Legislator Case Law & Legislation
1315/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to appear and lack of admissible grounds.

Case Number 1315/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of First Instance's decision due to their failure to appear at the final hearing. The appellants argued that the lower court erred in applying substantive law regarding the statute of limitations and evidence, but the court found no merit in these claims. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 226(4), 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear at the final hearing, and grounds for appeal are rejected if they are baseless or do not constitute a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
failure to appear inadmissible appeal procedural default substantive law violation legal costs statute of limitations evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 46/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1315/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., κατοίκου ... και 2. Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "SYDAMCO", που εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νάσο Δημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Νοεμβρίου 2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 962/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει εκ του σχετικού φωτοτυπικού αντιγράφου του πινακίου του Α1' Τμήματος της 2.2.2009, οι αναιρεσείοντες παρέστησαν τότε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, όταν και ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως εκ του πινακίου για τη σημερινή δικάσιμο. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε εκ της σειράς του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (άρθρα 576 παρ. 1, 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.

ΑΠ 17/1995). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (ΑΠ 321/2002). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλ-λόμενη απόφαση, ότι, καίτοι επικαλέσθηκαν τα συγκρο-τούντα αυτές περιστατικά, εν τούτοις δεν δέχθηκε τη συνδρομή των υποβληθεισών ενστάσεων:

α) εκ του άρθρου 281 Α.Κ., συγκροτουμένης από την προηγηθείσα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στη μη προσκομιδή του πινακίου των ενεχυραζομένων επιταγών, των διπλοτύπων είσπραξης των τελών χαρτοσήμου από την αρμόδια ΔΟΥ και των προηγουμένων ειδοποιήσεων δια εξωδίκων, "αλλά και των παραλείψεων και θετικών ενεργειών της, της έναντι ημών σιγής της κ.λ.π., όπως εκτίθενται λεπτομερώς στην ανακοπή μας" και β) της αοριστίας της υποβληθείσας για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αιτήσεως, εκ του ότι δεν αναφέρεται εκεί, ότι η επίδικη επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, η ημερομηνία εκδόσεως είναι "φερόμενη", και (δεν αναφέρεται) η ημερομηνία της ενεχύρασής της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αποδίδοντας πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, 1) ως αβάσιμος, κατά το πρώτον (υπό στοιχ. α') σκέλος του, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, και αληθή ακόμη, αν υποτεθεί, ότι είναι, δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής και 2) ως απαράδεκτος, κατά το δεύτερο (υπό στοιχ.

β') σκέλος του, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, αποφαίνεται περί του ορισμένου ή μη της αγωγής ή αιτήσεως (Α.Π. 46/2006), όπως εν προκειμένω. Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος και όσον αφορά τη μη γνωστοποίηση του χρόνου ενεχύρασης είναι και ο επί του ιδίου αρ. 8 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσίβλητη το σφάλμα, ότι το δίκασαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις εκ των άρθρων 21 και 22 του ν. 5960/1933, ενστάσεις, αφού δεν διατείνονται οι αναιρεσείοντες, ότι τον ισχυρισμό αυτόν είχαν προτείνει και ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε δε περίπτωση και ότι ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με επίκληση προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες 3583/2004, 4376/2004 και 3636/2004 διαταγές πληρωμής, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα με επίκληση προσαχθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και επομένως έλαβε υπόψη και τις ως άνω, προσκομισθείσες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, διαταγές πληρωμής.

Τέλος, και ο εν συνεχεία τελευταίος λόγος αναιρέσεως εκ του αρ. 8 (του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίον αποδίδεται στο Εφετείο, ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη την ένσταση "περί αποκλειστικής υπαιτιότητας", της αναιρεσίβλητης για τη ζημία, που αυτή υπέστη και εξειδικεύεται με επιμέρους αναφορές και παραλείψεις και τους ισολογισμούς των ετών 1999-2003, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, το Εφετείο την έλαβε υπόψη του και την απέρριψε, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που την συγκροτούν.

Ενόψει όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου παραπόνου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.6.2007 αίτηση των ...και "... Ε.Ε.", για αναίρεση της 2/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ