Legislator Case Law & Legislation
1315/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on broker commission where court considered evidence of contract termination.

Case Number 1315/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a broker's fee. The appellant argued that the court failed to consider letters proving the contract was terminated and that the court incorrectly applied labor dispute procedures to a civil case. The court ruled that the lower court had explicitly taken these letters into account alongside other evidence when forming its judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 703(1) Civil Code; Art. 559(8), 559(11) Code of Civil Procedure: A broker is only liable for fees if a contract is concluded as a result of their mediation, and an appeal based on the lower court's failure to consider specific evidence is inadmissible if the judgment's reasoning clearly indicates such evidence was weighed.

Keywords

AI generated
broker commission liability mediation versus opportunity appeal admissibility evidence consideration contract termination proof

Cited Legislation

AI generated
Art. 703(1) Civil Code
Art. 559(8) Code of Civil Procedure
Art. 559(11) Code of Civil Procedure
Art. 671(1) Code of Civil Procedure
Art. 681 Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1315 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1315/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δάμη. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία «ΛΑΜΠΕΡΤ ΣΜΙΘ ΧΑΜΠΤΟΝ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Παπαμανώλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1002/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 29 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία ασκεί νόμιμα επιχείρηση μεσιτείας στην περιοχή του νομού ...,με προφορική εντολή που της έδωσε ο εναγόμενος στις αρχές Σεπτεμβρίου 1999, ανέλαβε την υποχρέωση να του υποδείξει αγοραστή ή να μεσολαβήσει για την πώληση ενός οικοπέδου του επιφανείας 5.200 τμ.

περίπου που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της.... Ως αμοιβή της ενάγουσας, σε περίπτωση εκτελέσεως της εντολής, συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του τιμήματος πωλήσεως. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής η ενάγουσα υπέδειξε το εν λόγω ακίνητο σε διάφορους πελάτες της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τράπεζα «Alpha Τράπεζα ΑΕ» και αφού γνωστοποίησε τις ενέργειές της στον εναγόμενο, κατήρτισαν μεταξύ τους την από 14-9-2000 έγγραφη σύμβαση μεσιτείας, που περιλάμβανε όλους τους όρους της προηγούμενης προφορικής συμφωνίας και επιπλέον τον όρο ότι η σύμβαση αφορά στην υπόδειξη ευκαιρίας και στη διαμεσολάβηση για την πώληση του ακινήτου αυτού στις ανωτέρω εταιρείες αντί τιμήματος 280.000 δρχ.

το τ.μ. Ορίσθηκε, επίσης, ότι η διάρκεια της σύμβασης αυτής θα είναι έξι (6) μηνών, λήγουσα την 14-3-2001, αλλά ότι θα παρατείνεται αυτοδικαίως, εφόσον οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίζονταν. Η τράπεζα «ΑΙρha Τράπεζα ΑΕ» επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά του ως άνω ακινήτου και για το λόγο αυτό η ενάγουσα, με την από 2-10-2000 επιστολή της προς την εταιρία «Αlpha Αστικά Ακίνητα ΑΕ», η οποία είναι θυγατρική εταιρεία της προαναφερόμενης τράπεζας και αρμόδια για την εξεύρεση των κατάλληλων προς αγορά ακινήτων εκ μέρους της τράπεζας, έδωσε σχετικές πληροφορίες για το εν λόγω ακίνητο, αποστέλλοντας συγχρόνως σ' αυτήν και τοπογραφικό σκαρίφημα του οικοπέδου.

Έκτοτε ο συνεργάτης της ενάγουσας ..., ο οποίος ενεργούσε ως βοηθός εκπληρώσεως αυτής, είχε τακτική ανά μήνα επαφή τόσο με την «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» όσο και με τον εναγόμενο, για την προώθηση της πωλήσεως του ακινήτου. Παράλληλα υπoβλήθηκε στη Νομαρχία Αθηνών αίτηση του εναγομένου για την σύνταξη πράξεως εφαρμογής του Ο.Τ. 13, στο οποίο βρίσκεται το ακίνητο, ενώ αντίγραφο της αιτήσεως αυτής και απόσπασμα του σχετικού σχεδιαγράμματος απέστειλε ο εναγόμενος προς την ενάγουσα, προκειμένου η τελευταία να ενημερώσει την ενδιαφερόμενη Τράπεζα.

Η σύναψη όμως της συμβάσεως πωλήσεως καθυστερούσε, αφενός μεν λόγω των εν γένει χρονοβόρων διαδικασιών ελέγχου και εγκρίσεως που ακολουθούν οι υπηρεσίες της ανωτέρω Τράπεζας σε παρόμοιες περιπτώσεις, αφ' ετέρου δε διότι έπρεπε να προηγηθεί και η τακτοποίηση του ακινήτου, η οποία έγινε με την υπ' αριθ Μ7/2001 μεμονωμένη Πράξη Εφαρμογής, που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 4709/572/16-7-2001 απόφαση του βοηθού - Νομάρχη Αθηνών.

Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας ελέγχου και εγκρίσεως της αγοράς του ακινήτου από τις αρμόδιες υπηρεσίες της «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν με απ' ευθείας πλέον επαφές που είχε με τον εναγόμενο η θυγατρική της εταιρία «Alpha Αστικά ακίνητα ΑΕ», η οποία και ζήτησε από τον τελευταίο να προβεί προηγουμένως σε αγορά όμορου ακινήτου του ...

και να ολοκληρωθεί η τακτοποίηση του ακινήτου με την έκδοση της σχετικής Πράξεως Εφαρμογής. Ακολούθως την 23-5-2001 ο εναγόμενος, με επιστολή του προς την «Αlpha Τράπεζα ΑΕ», γνώρισε σ' αυτήν ότι η αξία της προς πώληση εκτάσεως, εμβαδού 5.742 τ.μ., μετά την τακτοποίηση του οικοπέδου του και την αγορά μικρού ομόρου οικοπέδου ιδιοκτησίας ..., ανέρχεται στο ποσό των 1.700.000.000 δραχμών.

Στην επιστολή αυτή αναφέρεται, ότι η ανωτέρω προσφορά ισχύει για 25 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής. Περαιτέρω την 29-5-2001 ο εναγόμενος, με νέα επιστολή του προς την «Αlpha Τράπεζα Πίστεως ΑΕ», γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι είχε ήδη υπογράψει το συμβόλαιο αγοράς του ανωτέρω οικοπέδου, ιδιοκτησίας ... και ότι το τίμημα της αγοράς του ακινήτου θα προσαυξανόταν κατά την αντίστοιχη δαπάνη.

Σε απάντηση των ανωτέρω δύο επιστολών η θυγατρική εταιρία της Τράπεζας «Αlpha Αστικά Ακίνητα ΑΕ», με την από 7-6-2001 επιστολή της προς τον εναγόμενο, καθόρισε τα έγγραφα που έπρεπε να της προσκομίσει ο τελευταίος. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών προκύπτει σαφώς, ότι μεταξύ του εναγομένου και της αγοράστριας Τράπεζας είχαν προηγηθεί, πολύ πριν από την 23-5-2001, επαφές και συνεννοήσεις και ότι την ανωτέρω ημερομηνία οι σχετικές διαπραγματεύσεις ευρίσκοντο ήδη σε προχωρημένο στάδιο, και η οριστική σύμβαση καθυστέρησε, εξαιτίας της χρονοβόρας διαδικασίας που τηρούν οι αρμόδιες υπηρεσίες και τα όργανα της αγοράστριας Τράπεζας και της ανάγκης ρυθμίσεως των θεμάτων που ανέκυψαν (τακτοποίησης του οικοπέδου, έκδοσης σχετικής Πράξης Εφαρμογής κλπ).

Μετά τον Ιούνιο 2001 αντηλλάγησαν μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών διάφορες επιστολές και συγκεκριμένα οι από 29-6-2001, 20-7-2001 επιστολές του εναγομένου και του πληρεξουσίου δικηγόρου του και οι από 20-7-2001 και 24-7-2001 επιστολές της «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» και της «Αlpha Αστικά Ακίνητα ΑΕ», ακολούθως δε και μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων υπογράφηκε το υπ' αριθ. 10107/29-8-2001 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Νίκης- Ελευθερίας Γόντικα- Χονδρού, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος επώλησε το ένδικο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 5.642,46 τ.μ.

στην «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» αντί τιμήματος 1.750.000.000 δραχμών. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η ενάγουσα, ενεργώντας στα πλαίσια της ανωτέρω από 14-9-2000 έγγραφης συμβάσεως μεσιτείας υπέδειξε πράγματι το ως άνω ακίνητο στην «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» και στη συνέχεια προώθησε περαιτέρω τη διαδικασία πωλήσεως αυτού, αρχίζοντας τις σχετικές διαπραγματεύσεις με την θυγατρική εταιρία της αγοράστριας Τράπεζας «Αlpha Αστικά Ακίνητα ΑΕ» με την από 2-10-2000 επιστολή της προς τον εκπρόσωπο της τελευταίας ...

και την αποστολή σ' αυτόν του τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του οικοπέδου. Αποδείχτηκε, επίσης, ότι οι κατά τα άνω διαπραγματεύσεις που άρχισαν στις αρχές Οκτωβρίου 2000 μεταξύ της ενάγουσας, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του εναγομένου, στα πλαίσια της ένδικης συμβάσεως μεσιτείας, και της αγοράστριας τράπεζας, ουδέποτε διακόπηκαν αλλά συνεχίσθηκαν με απ' ευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ του εναγομένου και της ανωτέρω αγοράστριας, με συνέπεια τον μήνα Μάιο 2001 αυτές να βρίσκονται πολύ κοντά στην ολοκλήρωση τους.

Επομένως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως καταρτίστηκε μετά τη λήξη της εντολής προς την ενάγουσα (14-3-2001) και ότι, κατά συνέπεια, δεν οφείλει σ' αυτήν αμοιβή, αφού όπως προαναφέρθηκε, η διάρκεια της μεσιτικής συμβάσεως παρατάθηκε λόγω της συνέχισης των διαπραγματεύσεων και μετά την 14-3-2001, όπως είχε προβλεφθεί με την ίδια σύμβαση.

Ο ισχυρισμός, επίσης, του εναγομένου, ότι η επικοινωνία του με την αγοράστρια Τράπεζα άρχισε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2001 με την μεσολάβηση της εταιρίας «Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ» και ότι η ενάγουσα δεν παρενέβη ούτε ανέπτυξε κάποια σχετική δραστηριότητα, είναι αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε, η υπόδειξη του ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας και η έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτής, για λογαριασμό του ενάγοντος, και της αγοράστριας τράπεζας είχαν ήδη αρχίσει από τον Οκτώβριο του 2000.

Εξάλλου η εταιρεία «Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ» είναι κατασκευαστική εταιρεία, η οποία συνεργάζεται με την θυγατρική εταιρεία της «Αlpha Τράπεζα ΑΕ» «Αστικά Ακίνητα ΑΕ» και κατασκευάζει κατ' εντολήν και για λογαριασμό της τα κτίρια της τελευταίας, τα οποία εξυπηρετούν τελικά τις ανάγκες της αγοράστριας τράπεζας.

Συνεπώς οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μεταξύ του εναγομένου και της ως άνω τεχνικής εταιρείας, οι οποίες σε κάθε περίπτωση έλαβαν χώρα μετά την 21-5-2001, έγιναν στα πλαίσια επιλύσεως τεχνικής φύσεως θεμάτων που αφορούσαν το επίδικο οικόπεδο και θα διευκόλυναν την επ' αυτού ανέγερση κτιρίου για λογαριασμό της αγοράστριας τράπεζας, έγιναν δηλαδή με απώτερο στόχο την ευχερέστερη προώθηση του θέματος της αγοράς του επιδίκου ακινήτου από την τελευταία.

Κατά συνέπεια αποδείχτηκε, ότι η κατάρτιση της ως άνω πωλήσεως ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών της ενάγουσας, σε εκτέλεση της προαναφερόμενης μεσιτικής εντολής του εναγομένου προς αυτήν, αφού πράγματι η ενάγουσα υπέδειξε το ανωτέρω ακίνητο στην αγοράστρια και προώθησε με διαπραγματεύσεις την πώληση αυτού εντός του χρονικού διαστήματος που ίσχυε η μεσιτική σύμβαση, οι δε ενέργειες της αυτές οδήγησαν τελικά στην κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου.

Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται την αμοιβή που της είχε επιδικάσει η πρωτόδικη απόφαση κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής της και απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 του ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για όλα τα ζητήματα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αναφέρονται στις ενέργειες της αναιρεσίβλητης προς εκτέλεση της ένδικης συμβάσεως και συγκεκριμένα α) στην υπόδειξη του ανωτέρω ακινήτου από αυτήν προς την αγοράστρια και τη διαμεσολάβησή της μεταξύ της τελευταίας και του αναιρεσείοντος, β) στην έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων και τη συνέχιση αυτών και μετά την 14-3-2001,και γ) στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω ενεργειών της αναιρεσίβλητης και της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, τέταρτος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, έκτος, και έβδομος λόγοι του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως o όγδοος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι στερείται αιτιολογίας, άλλως ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος του ύψους της αμοιβής που δικαιούται η αναιρεσίβλητη από τη μεσολάβησή της στην πώληση του ακινήτου του, αφού ενώ δέχτηκε ότι στη σύμβαση μεσιτείας καθορίστηκε η αμοιβή της σε ποσοστό 2% επί του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου του αναιρεσείοντος εκτάσεως 5.200 τ.μ.

προς 280.000 το τ.μ., στη συνέχεια υπολόγισε την επιδικασθείσα σ' αυτήν αμοιβή επί του τιμήματος ακινήτου εκτάσεως 5.242,46 τ.μ., που πωλήθηκε προς 310.148 δρχ. το τ.μ., πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο, ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, από τον αναιρετικό έλεγχο. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάζοντας τις από 23-5-2001 και 29-5-2001 επιστολές του αναιρεσείοντος προς την «Αlpha Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.» και την από 7-6-2001 απαντητική επιστολή της «Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε.», τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει στο δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι πριν από την 23-5-2001 δεν είχαν γίνει διαπραγματεύσεις μεταξύ του ιδίου και της «Αlpha Τράπεζα Πίστεως Α.Ε.» ή της θυγατρικής της εταιρίας «Alpha Αστικά Ακίνητα Α.Ε.», και ότι το πρώτον εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά του ακινήτου του η πρώτη από τις άνω εταιρίες μετά τη μεσολάβηση των στελεχών της εταιρίας «Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε.», έκρινε ότι από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει, ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αγοράστριας Τράπεζας είχαν λάβει χώρα, πριν από την 23-5-2001, επαφές και συνεννοήσεις, οι δε διαπραγματεύσεις βρίσκονταν ήδη, κατά το χρόνο ανταλλαγής των επιστολών, σε προχωρημένο στάδιο.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εκτίμησε ανέλεγκτα το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους με την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου, επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι για τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μεταξύ του αναιρεσείοντος και της «Alpha Τράπεζας Α.Ε.» μεσολάβησαν οι μηχανικοί της εταιρίας «Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε.» και όχι η αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός, ως αρνητικός της αγωγής, δεν έχει αυτοτέλεια και άρα δεν αποτελεί πράγμα υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 25-7-2001 επιστολή του αναιρεσείοντος και την από 25-7-2001 επιστολή του πληρεξουσίου του δικηγόρου του, στις οποίες αναφέρεται ρητώς ότι διέκοψε τις διαπραγματεύσεις για την πώληση του ακινήτου του και ότι κατά συνέπεια, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως μεσιτείας που είχαν συνάψει, δεν υποχρεούται να καταβάλει αμοιβή στην αναιρεσίβλητη.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και «τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι», και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης προκύπτει σαφώς, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τις ανωτέρω επιστολές, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 681 του ίδιου Κώδικα και στους δύο βαθμούς, το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των διαφορών που αφορούν τις αμοιβές των νομίμως διορισμένων μεσιτών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Επομένως ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δικάζοντας κατά την προαναφερόμενη διαδικασία των εργατικών διαφορών, έλαβε υπόψη την αίτηση του αναιρεσείοντος προς τη Νομαρχία Αθηνών, καθώς και το επισυναπτόμενο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα, μολονότι τα έγγραφα αυτά δεν έφεραν ημερομηνία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 1002/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ