Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling due to applicant's lack of standing under debt restructuring law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance court decision rejecting a debt restructuring request. The appellant argued the lower court erred by failing to examine the debts, but the court found the decision correct because the appellant lacked standing under the relevant law due to his insolvency status. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the costs were not awarded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 561 of the Code of Civil Procedure; The court lacks jurisdiction to review a debt restructuring decision if the applicant falls under the negative conditions of the law regarding insolvency and did not participate in the examination of creditor claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1314/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γρατσινόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑLPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 11-9-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δαλάπα, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Άρχου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Α. Της προσθέτως υπέρ της "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (Cepal Hellas), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Β. Της προσθέτως υπέρ της "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Β2Kapital ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και ήδη "VERALTIS ASSET MANAGEMENT ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "VERALTIS ASSET MANAGEMENT ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις - μη δικαιούχου διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (H3P), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA" (UPI), που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παναγούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 19-10-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της προσφεύγουσας.
Γ. Της προσθέτως υπέρ της "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (Cepal Hellas), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Τσάκωνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαυρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3663/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2020 αίτησή του, οι δε Α, Β και Γ προσθέτως παρεμβαίνουσες με τα από 9-12-2021, 9-12-2021 και 12-12-2022 δικόγραφά τους, αντίστοιχα, ζητούν τα εις αυτά αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς συζήτηση: 1) η από 10-6-2020 (αριθμ. κατάθ. 31734/39/10-6-2020 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εκδοθείσα, με αριθμό 3663/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, 2) η από 9-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 46/10-12-2021) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", 3) η από 9-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 47/10-12-2021) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας, με την επωνυμία " Β2Kapital ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και ήδη "VERALTIS ASSET MANAGEMENT ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και 4) η από 12-12-2022 (αριθμ. κατάθ. 85/22-12-2022) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", οι οποίες πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους να συνεκδικαστούν (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 1507/2017,ΑΠ 716/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης 10-6-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 3663/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (20-10-2023), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης υπ' αριθμ. ...-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Π. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 15-10-2021, επιδόθηκε με επιμέλειά του ,νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1γ' 230 παρ. 2, 498, 568 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Κατά την εν λόγω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής την 15η-10-2021, "λόγω των αιφνιδίων και εκτάκτων καιρικών συνθηκών", με τη με αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση (ΦΕΚ Β'4762/15-10-2021) του Υπουργού Δικαιοσύνης, και, στη συνέχεια, προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, με ενημέρωση της πλατφόρμας solon.gov.gr, για τη δικάσιμο της 18-2-2022.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-10-2023, κατά την οποία η ως άνω αναιρεσίβλητη όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού αυτή είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 15-10-2021, καθώς η, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω έκτακτων καιρικών συνθηκών, με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο της 18-2-2023 και η εν συνεχεία αναβολή από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023), επέχει θέση κλήτευσής της.
Συνακόλουθα, εφόσον η ως άνω αναιρεσίβλητη κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015 και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.
Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α 246).
Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ή Cepal Hellas ), με το από 9-12-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-12-2021 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 46/2021, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 18/2/2022, κατά την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20/10/2023) δικάσιμο, με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης, κατά σύντμηση της νόμιμης προθεσμίας (άρθρ. 150 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), σαράντα (40) ημέρες πριν τη δικάσιμο. Όμως, η πρόσθετη παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε ούτε στον αναιρεσείοντα ούτε στις αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, αφού δεν προσκομίζονται από την ως άνω απολειπόμενη προσθέτως παρεμβαίνουσα οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς, ούτε οι παριστάμενες αναιρεσίβλητες προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σ` αυτές αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.
Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κυρίως διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1736/2017).
Kατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της.
Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ιδίου όρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνά διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 15/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ή Cepal Hellas), με το από 12-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-12-2022 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 85/2022, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΒΑΝΚ Α.Ε", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GEMINI CORE SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από την Πρόεδρο του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20-10-2023), με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης εξήντα ημέρες πριν τη δικάσιμο (άρθρ. 568 παρ. 4 ΚΠολΔ). Την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση κατέθεσε στον Άρειο Πάγο η δικηγόρος Αθηνών Μάρθα Αδάμη (ΑΜ/ΔΣΑ 39388), με εξουσιοδότηση του δικηγόρου Αθηνών Χρήστου Ανδρουτσόπουλου (ΑΜ/ΔΣΑ 27387), ακριβές αντίγραφο δε αυτής με την κάτω από αυτό πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας, δια της ως άνω δικηγόρου και κατά παραγγελία αυτής, ως συνεργάτη της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΡΓΕΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΙΑΣ", στους διαδίκους της κύριας δίκης, ήτοι στον αναιρεσείοντα και στις αναιρεσίβλητες, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από την προσθέτως παρεμβαίνουσα με αριθμούς ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης, της πρώτης εξ αυτών της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π.
Α. και των λοιπών του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Τ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023), η προσθέτως παρεμβαίνουσα εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Στέλλα Τσάκωνα ,με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στην ως άνω δικηγόρο (Στέλλα Τσάκωνα) από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δεδομένου ότι το όνομά της δεν περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. ...-2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν.
Μ. του Π., το οποίο προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ως άνω δικηγόρος. Επίσης, αν και για την κατάθεση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, η δικηγόρος Αθηνών Μάρθα Αδάμη, είχε εξουσιοδότηση από τον δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν ειδικό πληρεξούσιο, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος (Μάρθα Αδάμη), που έδωσε την παραγγελία στους δικαστικούς επιμελητές για τις προαναφερόμενες επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης, αφού δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που να της παρέχει τέτοια πληρεξουσιότητα.
Συνεπώς, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας (άρθρο 104 ΚΠολΔ), λόγω της μη προσήκουσας παράστασης κατά τη συζήτηση. Κατά συνέπεια, αφού δεν έγινε νόμιμη κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κυρίως διαδίκους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1736/2017).
Περαιτέρω, η εδρεύουσα στην Αθήνα (Λεωφόρος Κηφισίας αρ.1-3) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "B2Kapital ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ή B2Kapital), ήδη "VERALTIS ASSET MANAGEMENT ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (ή VERALTIS ASSET MANAGEMENT) με το από 9-12-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10-12-2021 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 47/2021, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΒΑΝΚ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως εντολοδόχου, νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ΗELLAS 3P INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) S.A." και της τελευταίας ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τhν Πρόεδρο του Δ` Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 18-2-2022 και μετ' αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (20-10-2023), με προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης, κατά σύντμηση της νόμιμης προθεσμίας (άρθρ. 150 παρ. 1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), σαράντα ημέρες πριν τη δικάσιμο.
Την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση κατέθεσε στον Άρειο Πάγο η δικηγόρος Αθηνών Μαργαρίτα- Μαρία Παππά (ΑΜ/ΔΣΑ 39116) με εξουσιοδότηση της δικηγόρου Αθηνών Βασιλικής Χαλιάσου (ΑΜ/ΔΣΑ 25439), ακριβές αντίγραφο δε αυτής με την κάτω από αυτό πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18-2-2022, επιδόθηκε με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας, δια της ως άνω δικηγόρου Αθηνών Μαργαρίτας-Μαρίας Παππά, της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΟΥΡΓΕΛΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΙΑΣ", και κατά παραγγελία αυτής, στους διαδίκους της κύριας δίκης, ήτοι στον αναιρεσείοντα και στις αναιρεσίβλητες, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από την προσθέτως παρεμβαίνουσα εκθέσεις επίδοσης, με αριθμούς ...-2021 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Π.
Α., ...-2021, ...-2021, ...-2021 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Χ. Σ. και ...-2021 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Λ. Π. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, στην μετ'αναβολή αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023), η προσθέτως παρεμβαίνουσα εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Αντώνιο Παναγούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δεδομένου ότι το όνομά του δεν περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. ...-2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Ζ. του Π., το οποίο προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ως άνω δικηγόρος. Επίσης, αν και κατά την κατάθεση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, η δικηγόρος Αθηνών Μαργαρίτα- Μαρία Παππά, είχε εξουσιοδότηση από τη δικηγόρο Αθηνών Βασιλική Χαλιάσου, το όνομα της οποίας περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν ειδικό πληρεξούσιο, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω δικηγόρος Μαργαρίτα- Μαρία Παππά, που έδωσε την παραγγελία στους δικαστικούς επιμελητές για τις προαναφερόμενες επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης, αφού δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που να της παρέχει τέτοια πληρεξουσιότητα.
Συνεπώς, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας (άρθρο 104 ΚΠολΔ), λόγω της μη προσήκουσας παράστασης κατά τη συζήτηση. Κατά συνέπεια, αφού δεν έγινε νόμιμη κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κυρίως διαδίκους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021 , ΑΠ 1736/2017).
Με την κρινόμενη από 10.6.2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 31734/39/10.6.2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3663/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης των εφεσιβλήτων στην με αριθμό 3294/2015 συνεκδικαζόμενη έφεση της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε." και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τεθείσα ήδη υπό ειδική εκκαθάριση. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 20/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 508/2020).
Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται, όπως προεκτέθηκε, η με αριθμ. 3663/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (δικάσαντος ως Εφετείου), κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, εκδοθείσα επί των με αριθμ. εκθ.
κατάθ. 680/2015, 2757/2015 και 3294/2015 εφέσεων των καθ' ων η αίτηση- εκκαλουσών, πρώτης, δεύτερης και τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, αντιστοίχως, κατά της με αριθμό 376/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-10-2013 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 464/2013) αίτηση του αιτούντος- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος.
Με αυτήν (αίτηση), επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του στις πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε να γίνει δικαστική ρύθμιση των χρεών του προς αυτές κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, και κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αίτηση.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αιτούντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στις 10-6-2020 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθμό 3663/11-4-2018 (προσβαλλόμενης) απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (12-4-2018), άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 12-4-2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 παρ.1 εδ.
α' του Ν. 4690/2020, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων με την από 29-10-2013 με αριθμό κατάθεσης 464/7-11-2013 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, απευθυνόμενη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, όπως η πρώτη εξ αυτών έχει μετονομαστεί σε "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (δ.τ."Eurobank"), σύμφωνα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις καθ' ών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς αυτές, σύμφωνα με το προτεινόμενο από τον ίδιο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, και την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της περιγραφόμενης κύριας κατοικίας του, ήτοι μιας διώροφης κατοικίας, κείμενης επί της οδού ..., στην Κερατέα του Δήμου Λαυρεωτικής, της οποίας η κυριότητα ανήκει σ' αυτόν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 του Ν. 3689/2010 και 739 επ. του ΚΠολΔ), με τη με αριθμό 376/2014 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αίτηση και, αφού απέρριψε τον προβληθέντα από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες ισχυρισμό περί πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος, λόγω της εμπορικής ιδιότητας που είχε όταν έπαυσε τις πληρωμές του, δέχθηκε την αίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, ρύθμισε τις οφειλές του, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της τρόπο και ειδικότερα:
Α) όρισε μηδενικές καταβολές από τον αιτούντα προς τις καθ' ων για τέσσερα (4) έτη, από τη δημοσίευση της απόφασης, Β) όρισε εκατόν πενήντα (150) δόσεις από διακόσια ενενήντα επτά (297) ευρώ εκάστη μετά την παρέλευση της 4ετίας της υπό στοιχ. Α ρύθμισης. Το ποσό αυτής της δόσης να παρακατατίθεται προσωρινά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέχρι να εκκαθαριστούν οι φερόμενες σε δικαστική ρύθμιση οφειλές του αιτούντα από το παρόν δικαστήριο.
Για την εκκαθάριση των οφειλών οφείλουν τα πιστωτικά ιδρύματα Αγροτική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και τράπεζα EUROBANK να προσκομίσουν εντός τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης τα προσδιοριστικά των σχετικών απαιτήσεων τους και συγκεκριμένα τις δανειακές συμβάσεις, την κίνηση των λογαριασμών και τα ποσά που έκαστο εξ αυτών εισέπραξε από την πτωχευτική εκκαθάριση της εταιρείας με την επωνυμία DROMOR YACHTS Α.Ε.
και την εκποίηση των σκαφών ιδιοκτησίας των εταιρειών ΝΑΥΤΙΚΑΛ ΑΝΕ και ΝΑΒΙΓΚΕΪΤΟΡ ΑΝΕ. Κατά της απόφασης αυτής οι καθ' ων η αίτηση, "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ALPHA BANK Α.Ε.", ήδη 1η, 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 680/2015, 2757/2015 και 3294/2015, αντίστοιχα, εφέσεις τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (3663/2018), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμό 376/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, κράτησε και δίκασε την αίτηση και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το λόγο της έφεσης των εκκαλουσών, ήδη 1ης, 2ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο επανέφεραν τον ισχυρισμό τους, περί μη υπαγωγής του αιτούντος στο Ν. 3869/2010, επειδή κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών του είχε την εμπορική ιδιότητα, κρίνοντας ότι η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3869/2010.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρ. 14 Ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 72/2023, ΑΠ141/2021, ΑΠ 259/2019, ΑΠ319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 72/2023, 141/2021).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ141/2021, ΑΠ259/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 72/2023). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 664/2021,ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 58/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010 "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν την αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 § 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, βλ. ΑΠ 804/2021, ΑΠ 303/2021, ΑΠ803/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 3869/2010 και του άρθρου 166 παρ. 1 και 2 (όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 10 Ν. 4446/2016) και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αίτησή του περί εντάξεώς του στο Ν. 3869/2010, ως υπερχρεωμένου οφειλέτη, κρίνοντας ότι είχε πτωχευτική ικανότητα, ενώ αυτός δεν ασκούσε πλέον εμπορικές πράξεις, αφού ήταν συνταξιούχος και δεν ήταν δυνατόν να κηρυχθεί σε εμπορική πτώχευση, προσέτι δε από το έτος 1996, που είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης μέχρι την κατάθεση της αίτησης για δικαστική ρύθμιση των χρεών του (29.1.2013), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 17 ετών, ήτοι μεγαλύτερο των 15 ετών που απαιτείται για την περάτωση της πτώχευσης και την ανάληψη της διοίκησης της περιουσίας του.
Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος ελέγχεται αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα, ούτε καν αποσπασματικά, οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως κατά τα προαναφερόμενα επιβάλλεται, ήτοι το σύνολο των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου επί των οποίων στηρίζεται το δικανικό συμπέρασμα αυτού περί μη υπαγωγής του αναιρεσείοντος στο Ν. 3869/2010, για το λόγο ότι είχε την εμπορική ιδιότητα όταν έπαυσε τις πληρωμές του.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 560 αρ.1), εκ της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που ήταν κατά τον αναιρεσείοντα εφαρμοστέα, ήτοι του ελέγχου από το δικαστήριο της ύπαρξης των αμφισβητούμενων απαιτήσεων, διότι, όπως ισχυρίζεται, αν και με την πρωτόδικη απόφαση είχε ορισθεί "να προσκομίσουν τα πιστωτικά ιδρύματα Αγροτική Τράπεζα, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα EUROBANK εντός τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της αποφάσεως (2/10/2014) τα προσδιοριστικά στοιχεία των απαιτήσεων τους και συγκεκριμένα τις δανειακές συμβάσεις, την κίνηση των λογαριασμών και τα ποσά που έκαστο εξ αυτών εισέπραξε από την πτωχευτική εκκαθάριση της εταιρείας με την επωνυμία "DROMOR YACHTS AE" και την εκποίηση των σκαφών ιδιοκτησίας των εταιρειών "ΝΑΥΤΙΚΑΛ ΑΝΕ" και "ΝΑΒΙΓΚΕΪΤΟΡ ΑΝΕ", εντούτοις, όπως προκύπτει από σχετική βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, η οποία προσκομίζεται, τα πιστωτικά ιδρύματα Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα EUROBANK ουδέν στοιχείο προσκόμισαν εντός της ως άνω ταχθείσας προθεσμίας.
Η με τον ανωτέρω λόγο της αίτησης αποδιδόμενη αιτίαση, ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μην λάβει υπόψη της ότι δεν προσκομίστηκαν από τις πιστώτριες τράπεζες τα αιτηθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στοιχεία και να μην ερευνήσει τις φερόμενες προς ρύθμιση οφειλές, τις οποίες ρητά αμφισβητούσε ο αιτών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση του αιτούντος, ήδη αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι είναι πρόσωπο που δεν δύναται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3689/2010, επειδή λόγω της πτωχευτικής του ικανότητας εμπίπτει στις αρνητικές προϋποθέσεις του νόμου και δεν ασχολήθηκε με τον έλεγχο της ύπαρξης ή μη των απαιτήσεων των μετεχουσών στη δίκη τραπεζικών εταιρειών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016 ένδικα μέσα).
Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10-6-2020 (αριθμ. κατάθ. 31734/39/10-6-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3663/2018 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις από 9-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 46/10-12-2021), από 9-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 47/10-12-2021) και από 12-12-2022 (αριθμ. κατάθ. 85/22-12-2022) αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.".
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ