Legislator Case Law & Legislation
1314/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision upholding consumer protection law application.

Case Number 1314/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant challenged the lower court's ruling that he was not a consumer under Greek law and that the creditor's debt was not inflated by his negligence. The court found the appeal inadmissible due to vague arguments and unsupported claims regarding omitted evidence, ultimately rejecting the appeal and ordering the appellant to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague or unsupported by evidence, and the appellate court's decision upholding the non-consumer status of the defendant is legally sound.

Keywords

AI generated
cassation appeal consumer protection law inadmissible appeal vague grounds court of appeal legal costs debt inflation

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 2251/1994
Articles 332, 862 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1314 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1314/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Θ., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σιμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γιώρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17472/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1515/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1515/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 17472/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ' ουσίαν δέχθηκε την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αρ.14 KΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 KΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, εκείνα που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1569/1985, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με την παρ, 2 του άρθρου 36 ν. 2496/1997 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, υπό τον τίτλο "Διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων", ορίζεται ότι: "Διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι.

Η τοποθέτηση εργασιών μεταξύ ασφαλιστικών επιχειρήσεων υποκαταστημάτων ή νόμιμων αντιπροσώπων αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων επιτρέπεται και δεν αποτελεί διαμεσολάβηση'', κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2170/1993 και στη συνέχεια από τις παρ, 23, 24, 25 και 26 του άρθρου 36 του ν. 2496/1997 υπό τον τίτλο "Ασφαλιστικοί σύμβουλοι", ορίζεται ότι: 1.

Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη. 2. Δεν αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού συμβατικός όρος, με τον οποίο περιορίζεται το δικαίωμα του ασφαλιστικού συμβούλου να συνάπτει σύμβαση και με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Το δικαίωμα αυτό ασκείται από τη συμβαλλόμενη ασφαλιστική επιχείρηση μόνο για τους κλάδους που ασκεί. 3. Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως. 4. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων. Στην περίπτωση αυτήν του καταβάλλει επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση. 5.

Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να εισάγεται ο θεσμός και οι όροι εργασίας του δόκιμου ασφαλιστικού συμβούλου, να εισάγονται πρότυπα βασικών όρων συμβάσεων συνεργασίας, να προβλέπονται δραστηριότητες των ασφαλιστικών συμβούλων που είναι ασυμβίβαστες με το επάγγελμά τους, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου".

Για την πληρότητα της αγωγής εταιρίας μεσιτείας ασφαλίσεως του άρθρου 15Α του ν. 1569/1985, κατά του ασφαλιστικού συμβούλου, με την οποία ζητείται η καταβολή εισπραχθέντων και μη αποδοθέντων από τον τελευταίο ασφαλίστρων, απαιτείται και αρκεί, κατ' άρθρο 216 §1 του Κ.Πολ.Δ., να εκτίθενται λεπτομερώς η σύμβαση, το ποσοστό της προμήθειάς του, τα ασφαλιστήρια έγγραφα κατ' αριθμό, αντικείμενο και συμφωνημένο ασφάλιστρο, που καταρτίστηκαν με τη μεσολάβησή του, τα εισπραχθέντα για κάθε ασφαλιστήριο έγγραφο ασφάλιστρα, καθώς και οι προμήθειες, οι οποίες αντιστοιχούν και τις οποίες δικαιούται ο ασφαλιστικός σύμβουλος, όπως και τα ποσά που τυχόν πληρώθηκαν από αυτόν.

Τέλος, από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία και απαραίτητα στοιχεία του σχετικού δικογράφου της αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, είναι α) η ζημία του παθόντος, β) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος και δ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνον σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π.533/2012).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ` ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από τον αριθμό 14 (και όχι 1 και 19) του αρθρ.559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της 17472/2014 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, ερήμην αυτού και του συνεναγομένου υιού του Θ.

Π., έγινε δεκτή η κατ` αυτών αγωγή της αναιρεσιβλήτου με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και του Θ. Π. σύμβαση έργου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή (ασφαλιστικού συμβούλου) και των τροποποιητικών αυτής συμβάσεων, κατά την κατάρτιση των οποίων αυτός (αναιρεσείων) συνεβλήθη ως εγγυητής, ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτήν του ποσού των 149.958,05 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μη αποδοθέντα από τον πρώτο ασφάλιστρα, για χρονικό διάστημα τριών ετών, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναλυτικής εξειδίκευσης των θεμελιωτικών των απαιτουμένων ασφαλίστρων πραγματικών περιστατικών (είδος εκάστης ασφαλιστικής συμβάσεως, χρονική διάρκεια αυτών, είδος ασφαλιστικής κάλυψης, η ασφαλιστική εταιρία, ποσοστό προμήθειας προσδιοριζόμενο από είδος ασφάλισης και ασφαλιστικής εταιρίας), με αποτέλεσμα να προκύπτει ασάφεια και αοριστία ως προς το υπόλοιπο που όφειλε ο πρωτοφειλέτης να αποδώσει.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 28-11-2012 αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτιμά, κατ` άρθρο 561 παρ.2 KΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, η ενάγουσα εξέθετε, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, τα εξής: Ότι, ως ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την μεσιτεία ασφαλίσεως, την 28-12-2009 συνήψε με τον Θ.

Παπαδημητρίου, (πρώτο εναγόμενο), σύμβαση έργου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, με αόριστη διάρκεια, σύμβαση προώθησης τραπεζικών προϊόντων, δεύτερη τροποποιητική σύμβαση έργου και τρίτη πρόσθετη συμφωνία στην παραπάνω σύμβαση. Ότι με βάση την σύμβαση αυτή ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση προβολής-πρότασης και προπαρασκευής ασφαλιστικών συμβάσεων και προώθησης στο κοινό των ασφαλιστικών υπηρεσιών των ασφαλιστικών εταιριών με τις οποίες συνεργαζόταν η ίδια.

Ότι συμφωνήθηκε να εισπράττει ο εναγόμενος τα οφειλόμενα ασφάλιστρα από τους πελάτες, που ο ίδιος θα υποδείκνυε, ευθυνόμενος γι' αυτά ως θεματοφύλακάς, και θα τα απέδιδε στην ενάγουσα στις συμφωνημένες ημερομηνίες, σε ποσοστό 30% με μετρητά και 70% με μεταχρονολογημένες δίμηνες επιταγές. Ότι για τις υπηρεσίες του αυτές ο πρώτος εναγόμενος θα ελάμβανε από την ενάγουσα προμήθεια υπολογιζόμενη σε ποσοστά επί των καθαρών ασφαλίστρων κατά τα οριζόμενα στην αγωγή.

Ότι ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσείων) συμβλήθηκε στις ως άνω συμβάσεις ως εγγυητής υπέρ του πρώτου εναγομένου, ενεχόμενος εις ολόκληρον με αυτόν ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Στην συνέχεια, μετά την αυτολεξεί παράθεση της σύμβασης έργου, η ενάγουσα, αφού παρέθεσε στην αγωγή της πίνακες των συμφωνημένων προμηθειών κατά κλάδο ασφάλισης και ασφαλιστική εταιρία και κατά τραπεζικό οργανισμό αντίστοιχα, οι οποίοι φέρουν τις υπογραφές των συμβαλλομένων και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων, ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος, για το χρονικό διάστημα των ετών 2009, 2010 και 2011, ενώ εισέπραττε τα προβλεπόμενα από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, ασφάλιστρα, απέδιδε στην ενάγουσα μόνο μέρος των ποσών αυτών και μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες ήταν ακάλυπτες με αποτέλεσμα να δημιουργήσει κατά το ως άνω χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, ανεξόφλητες οφειλές, τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε, εντός της προβλεπομένης από την σύμβαση προθεσμίας, ώστε να θεωρείται πλέον πως έχει αναγνωρίσει κατά την ρητή τους συμφωνία, τα κατάλοιπα των λογαριασμών που η ενάγουσα παραθέτει στην αγωγή.

Στην συνέχεια η ενάγουσα επισυνάπτει στην αγωγή τα μηχανογραφημένα αντίγραφα από τα ηλεκτρονικά τηρούμενα βιβλία της (μηνιαίες καταστάσεις, πινάκια, παραγωγής), τα οποία και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αγωγής, όπου αναγράφεται ο αριθμός εκάστου συμβολαίου, ο αριθμός του ανανεωτηρίου, το είδος, η ημερομηνία έναρξης και λήξης του συμβολαίου, το ονοματεπώνυμο εκάστου συμβαλλομένου-ασφαλισμένου, περίληψη του κινδύνου, ποσά των μικτών και καθαρών ασφαλίστρων, η αναλογούσα προμήθεια του πρώτου εναγομένου επί των καθαρών ασφαλίστρων και ο ανάλογος επί της προμήθειας παρακρατούμενος φόρος.

Ότι κατόπιν των μηνιαίων χρεωπιστώσεων από την είσπραξη των ασφαλίστρων, των καταβολών σε μετρητά, επιταγές και συμψηφιστικά, των αντιλογισμών λόγω μη πληρωμής επιταγών, όπως αναλυτικά περιλαμβάνονται όλα τα παραπάνω στην αγωγή, ο πρώτος εναγόμενος οφείλει τα ειδικότερα αναφερόμενα, για το επίδικο χρονικό διάστημα, ποσά και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 149.958,05 ευρώ, το οποίο όπως προεκτέθηκε δεν αμφισβήτησε.

Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα, επικουρικά και λόγω του αδικήματος, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μεταξύ τους, ο πρώτος ως πρωτοφειλέτης, ο δεύτερος ως εγγυητής, το συνολικό ποσό των 149.958,05 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Η αγωγή υπό το ως άνω ιστορικό της περιεχόμενο είναι πλήρης και ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωση της στοιχεία, που συγκροτούν τόσον την εκ συμβάσεως όσο και την εκ της αδικοπραξίας βάση της. Τούτο δε διότι παρατίθεται σ' αυτήν το περιεχόμενο της επιδίκου συμβάσεως έργου και περιγράφεται η λειτουργία της, από την οποία προέκυψε το αιτούμενο χρηματικό ποσό.

Αναφέρονται δε επί πλέον αναλυτικώς οι καταχωρούμενες στους λογαριασμούς του εναγομένου μηνιαίες κινήσεις και τα πινάκια ασφαλίστρων, ήτοι οι καταστάσεις ασφαλιστηρίων συμβολαίων ανά μήνα, με αύξοντα αριθμό ασφαλιστηρίου συμβολαίου στοιχεία ασφαλισμένου, διάρκεια καλύψεως, τα ποσά των μικτών ασφαλίστρων, η αφαίρεση της συμφωνηθείσης προμήθειας και τα αποδοτέα ασφάλιστρα και οι ακυρώσεις ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον εναγόμενο να αμυνθεί και στο Δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής αυτής και να τάξει τις προσήκουσες αποδείξεις.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση του ορισμένη και νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες βάσεις της, την αγωγή, δεχθέν ότι: " η αγωγή περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική της βάση και συγκεκριμένα α) σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από την ενάγουσα κατά των εναγομένων, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, αφού μνημονεύονται σε αυτήν η κατάρτιση της μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, σύμβασης παραγωγού ασφαλίσεων και οι ειδικότεροι όροι της, η παραγωγή του κατά τη διάρκεια της σύμβασης, οι αριθμοί των ασφαλιστηρίων, που εξέδωσε, τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων, τα εισπραχθέντα από κάθε ασφαλισμένο ποσά, η προμήθεια του πρωτοφειλέτη, εκ περισσού όπως στην συνέχεια εκτίθεται και τα ακυρωθέντα συμβόλαια, με ενσωμάτωση στην αγωγή μηνιαίων καταστάσεων, στις οποίες αποτυπώνονται όλα τα πιο πάνω στοιχεία και το εναπομένον αποδοτέο ποσό που συνιστά και την, δια της αγωγής απαίτηση της ενάγουσας εταιρίας κατά των εναγομένων, οι οποίες (καταστάσεις), συνιστούν τμήμα του περιεχομένου της.

Επομένως, είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο β' έφεσης του εγγυητή και μοναδικός λόγος της υπό στοιχείο α' έφεσης, του πρωτοφειλέτη, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι αόριστη επειδή δεν επεξηγούνται σ' αυτή αναλυτικά α) οι συντομογραφίες των παρατιθέμενων λογαριασμών, β) δεν αναγράφονται αναλυτικά οι ασφαλιστικές εταιρίες και οι επιμέρους καλύψεις που επέλεξε ο εκάστοτε ασφαλισμένος, ώστε να υπολογιστεί το κάθε επιμέρους ποσοστό προμήθειας, το οποίο έπρεπε να αφαιρεί η ενάγουσα από το αίτημά της, γ) για το χρονικό διάστημα από 28-12- 09 έως 31-12-09 και για το αιτούμενο ποσό των 2.137,20 ευρώ, δεν αναγράφονται στην αγωγή ονόματα ασφαλισμένων, η διάρκεια των ασφαλιστικών τους καλύψεων, τα εισπραχθέντα καθαρά και μικτά ασφάλιστρα, η προμήθεια του πρώτου εναγόμενου, αλλά μόνο αναφέρεται το ποσό που ο τελευταίος εισέπραξε και δεν απέδωσε, η προμήθεια που αφαιρέθηκε, ο παρακρατούμενος φόρος σε ποσοστό 20% και το ποσό των 221,72 ευρώ το οποίο εισέπραξε η ενάγουσα σε μετρητά και δ) δεν γίνεται λογικά αντιληπτό πως ενώ το αναλυτικό καθολικό που παρατίθεται στην αγωγή παρουσιάζει υπόλοιπο 90.967,09 ευρώ η τελική οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 149.958,05 ευρώ.

Συγκεκριμένα, ορθώς το νόμο εφαρμόζοντας, το πρωτόδικο δικαστήριο, δέχτηκε πως η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη χωρίς να απαιτείται να παρατίθενται όλα τα παραπάνω που εκθέτουν οι εκκαλούντες και συνοψίζονται σε μη αναλυτική παράθεση των προμηθειών του πρωτοφειλέτη, ούτε και όσα αναλυτικά και με εξαντλητικές λεπτομέρειες εκτίθενται στην αγωγή για το υπολογισμό της προμήθειας του πρωτοφειλέτη, την οποία η ενάγουσα όφειλε να του καταβάλλει.

Τούτο διότι, η επίδικη διαφορά, δεν αφορά το ύψος και τον τρόπο διαμόρφωσης των προμηθειών του πρώτου εναγομένου- ασφαλιστικού συμβούλου, αλλά την παράνομη και αντισυμβατική παρακράτηση εκ μέρους του των ασφαλίστρων που εισέπραξε, των οποίων ορίστηκε θεματοφύλακας και όφειλε ως τις 25 κάθε μήνα, όπως εκτίθεται στην αγωγή, να αποδίδει στην ενάγουσα, σε μετρητά και δίμηνες επιταγές, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες διακρίσεις.

Οι προμήθειες του εναγόμενου, οι οποίες αφορούσαν την συμφωνηθείσα αμοιβή του για την σύμβαση έργου που κατήρτισε με την ενάγουσα, θα καταβάλλονταν στον εναγόμενο από την ενάγουσα μετά την απόδοση των ασφαλίστρων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Δηλαδή, πρόκειται για αντίθετες αξιώσεις του εναγομένου-πρωτοφειλέτη σε βάρος της ενάγουσας, οι οποίες αποτελούν λόγο μερικής ή ολικής απαλλαγής του από την υποχρέωση απόδοσης των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και εκ του περισσού αναφέρονται στην αγωγή, αφού δεν αποτελούν κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενό της", και απορρίψαν ακολούθως τον σχετικό λόγο εφέσεως, κατά της ομοίως αποφανθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας και ο περί του αντιθέτου προαναφερθείς πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (ομοίως και ΟλομΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, 665/2008, ΑΠ 477/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 KΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του KΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 59/2020, 968/2018, 286/2016, 148/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ.

συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ.

κρίνει ότι χρειάζονται "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν, το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως "πράγματα", οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ` άρθρ.15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1864/2017). Εξάλλου, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, "Τo δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 255/2020, 96/2019, 213/2017, 237/2016).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, 10, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, ενώ με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του ισχυρίστηκε ότι η εναντίον του ασκηθείσα υπό της αναιρεσιβλήτου-ενάγουσας αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, υπό την θεμελίωση ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί στην από 28-12-2009 σύμβαση έργου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο όνομά του, με την ιδιότητα του εγγυητή υπέρ του υιού του Θ.

Π., δεν είναι δικές του, δεν έχουν τεθεί από τον ίδιο, ούτε από άλλον με την συναίνεση ή την έγκρισή του, αλλά από τον ως άνω υιό του, τον οποίο κατονόμασε ως πλαστογράφο, αιτούμενος τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, έκρινε, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, ότι η υπογραφή του είναι γνήσια, απορρίπτοντας και το σχετικό αίτημά του, και έτσι α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.ΑΚ, 1 και 2 του ν 2251/1994, 261, 368-370 και 460-464 ΚΠολΔ, β) παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γ) δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, ενώ, τέλος, δ) στερείται νομίμου βάσεως, εφόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του προαναφερθέντος ζητήματος, παρότι ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα :''... Περαιτέρω, ο εκκαλών, πατέρας του πρωτοφειλέτη και εγγυητής στην επίδικη σύμβαση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής υπέρ του γιού του στην σύμβαση και οι υπογραφές που του αποδίδονται στο έγγραφο αυτό δεν είναι δικές του.

Κατονομάζει δε ως πλαστογράφο τον γιό του Θ. Π., εναντίον του οποίου, αλλά και εναντίον των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας, την 22-12-2016, τρία έτη αφότου του επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή και επτά έτη από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για την πράξη της πλαστογραφίας, ενώ επικαλείται και όλα τα έγγραφα από τα οποία όπως υποστηρίζει, αποδεικνύεται η ένστασή του περί πλαστότητας της υπογραφής του, η οποία παραδεκτά προτείνεται και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 460-464 ΚΠολΔ, πρέπει όμως να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς να απαιτείται κατά την κρίση του δικαστηρίου, η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον για να γίνει αντιληπτό ότι η προσβαλλόμενη ως πλαστή υπογραφή του εκκαλούντος, ανήκει στον ίδιο, δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της υπογραφής του εκκαλούντος στην επί δίκη σύμβαση που προσκομίζεται στο πρωτότυπο από την εφεσίβλητη και όπου έχει τεθεί σε κάθε σελίδα της η υπογραφή του εκκαλούντος ως εγγυητή Α και σε αντιπαραβολή με τις υπογραφές του που έχει θέσει σε ανύποπτο χρόνο ο εκκαλών, στα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται, μεταξύ των οποίων, χωρίς να παραλείπονται τα υπόλοιπα, ενδεικτικά αναφέρονται, η από 19-9-2003 αίτηση του Λ.

Π. με την ιδιότητά του ως Διοικητή του Νοσοκομείου Διδυμοτείχου, όπου υπογράφει κάτω από την ένδειξη Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ, το απόσπασμα πρακτικών της 29-10-04 συνεδρίασης του Συμβουλίου Διοίκησης του ίδιου ως άνω Νοσοκομείου, στο τέλος του οποίου, κάτω από την ένδειξη Ο ΠΑΡΑΔΙΔΩΝ υπογράφει ο Π. Λ. με την ιδιότητα του απερχόμενου Διοικητή του Νοσοκομείου, οι υπογεγραμένες από τον ίδιο, δηλώσεις του φορολογίας εισοδήματος, των οικονομικών ετών 2001 και 2009, το φωτοαντίγραφο του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, το από 20-3-2002 πρωτόκολλο ορκωμοσίας του, ως διοικητή του Νοσοκομείου Διδυμοτείχου, όπου η υπογραφή του τίθεται κάτω από την ένδειξη Ο ΟΡΚΙΣΘΕΙΣ, χωρίς καμία αμφιβολία αποδεικνύεται ότι πρόκειται για την ίδια την υπογραφή του εκκαλούντος.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-εναγόμενος δέχθηκε να εγγυηθεί υπέρ του γιου του στην επίδικη σύμβαση έργου, επειδή στην πραγματικότητα συνεργαζόταν μαζί του στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων, δεδομένου ότι είχε δημιουργήσει, μετά την συνταξιοδότησή του από την ελληνική αστυνομία και την απασχόλησή του σε διάφορες άλλες δημόσιες θέσεις, υψηλής ευθύνης, ευρύτατο κύκλο κοινωνικών επαφών και γνωριμιών, από τον οποίο ο γιός του αντλούσε το, πράγματι, πολύ μεγάλο πελατολόγιό του.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε, η αστυνομική του ταυτότητα, η οποία τηλεομοιοτυπικά εστάλη στα γραφεία της ενάγουσας, καθό χρόνο καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση, βρισκόταν στον χώρο εργασίας του γιού του, ενώ επιπλέον για τον λόγο αυτό ο εναγόμενος-εκκαλών, διατηρούσε μπλοκ επιταγών, αν και συνταξιούχος και εξέδιδε σε διαταγή του γιού του επιταγές τις οποίες εκείνος με την σειρά του χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες άσκησης της επαγγελματικής του δραστηριότητες και ειδικότερα ως μέσο απόδοσης των ασφαλίστρων που εισέπραττε.

Στα πλαίσια αυτά, ο εναγόμενος εξέδωσε σε διαταγή του γιού του, πρωτοφειλέτη, τρεις τραπεζικές επιταγές της ΕΤΕ Α.Ε. και συγκεκριμένα τις υπ' αρ. ... με ημερομηνίες έκδοσης την 31-1-11, 26-2-11 και 30-6- 11 συνολικού ποσού 41.756 ευρώ, οι οποίες κατά την εμφάνιση τους δεν πληρώθηκαν, έφεραν δε την υπογραφή του, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι και σ' αυτές ο γιός του την έθεσε κατ' απομίμηση της δικής του, λαμβάνοντας υπόψη ότι πέραν των τριών αυτών επιταγών, εξέδωσε τις υπ' αρ. ..., συνολικού ποσού 78.076,50 ευρώ, σε διαταγή του γιού του, οι οποίες κατά την εμφάνισή τους πληρώθηκαν, χωρίς να δικαιολογείται πως γίνεται ένας απλός συνταξιούχος, και μάλιστα πρώην αστυνομικός, να διατηρεί μπλοκ επιταγών και να διακινεί τόσο μεγάλα ποσά, σα να επρόκειτο για επιχειρηματία.

Μάλιστα, ο εναγόμενος προς ενίσχυση του ισχυρισμού του αυτού, περί πλαστότητας της υπογραφής του, υποστηρίζει ότι δεν είναι λογικό ένας σώφρων άνθρωπος, όπως ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας, να δέχεται να υπογράψει ως εγγυητής ενός καταχρεωμένου πρωτοφειλέτη, όπως ήταν ο γιός του κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης συνεργασίας του με την ενάγουσα, αφού ήδη είχε κατασχεθεί η κατοικία του και σε βάρος του είχαν εκδοθεί προγράμματα πλειστηριασμού, είχαν εκδοθεί 37 διαταγές πληρωμής από ακάλυπτες επιταγές και απλήρωτες συναλλαγματικές, ήταν συνεπώς παντελώς αναξιόχρεος.

Πράγματι, ένας υποψήφιος εγγυητής που γνώριζε την οικονομική αυτή κατάσταση του πρωτοφειλέτη είναι πολύ πιθανό πως δεν θα δεχόταν να εγγυηθεί, πλήν όμως στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος, πέραν του γεγονότος ότι μετείχε ενεργά στην επιχείρηση του γιου του, βοηθώντας τον στην εξεύρεση πελατείας με τον ευρύ κοινωνικό του κύκλο, εγγυήθηκε υπέρ του γιού του, προκειμένου σε κάθε περίπτωση να προσφέρει την βοήθειά του, ώστε να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα και μέσω αυτής να μπορέσει να ανταποκριθεί στην τακτοποίηση των χρεών του, όπως άλλωστε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον πράττει κάθε γονέας για το παιδί του.

Η βοήθεια δεν αυτή και στήριξη που προσέφερε ο εναγόμενος στον γιό του ήταν γνωστή στην ενάγουσα, η οποία με την σειρά της υπολόγιζε στις κοινωνικές του γνωριμίες και στην φερεγγυότητά του, είχε δε κάθε λόγο να επιθυμεί να υπογράψει και ο ίδιος την σύμβαση συνεργασίας, ως εγγυητής, αφού και επιταγές δικής του έκδοσης ελάμβανε χάριν καταβολής, των ασφαλίστρων που όφειλε να της αποδώσει ο πρωτοφειλέτης, γιός του...''.

Υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου : 'Οσον αφορά τις αποδιδόμενες πλημμελειες: Α) ότι το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για τη διαπίστωση της πλαστότητος της αναφερόμενης συμβάσεως έργου, των πινάκων προμηθειών και κάθε άλλου εγγράφου, που φέρεται κατά την αγωγή να έχει υπογράψει ο αναιρεσείων, παρότι ο τελευταίος είχε υποβάλλει σχετικό αίτημα, δεν ιδρύουν κάποιον από τους αποδιδόμενους αναιρετικούς λόγους, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η σχετική κρίση για τη διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης, ανήκει στη διακριτική, και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικά, ευχέρεια του Εφετείου, με συνέπεια, το σχετικό αίτημα, αφενός μεν δεν συνιστά πράγμα, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚΠολΔ, για να στοιχειοθετήσουν τις εκ των διατάξεων αυτών προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφετέρου δε από την παραδεκτά επισκοπούμενη, αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι, για το ζήτημα της διαπίστωσης της αλήθειας του ισχυρισμού περί πλαστότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος επί της επίδικου συμβάσεως και των σχετικών εγγράφων, δεν χρειάζονταν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά τις αναφερόμενες επί μέρους πλημμέλειες, είναι απαράδεκτος. Β) σχετικά με την απόρριψη του αρνητικού της παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμού, ο ίδιος λόγος, 1) αναφορικά με τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενες πλημμέλειες, α) σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2251/1994, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προυποθέσεως, δοθέντος ότι το Εφετείο δε ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, οι οποίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν και εφαρμοστέες, β) σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 261, 368-370 και 460-464 ΚΠολΔ, οι οποίες είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου, είναι απαράδεκτος γιατί, οι επικαλούμενες πλημμέλειες θεμελιώνουν τους αντιστοίχους λόγους αναιρέσεως σε περίπτωση παράβασης από το δικαστήριο της ουσίας μόνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, 2) αναφορικά με τις από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απαράδεκτος, για το λόγο ότι ο ως άνω ισχυρισμός, ανεξαρτήτως του ότι προεβλήθη με λόγο εφέσεως, δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός και συνεπώς δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, 3) αναφορικά με την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδιδόμενη πλημμέλεια, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, δοθέντος ότι, σύμφωνα και με τα στη νομική σκέψη εκτεθέντα, δεν αναφέρεται για την πληρότητά του, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, αλλά αντιθέτως η σχετική αιτίαση εξαντλείται στη γενική αναφορά περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, 4) αναφορικά με την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι, το Εφετείο, δεχθέν, υπό τις ως άνω παραδοχές, ότι η υπογραφή του αναιρεσείοντος-εναγομένου επί της ως άνω συμβάσεως έργου με την ιδιότητά του ως εγγυητή, είναι γνήσια και έχει τεθεί από τον ίδιο, ο οποίος συνεργαζόταν με τον υιό του (πρώτο εναγόμενο) στην παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων, διαθέτοντας ευρύτατο κύκλο κοινωνικών επαφών και γνωριμιών, ως συνταξιούχος ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας και υψηλόβαθμο στέλεχος της δημόσιας διοίκησης και εκδίδοντας σωρεία επιταγών υψηλών χρηματικών ποσών, για την κάλυψη της συμβατικώς αναληφθείσης υποχρέωσης αυτού προς απόδοση στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα των υπ' αυτού εισπραχθέντων ασφαλίστρων και ως εκ τούτου ενομιμοποιείτο παθητικώς στην κατ' αυτού άσκηση της ένδικης αγωγής, ως φορέας της αντιστοίχου προς το δικαίωμα της ενάγουσας υποχρέωσης αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 847 επ.

ΑΚ. Κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί ο αυτός λόγος με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται με σαφήνεια, ως προς το παραπάνω ζήτημα, είναι απαράδεκτος.

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, 2120/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.

Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή η συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 191/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ:'' Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος''.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 197 ΑΚ:'' Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη''. Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 ΑΚ: "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, (όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν) αλλά και εκ του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. (ΑΠ 1380/2017, 2139/2013, 834/2011, 2095/2009).

Ειδικότερα, στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού, και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η προσβαλλόμενη, ως επιλήψιμη, συμπεριφορά και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου-"θύματος", για να κριθεί το αν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 403/2017, 432/2016, 764/2014, 900/2011).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 49/2021, 845/2019).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2021, 849/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αυτής, εξέθετε ότι κατά την κατάρτιση της μεταξύ αυτού και της αναιρεσιβλήτου συμβάσεως εγγυήσεως, η δεύτερη, γνωρίζοντας ότι σε βάρος του πρωτοφειλέτη ήδη στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

μέχρι την 21-3-2012 είχαν καταχωρηθεί 37 διαταγές πληρωμής, 9 προγράμματα πλειστηριασμού, 2 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, 53 ακάλυπτες επιταγές, 5 απλήρωτες συναλλαγματικές,1 καταγγελία συμβάσεως δανείου, 2 καταγγελίες συμβάσεων καρτών και 3 κλειστές χορηγήσεις καρτών και τέλος ότι την 14-10-2009 εκληστηριάστηκε το μοναδικό ακίνητο του πρωτοφειλέτη υιού του, εκμεταλλεύτηκε το πληροφοριακό αυτό πλεονέκτημα, δεν έθεσε τα στοιχεία αυτά υπόψη του και επέλεξε και επεδίωξε να εγγυηθεί ο ίδιος, όχι στα πλαίσια κατάρτισης παρεπόμενης σύμβασης, αλλά ως κύρια σύμβαση, αποβλέποντας να εισπράξει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και να αποκομίσει κέρδη από την περιουσία του, στην οποία και αποβλέπει, γνωρίζοντας ότι ο πρωτοφειλέτης υιός του Θ.

Π., ήταν αναξιόχρεος, στερούμενος περιουσιακών στοιχείων, ''εξ όσων και ο ίδιος γνωρίζει'', με συνέπεια η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως να είναι άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά τις διατάξεις των άρθρων 178, 197 και 281 ΑΚ. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, είναι μη νόμιμος, δοθέντος ότι η επιδίωξη εγγυητικής ευθύνης όχι ως ανάληψη κινδύνου αφερεγγυότητος του οφειλέτη, αλλά ως ανάληψη ευθύνης ιδίου χρέους δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της εγγυήσεως και από μόνη της δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, ώστε η σχετική δικαιοπραξία να είναι άκυρη για το λόγο αυτό, χωρίς την έκθεση περιστατικών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, όπως απόκρυψη της αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη, από τα οποία, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αυτής, την αιτία που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, να κριθεί εν συνόλω αν πληρούται η έννοια των χρηστών ηθών.

Τα δε εκτιθέμενα, ότι η αναιρεσίβλητη εκμεταλλεύτηκε το πληροφοριακό πλεονέκτημα περί της αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη, το οποίο και δεν έθεσε υπόψη του, προκειμένου να αποκομίσει κέρδη από την δική του περιουσία,'' μια και έχει διαπιστώσει ότι ο Θ. Π. (εξ όσων κι εγώ γνωρίζω) στερείται περιουσιακών στοιχείων'', δεν συνιστούν απόκρυψη της αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη, την οποία ήδη ο ίδιος γνώριζε.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον με τον προαναφερθέντα λόγο εφέσεως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, περί ακυρότητος της ενδίκου συμβάσεως εγγυήσεως, ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, ως μη νόμιμο, με τις ακόλουθες παραδοχές:''... Περαιτέρω, ο εναγόμενος με τον τέταρτο λόγο έφεσής του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα επιδίωξε να εγγυηθεί ο εναγόμενος, όχι στα πλαίσια κατάρτισης παρεπόμενης σύμβασης, αλλά ως κύρια σύμβαση, επιδιώκοντας να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά μόνο από αυτόν, αφού γνώριζε ό πρωτοφειλέτης ήταν αναξιόχρεος.

Ότι για τον λόγο αυτό η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη κατ' άρθρο 178 ΑΚ, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού μετατράπηκε σε χαριστική δικαιοπραξία. Ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση της εγγυητικής ευθύνης του εναγόμενου ως αντίθετης της σχετικής δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.

Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η επιδίωξη εγγυητικής ευθύνης όχι ως ανάληψη κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη, αλλά ως ανάληψη ιδίου χρέους δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της εγγύησης, ούτε βέβαια συνιστά δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη από μόνη της, χωρίς την έκθεση άλλων περιστατικών, όπως απόκρυψη της αφερεγγυότητας του πρωτοφειλέτη, με σκοπό την εξασφάλιση ενός ακόμη οφειλέτη.

Εξάλλου, αν προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής ότι δεν επρόκειτο για ευθύνη του εναγομένου από σύμβαση εγγύησης, αλλά από άλλη σύμβαση, ώστε να προστίθεται ακόμη ένας οφειλέτης, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζοντας το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά τούτο, νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής...'', δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 178, 197 και 281 ΑΚ, τις οποίες, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007: "4. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται:

α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του....''.

Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019,ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο αυτό προστατευτικό πεδίο εντάσσεται πλέον και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (Ολ. ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1138/2020, 368/2019, 788/2018, 1463/2017). Επομένως, καταναλωτής δεν θεωρείται ο ασφαλιστικός σύμβουλος -ασφαλιστικός διαμεσολαβητής (άρθρα 1 και 16 του ν. 1569/1985) ο οποίος, στα πλαίσια της μεταξύ αυτού και εταιρείας μεσιτείας ασφαλίσεων συναπτομένης συμβάσεως έργου, έναντι συμφωνηθείσης προμήθειας, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας, εισπράττοντας και αποδίδοντας, κατά τα συμφωνηθέντα, τα ασφάλιστρα, ως θεματοφύλακας, καθόσον αυτός δεν είναι ο τελικός αποδέκτης προϊόντος ή υπηρεσίας, που χρησιμοποιεί ο ίδιος, για την κάλυψη των ατομικών ή επαγγελματικών του αναγκών, και δεν τα διοχετεύει περαιτέρω σε τρίτο, αλλά είναι ενδιάμεσος, μεταξύ πελάτη και ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς καν να έχει δικαίωμα υπογραφής της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκπροσώπησης της εταιρείας μεσιτείας ασφαλίσεων.

Συνακόλουθα, αφού ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν είναι καταναλωτής, την ιδιότητα αυτή δεν έχει ούτε ο εγγυητής, που συμβάλλεται σε μια τέτοια σύμβαση έργου, αναλαμβάνοντας, απέναντι στην εταιρεία μεσιτείας ασφαλίσεων, την ευθύνη καταβολής των υπό του πρωτοφειλέτη μη αποδοθησόμενων ασφαλίστρων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ` άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων από το ευεργέτημα (ελευθερώσεως) που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση αυτού κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.

α` ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ. ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν.

Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 267/2021, 1137/2019, 1491/2018, 1296/2017, 1073/2015, 40/4015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ''.. Επιπλέον ο εναγόμενος με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του εκθέτει ότι η παραίτησή του από το άρθρο 861 ΑΚ έγινε χωρίς διαπραγμάτευση και γι' αυτό είναι άκυρη. Ειδικότερα, ότι η παραίτησή του από τα δικαιώματα των διατάξεων των άρθρων 850, 851, 853, 862 και 863 ΑΚ ανέτρεψαν τον παρεπόμενο χαρακτήρα της εγγύησης που προσέφερε και διατάραξε σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανάμεσα στον εναγόμενο και την ενάγουσα, κατ' εφαρμογή δε της γενικής ρήτρας του άρθρου 2 παρ. 6 και 2 παρ. 7 ιγ' και ιστ' του Ν. 2251/1994, ως ΓΟΣ δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ως εκ τούτου είναι καταχρηστικοί και άκυροι.

Ότι ιδίως άκυρη είναι η παραίτησή του από το δικαίωμα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, αφού η ενάγουσα από υπαιτιότητά της δεν επεδίωξε να ικανοποιηθεί από τον πρωτοφειλέτη όταν παρουσιάστηκαν προβλήματα στην συνεργασία της με αυτόν, επιτείνοντας το αναξιόχρεο του, με συνέπεια να διογκωθεί η οφειλή του με αντίστοιχη επιβάρυνση και της δικής του περιουσίας.

Ότι ενώ την 5-8-2010 χρεώθηκε το ποσό της οφειλής του γιού του με 23.317,28 ευρώ από ακάλυπτη επιταγή που έδωσε στην ενάγουσα, την 29- 9-10 το χρεωστικό του υπόλοιπο ανήλθε σε 53.000,27 ευρώ, στις αρχές Νοεμβρίου 2010 το χρεωστικό υπόλοιπο έφτασε τα 65.558,67 ευρώ, με επιστροφή ακάλυπτης επιταγής και την 31-1-11 επεστράφη και τρίτη ακάλυπτη επιταγή με αποτέλεσμα πλέον να οφείλει 93.066,55 ευρώ.

Ότι μετά ταύτα η ενάγουσα από βαριά της αμέλεια οδήγησε στην διόγκωση του χρέους, χωρίς να καταγγείλει την σύμβαση. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε η επίδικη σύμβαση έργου στην οποία εγγυήθηκε ο εναγόμενος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγειθείσα νομική σκέψη, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994, ώστε να εξεταστεί η καταχρηστικότητα των όρων της, με βάση αυτόν, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν είναι καταναλωτής, ή τελικός αποδέκτης προϊόντων που διαθέτει η ενάγουσα, αλλά εγγυήθηκε ότι ο πρωτοφειλέτης θα αποδώσει στην ενάγουσα τα ασφάλιστρα των οποίων ορίστηκε θεματοφύλακας.

Κατά τα λοιπά, κατά τις διατάξεις των άρθρων 862 σε συνδ. με 332 παρ. 1 ΑΚ η παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα ελευθέρωσης που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 862 είναι άκυρη, αν κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση του δανειστή, από βαριά του αμέλεια, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να επέρχεται απόσβεση της εγγύησης (βλ.

ΕρμΑΚ Μαργαρίτη, σελ. 762, άρθρο 862), πλήν όμως, όπως προεκτέθηκε, οι ακάλυπτες επιταγές που έλαβε η ενάγουσα από τον πρωτοφειλέτη και επικαλείται ο ενάγων ότι διόγκωσαν το χρέος, προκειμένου να αποσβεσθεί η δική του ευθύνη, ήταν από το δικό του μπλοκ επιταγών και τις είχε εκδώσει ο ίδιος. Επιπλέον, η επί τριετία μη απόδοση από τον πρωτοφειλέτη στην ενάγουσα μέρους των εισπραττόμενων από αυτών ασφαλίστρων, χωρίς από την πλευρά της να καταγγείλει την σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βαρύ της πταίσμα στην ικανοποίηση της απαίτησής της, δεδομένου ότι ο μηνιαίος κύκλος εργασιών του συνεργάτη της και πρωτοφειλέτη από την είσπραξη ασφαλίστρων, ανέρχονταν σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ, και το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που εισέπραττε ο τελευταίος, τα απέδιδε στην ενάγουσα, όπως αποδεικνύεται και από την κίνηση των πινακίων παραγωγής του.

Άλλωστε, επειδή ακριβώς συμφωνήθηκε και η περίπτωση να εισπράττει η ίδια η ενάγουσα τα ασφάλιστρα της πελατείας στην οποία διαμεσολάβησε ο πρωτοφειλέτης, πράγμα το οποίο πράττει από τον μήνα Ιανουάριο του 2011, είναι προφανές ότι δεν είναι προς το συμφέρον της η καταγγελία της επίδικης σύμβασης συνεργασίας με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή και πρωτοφειλέτη, γιο του εναγομένου...''.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, δεχόμενο το Εφετείο ότι, α) ο αναιρεσείων, συμβληθείς, ως εγγυητής, στην ως άνω, μεταξύ του υιού του-πρωτοφειλέτη και της αναιρεσίβλητης-δανείστριας, σύμβαση έργου και αναλαβών την ευθύνη καταβολής των μη υπ' αυτού αποδοθησόμενων στη δεύτερη ασφαλίστρων, τα οποία και κατείχε ως θεματοφύλακας, μη όντος αυτού καταναλωτή και τελικού αποδέκτη προϊόντων και υπηρεσιών, δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, υπό την έννοια του ν. 2251/1994 και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει της προστασίας αυτού, και β) δεν κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τον πρωτοφειλέτη, ούτε συνέβαλε στο αναξιόχρεο αυτού και τη διόγκωση της οφειλής του, από βαριά της αμέλεια, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσία την υπ' αυτού προβληθείσα με σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση ελευθερώσεώς του ως εγγυητή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 332, 862 ΑΚ καθώς και αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον σχετικό τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και κατά τις από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση 1) ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και 2) ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την εν συνόλω επισκόπηση αυτής, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που προέβαλλε με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του και τους απέρριψε, σχημάτισε δε την ως άνω κρίση του, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (σελ. 18, 19 και 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Ενώ, ο αυτός λόγος της αιτήσεως, είναι αόριστος, κατά την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια, καθόσον για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων αρκείται μόνο στην αναφορά ότι η προσβαλλομένη απόφαση επί των προαναφερθέντων ζητημάτων διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς να εκτίθεται, όπως για το ορισμένο αυτού απαιτείται, ποιές επί πλέον αιτιολογίες όφειλε το Εφετείο να διαλάβει στην απόφασή του.

Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 KΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 KΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-11-2017 αίτηση του Λ. Π. του Θ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1515/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ