να μισθώσει τμήμα αυτού, επιφάνειας 220 τ.μ. που θα είχε πρόσοψη και ανεξάρτητη είσοδο επί της οδού ... . Μετά την σύναψη της ως άνω συμφωνίας, η εναγομένη προέβη σε διαίρεση του καταστήματος, αφού εκδόθηκε η οικεία υπ' αριθ. .../2007 άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας.
Στις 24-5-2007 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, δυνάμει του οποίου η εναγομένη εκμίσθωσε στην ενάγουσα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 220 τ.μ. που έχει πρόσοψη και είσοδο επί της οδού ... αρ. 18, για χρονικό διάστημα εννέα ετών, από 1-8-2007 έως 30-7-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.200 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό του τιμαρίθμου του προηγούμενου έτους, όπως αυτός ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Από το περιεχόμενο του μισθωτηρίου συμφωνητικού που προαναφέρθηκε δεν προέκυψε ότι στη μίσθωση περιλαμβάνεται και τμήμα της πρασιάς της πολυκατοικίας, για να χρησιμοποιηθεί ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών του μισθίου καταστήματος, επιπροσθέτως δε, στον υπ' αριθμ. 13 όρο του ανωτέρω συμφωνητικού, αναφέρεται ότι η μισθώτρια έλαβε πλήρη γνώση του κανονισμού της πολυκατοικίας που βρίσκεται το μίσθιο, καθόσον δε αφορά στην υπ' αριθμ. .../17-1-2003 τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, με την οποία δημιουργήθηκε η με αρ. 3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πρασιά της πολυκατοικίας, δεν αμφισβητείται η νόμιμη εγγραφή της στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι παραπλανήθηκε η ενάγουσα από την εκπρόσωπο της εναγομένης Ε.
Μ. ώστε να μην πραγματοποιήσει τη δέουσα έρευνα πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης, άλλωστε όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της εναγομένης Λ. Ν. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατά τη διαμόρφωση του καταστήματος και πριν γκρεμίσουν τη χαμηλή μάνδρα που χώριζε την πρασιά της πολυκατοικίας από το δρόμο, υπήρχε το αυτοκίνητο της ιδιοκτήτριας του Δ1 διαμερίσματος που ήταν σταθμευμένο, στο σημείο της πρασιάς που ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στη Μ.
Κ.. Εξ' άλλου, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες και μη αμφισβητούμενες γνησιότητας φωτογραφίες, η στάθμευση του αυτοκινήτου αυτού στη συγκεκριμένη θέση δίπλα στην πλαϊνή τζαμαρία του μισθίου καταστήματος, δεν παρεμποδίζει την απρόσκοπτη είσοδο των πελατών της ενάγουσας στο μίσθιο κατάστημα.
Το ότι είναι εξ ολοκλήρου ορατή από τους διερχόμενους η επιγραφή που καλύπτει ολόκληρη την πλαϊνή τζαμαρία του καταστήματος λόγω του σταθμευμένου αυτοκινήτου της ιδιοκτήτριας του Δ1 διαμερίσματος της πολυκατοικίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ελάττωμα που παρεμποδίζει την κανονική λειτουργία της επιχείρησης που ασκεί η ενάγουσα στο μίσθιο δηλ.
την πώληση βιολογικών προϊόντων, διότι υπάρχει πινακίδα και στην είσοδο του καταστήματος, καθώς και αναρτημένη σε μεταλλικό στύλο πινακίδα στην άκρη της πρασιάς της πολυκατοικίας μπροστά από το κατάστημα, απολύτως ευδιάκριτη από όλους τους διερχόμενους από την οδό ... .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το μίσθιο δεν έχει κάποιο ελάττωμα που εμποδίζει την αναιρεσείουσα μισθώτρια να έχει τη συμφωνημένη χρήση και, ως εκ τούτου, η μισθώτρια είναι υπόχρεη σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, δέχθηκε τους σχετικούς λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και δη είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο κατάστημα σε τρόπο ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 574-578 Α.Κ., καθόσον δέχθηκε κατά τρόπο σαφή ότι αποκλειστικής χρήσεως του υπό στοιχ.
Δ-1 διαμερίσματος είχε δημιουργηθεί, με μεταγραφή της σχετικής τροποποιητικής της συστάσεως της οριζοντίου ιδιοκτησίας πράξεως, πριν από την κατάρτιση της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως μισθώσεως, χωρίς παράλληλα να παραπλανηθεί η αναιρεσείουσα από τον νόμιμο εκπρόσωπό της αναιρεσίβλητης ώστε να πραγματοποιήσει την δέουσα έρευνα και επιπρόσθετα ότι κατά την διαμόρφωση του μισθίου καταστήματος η αναιρεσείουσα είχε αντιληφθεί την χρήση της θέσεως σταθμεύσεως από το σταθμευμένο εκεί αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του με στοιχ.
Δ-1 διαμερίσματος σε κάθε δε περίπτωση, η με αριθμ. 3 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου της Γ1 δεν παρεμποδίζει την απρόσκοπτη είσοδο των πελατών της στο μίσθιο κατάστημα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ελάττωμα που παρεμποδίζει την κανονική λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, διότι υπάρχει πινακίδα και στην είσοδο του καταστήματος καθώς και αναρτημένη σε μεταλλικό στύλο πινακίδα στην άκρη της πρασιάς της πολυκατοικίας μπροστά από το κατάστημα απολύτως ευδιάκριτη από όλους τους διερχόμενους από την οδό ... .
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι δε δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ειδικά ο τρίτος λόγος, ως προς την αιτίαση αυτού περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα δικαίου, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο, διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στο περιεχόμενο της μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, ώστε να υπάρχει έδαφος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο εκ πλαγίου παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 406/2011 αίτηση για αναίρεση της 6945/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ