Legislator Case Law & Legislation
1315/2012 AI generated

1315/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1315/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5683/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1315/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1315/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Ό. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Νικολουτσόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Νικολουτσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 6) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Ε. Ν. του Λ., κατοίκου ..., 8) Μ. Σ. του Σ., 9) Ι. Σ.-Γ. του Γ., κατοίκων ..., 10) Μ. Φ. του Δ., 11) Φ. Φ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Νικολουτσόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, 12) Δ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολουτσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5683/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3/12/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 11262 Β /11-12-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου της 14-12-2010, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ", με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Η τελευταία, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, που ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 14-12-2010 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή της (άρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87§ 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου, ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, µε την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, µε τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τοµέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο µονιµοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η µετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται µε το Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα µε υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύµφωνα µε το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν µπορούν να µετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νοµικό χαρακτηρισµό της έννοµης σχέσεως, ως συµβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συµβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος η εφαρμογή στις ανωτέρω συµβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Εξάλλου, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόµενο αυτής έως στις 10-7-2001 µε δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρµόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύµβαση ή σχέση εργασίας ορισµένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νοµοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που µπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νοµοθετικά µέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαµβάνουν κατά τρόπο, που να λαµβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τοµέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα µέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη µέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, γ) τον αριθµό των ανανεώσεων τέτοιων συµβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συµβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισµένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συµβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω Οδηγία ως εκ της µορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισµένες, δεν παρέχει δυνατότητα αµέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης µετεγγραφής αυτής στην εθνική έννοµη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή στην εν λόγω Οδηγία έγινε καθυστερημένα µε το ΠΔ 81/2-4-2003 για τους εργαζόμενους µε συµβάσεις εργασίας ορισµένου χρόνου στον ιδιωτικό τοµέα και µε το ΠΔ 164/19-7-2004 για τους εργαζόμενους στο δηµόσιο τοµέα, ανεξάρτητα από το ότι η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνο (ΑΠ 1678/2011).

Ακόμη, με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998 ιδρύθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και σκοπός αυτής, κατ' άρθρ. 13 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου, είναι η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το Καζίνο Πάρνηθας.

Με το άρθρο 9 παρ.4 του Ν. 2837/2000 η παραπάνω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.3270/2004 σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Με το άρθρο 10 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2837/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 3139/2003 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι "με την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Καζίνο - Ξενοδοχείο- Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1 ...

όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζομένους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς τα "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...

Για πέντε χρόνια από τη μεταφορά του παραπάνω προσωπικού στις εταιρείες της παραγράφου 1 δεν χωρεί καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας λόγω αναδιάρθρωσης των λειτουργικών υπηρεσιών ή διακοπής λειτουργίας τμήματος ή τμημάτων των εταιρειών αυτών ή άλλους οικονομοτεχνικούς λόγους". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθ. 12 παρ. 2 εδ.

β' του Ν. 2636/1998, που προστέθηκε με το άρθρ. 4 παρ. 3 του Ν. 3139/2003 "η εταιρεία, καθώς και οι εταιρείες που συνιστά δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, μετά την ανάθεση της διοίκησης και διαχείρισής του σε ιδιώτες".

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3139/2003 στην παραπάνω εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" χορηγήθηκε αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (30.4.2003) η άδεια λειτουργίας καζίνο στη θέση "Μον Παρνές" στην Πάρνηθα και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" (αναλυτικά άρθρ. 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 7 του νόμου αυτού το προσωπικό της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 μπορεί α) μέσα σε ένα έτος από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο είτε σε ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε ΟΤΑ, και β) μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις ως άνω εταιρείες να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του, υπό τους διαλαμβανόμενους στην ίδια διάταξη όρους και προϋποθέσεις.

Τέλος, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι ήδη αναιρεσείοντες (όπως και άλλοι ενάγοντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) εξέθεσαν ότι αφού εκπαιδεύθηκαν ως τεχνικοί τυχερών παιγνίων από τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ", συνήψαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκαν πραγματικά και συνεχώς στην ανωτέρω εταιρεία στο Καζίνο Πάρνηθας μέχρι τη μεταβίβαση αυτού στην πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".

Ειδικότερα, α) οι υπό στοιχ. 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 11 αναιρεσείοντες, αφού εκπαιδεύθηκαν από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 2000, συνήψαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά με την εταιρεία "MANPOWER SA" (μη διάδικο) από 18.12.2000 μέχρι 27.5.2001 (εκτός της υπό στοιχ. 11, που η σύμβασή της ήταν διαρκείας από 7.3.2001 έως 27.5.2001), απασχολούμενοι όμως στην αντίστοιχη θέση και ειδικότητα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι από την εταιρεία "MANPOWER SA".

Ακολούθως, συνήψαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη από 8.6.2001 έως 8.2.2002 και απασχολήθηκαν από αυτή καθόλη τη διάρκεια των συμβάσεών τους, εξακολούθησαν δε να απασχολούνται στην ίδια εταιρεία με την αυτή ειδικότητα μέχρι που συνήψαν νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Χ.

Μ., ο οποίος διατηρεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, με διάρκεια από 18.2.2002 μέχρι 16.6.2002, προσφέροντας όμως τις υπηρεσίες τους "με δανεισμό" στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως και προηγουμένως. Στη συνέχεια, καθένας από τους ως άνω αναιρεσείοντες συνήψε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, διαρκείας από 4.7.2002 έως 4.3.2003 και ακολούθως όμοιας σύμβαση εργασίας με τον προαναφερθέντα Χ.

Μ. διαρκείας από 4.3.2003 έως 30.6.2003, απασχολούμενου πάντοτε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη μέχρι τη μεταβίβαση του Καζίνου Πάρνηθας στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, στην οποία συνέχισαν την εργασία τους στην ίδια θέση και ειδικότητα, β) Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αφού εκπαιδεύθηκε κατά τα άνω, συνήψε ανάλογου περιεχομένου συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου με την εταιρεία "MANPOWER SA" από 18.12.2000 έως 27.5.2001, απασχολούμενος όμως στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την τελευταία από 8.6.2001 έως 8.2.2002, με τον Χ.

Μ. από 18.2.2002 έως 16.6.2002, ο οποίος τον "δάνεισε" στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την τελευταία από 1.7.2002 έως 4.3.2003 και πάλι με τον Χ. Μ. από 4.3.2003 έως 30.6.2003, απασχολούμενος όμως με δανεισμό εργαζομένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη μέχρι τη μεταβίβαση του Καζίνου Πάρνηθας από αυτή στην πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, στην οποία συνέχισε την εργασία του στην ίδια θέση και ειδικότητα, γ) Οι υπό στοιχ. 3, 10 και 12 αναιρεσείοντες, αφού εκπαιδεύθηκαν κατά τα άνω, συνήψαν ανάλογου περιεχομένου συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με την εταιρεία "MANPOWER SA" από 18.11.2000 έως 27.5.2001 η πρώτη και από 7.3.2001 έως 27.5.2001 οι άλλοι δύο, απασχολούμενοι πράγματι στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την τελευταία από 11.6.2001 έως 8.2.2002, με τον Χ.

Μ. από 18.2.2002 έως 16.6.2002, απασχολούμενοι όμως με δανεισμό εργαζομένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την τελευταία από 4.7.2002 έως 4.3.2003 και ακολούθως με τον Χ. Μ., κατά τα προεκτεθέντα, από 4.3.2003 έως 30.6.2003 απασχολούμενοι συνεχώς στη δεύτερη αναιρεσίβλητη μέχρι τη μεταβίβαση του Καζίνου Πάρνηθας στην πρώτη αναιρεσίβλητη, στην οποία συνέχισαν την εργασία τους στην ίδια θέση και ειδικότητα και δ) ο ένατος αναιρεσείων συνήψε ανάλογου περιεχομένου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη από 11.6.2001 μέχρι 10.2.2002, με τον Χ.

Μ. από 18.2.2002 έως 16.6.2002, απασχολούμενος όμως με δανεισμό εργαζομένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την τελευταία από 4.7.2002 έως 4.3.2003 και ακολούθως με τον Χ. Μ., κατά τα προεκτεθέντα, από 4.3.2003 έως 30.6.2003, απασχολούμενος συνεχώς στη δεύτερη αναιρεσίβλητη μέχρι τη μεταβίβαση του Καζίνου Πάρνηθας στην πρώτη αναιρεσίβλητη, στην οποία συνέχισε την εργασία του στην ίδια θέση και ειδικότητα.

Περαιτέρω εκτίθεται στην αγωγή ότι οι πιο πάνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου όλων των αναιρεσειόντων με τον Χ. Μ. (καθώς και με την εταιρεία "MANPOWER SA" για ορισμένους από αυτούς) είναι άκυρες, διότι έγιναν από την πραγματική εργοδότρια δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με σκοπό την καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων του εθνικού και κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου και υποκρύπτουν πράγματι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπεια, εφόσον κατά τον χρόνο που έπρεπε να μεταφερθεί η Οδηγία 1999/70/ΕΚ στην ημεδαπή έννομη τάξη, δηλαδή τη 10.7.2001, οι αναιρεσείοντες συνδέονταν με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία ακολουθήθηκε από τις προαναφερθείσες αναλυτικά διαδοχικά συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας (υπό το πρίσμα ιδίως της ρήτρας 5 σχετικά με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών για τη μεταφορά της, δηλαδή την προϋπόθεση έλλειψης προϋφισταμένου της Οδηγίας ισοδύναμου εθνικού νομοθετικού μέτρου, που στην ελληνική έννομη τάξη συνιστά το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με την κατά τη ρήτρα 8 της συμφωνίας απαγόρευση υποβάθμισης του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων), κατά τον χρόνο μεταβίβασης του Καζίνου Πάρνηθας από τον μεταβιβάζοντα εργοδότη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) στον διάδοχο εργοδότη (πρώτη αναιρεσίβλητη) την 30.4.2003, καθένας αναιρεσείων συνδεόταν με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου.

Κατόπιν αυτών και με την επίκληση άμεσου έννομου συμφέροντος, ζήτησαν με την αγωγή Α) να αναγνωρισθεί ότι α) την 30.4.2003, που το Καζίνο Πάρνηθας μεταβιβάσθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη συνδέονταν με την αναιρεσίβλητη "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, β) η πρώτη αναιρεσίβλητη μετά την προς αυτή μεταβίβαση του Καζίνου Πάρνηθας την 30.4.2003, αποτελεί τον νέο εργοδότη των εναγόντων με βάση μια ενιαία σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών και της δεύτερης αναιρεσίβλητης το πρώτο την 10.7.2001, γ) οι ενάγοντες δικαιούνται να υποβάλουν εντός έτους από τη μεταφορά τους στην πρώτη αναιρεσίβλητη αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο είτε σε ΝΠΔΔ ή Ιδ.

Δικαίου του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε ΟΤΑ (άρθρ. 4 παρ. 7 του Ν. 3139/2003) και δ) οι ενάγοντες δικαιούνται εντός τριετίας από τη μεταφορά τους την πρώτη αναιρεσίβλητη να υποβάλουν αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία τους (άρθρ. 4 παρ. 7 του Ν. 3139/2003) και Β) Να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως νέος εργοδότης αυτών, να μην προβεί σε καταγγελία της ατομικής σχέσης εργασίας εκάστου των εναγόντων λόγω αναδιάρθρωσης των λειτουργικών υπηρεσιών ή διακοπής λειτουργίας τμήματος ή τμημάτων της επιχείρησης ή για άλλους οικονομοτεχνικούς λόγους έως την 30.4.2008.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή Α) ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα Ι. Σ. - Γ., που προσλήφθηκε την 11-6-2001, δεν είναι νόμιμη καθόσον οι αναφερόµενες σ' αυτή συµβάσεις εργασίας καταρτίσθηκαν, ως ορισµένου χρόνου, μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001, βάσει των οποίων απαγορεύεται η µετατροπή τους σε συµβάσεις αορίστου χρόνου και Β) Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με τα χρονικά όρια που εκτείνονται οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις, είναι νόμιμη, κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων, του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, ο δε καθορισμός του είδους των ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από το πρώτο αναιρεσίβλητο, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιµη την έφεση όλων των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει, ως µη νόµιµη, την αγωγή. Κρίνοντας έτσι, ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα Ι. Σ. - Γ. που προσλήφθηκε την 11-6-2001, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983 και 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συµβουλίου της 28-6-1999.

Ως προς τους λοιπούς, όμως, αναιρεσείοντες παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Εποµένως, ως προς αυτούς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ., λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι βάσιµος ενώ αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα..

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2008 αίτηση για αναίρεση της 5683/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον ένατο αναιρεσείοντα Ι. Σ. - Γ..

Αναιρεί τη 5683/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα αυτών των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ