Appeal against appeal dismissed for third defendant; appeal allowed for first two defendants regarding inadmissible appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject the appellant's appeal. The appellant argued the lower court wrongly dismissed their appeal, while the defendants contested this procedural ruling. The court held that the appeal was inadmissible against the third defendant but valid against the first two, who were co-appellants in the appeal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against parties who were both co-litigants and opposing parties in the appeal court proceedings, and against co-appellants only if the appealed decision contains a ruling adverse to them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1314/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Σ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μαρίνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ζ. του Α., κατοίκου …, 2) Χ. συζύγου Ι. Ζ., το γένος Σ. Α., κατοίκου … και 3) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, ενώ ο τρίτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κατερίνα Μαρίνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2010 και 8-06-2011 αγωγές των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6259/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4356/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556, 558 και 566 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι και επιπλέον αντίδικοι του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ως εκ τούτου, αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 939/2009).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ 465/2019).
Επομένως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αίτηση αναίρεσης του ενός από αυτούς δεν μπορεί να απευθύνεται κατά του ομοδίκου του, έστω και αν στην έφεση εμφανίζονται ως αντίδικοι, εκτός αν η απόφαση περιλαμβάνει δυσμενή διάταξη ή αιτιολογία κατ' αυτού και υπέρ του αναιρεσιβλήτου (ΑΠ 650/2019, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 157/2018).
Με την υπό κρίση από 20.7.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4356/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη αυτή απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις των δύο εναγομένων στην (παρακάτω αναφερόμενη) από 1.12.2010 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου εξ αυτών και της αναιρεσείουσας, ήτοι η από 31.12.2014 έφεση της αναιρεσείουσας και η από 27.12.2014 έφεση του τρίτου αναιρεσίβλητου, στρεφόμενες και οι δύο εφέσεις κατά της αυτής αποφάσεως και δη κατά της υπ' αριθ. 6259/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [το οποίο έκανε δεκτή, κατόπιν συνεκδικάσεως, την ως άνω από 1.12.2010 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου εξ αυτών και της αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας τους δύο τελευταίους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους το επιδικασθέν χρηματικό ποσό, και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8.6.2011 αγωγή του τρίτου των αναιρεσιβλήτων κατά των πρώτου και δεύτερης τούτων], ακολούθως, αναφορικά με τη πρώτη των συνεκδικασθεισών εφέσεων, ήτοι την από 31.12.2014 (αρ.
κατ. 8622/2014) έφεση της αναιρεσείουσας (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), στρεφόμενη μόνον κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω μη καταθέσεως του προβλεπόμενου για την άσκησή της παραβόλου, καταδικασθείσας της ήδη αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη των τελευταίων.
Η αίτηση αυτή αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραδεκτώς στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, έναντι των οποίων η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ηττήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, και, επομένως, είναι παραδεκτή κατά το μέρος αυτό και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Όμως, η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως απευθύνεται κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων (απλού ομοδίκου της αναιρεσείουσας στο πρωτόδικο δικαστήριο), αφού αυτός δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη (ήτοι την ανοιγείσα με την από 31.12.2014 έφεση της αναιρεσείουσας), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επί πλέον δε και λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει την αναιρεσείουσα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας ελλείψει σχετικού αιτήματος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση- παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 1496/2017). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το άρθρ. 45 του ν. 4446/2016), ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού (200) διακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα παραπάνω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 480/2020, 933/2019, 341/2015).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε κατατεθεί από αυτήν το αναγκαίο για την άσκηση της έφεσής της κατά της υπ' αριθ. 6259/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παράβολο 200 ευρώ και απέρριψε την έφεσή της ως απαράδεκτη.
Προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου και προκειμένου να διαγνωσθεί η αλήθεια της αποδιδόμενης με την αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένης αιτίασης, επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τα διαδικαστικά έγγραφα, εκείνα της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της έφεσης.
Στο πρώτο από τα έγγραφα αυτά, που είναι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (με την οποία, όπως αναφέρθηκε, συνεκδικάσθηκαν η από 31.12.2014 έφεση της αναιρεσείουσας και η από 27.12.2014 έφεση του τρίτου αναιρεσίβλητου), διαλαμβάνεται η διαπίστωση (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) ότι από το ακριβές αντίγραφο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που προσκομίσθηκε από τους (τότε) εφεσιβλήτους, ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσίβλητους (οι οποίοι και μόνο παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω εφέσεως), δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο της εφέσεως κατατέθηκε με την καταβολή του οικείου παραβόλου των διακοσίων (200) ευρώ και ότι, εφόσον η έφεση ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η έρευνα επί του παραδεκτού του ενδίκου μέσου προηγείται αυτής του ανυποστήρικτου, που συνεπάγεται την απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος κατ' ουσίαν και όχι για τυπικό λόγο.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη. Το δεύτερο από τα επισκοπούμενα έγγραφα, είναι το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα στην παρούσα δίκη σε ακριβές θεωρημένο αντίγραφο δικόγραφο της έφεσης, το οποίο κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων) από τον υπογράφοντα την έφεση πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Γεώργιο Γεωργακόπουλο, στις 31.12.2014, ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα Καλαβέσιου Ροδόπης, η οποία συνέταξε προς τούτο τη με αριθμό 8622/31.12.2014 έκθεση κατάθεσης δικογράφου έφεσης, που ενσωματώνεται στο κατατεθέν δικόγραφο της εν λόγω έφεσης και φέρει την υπογραφή της άνω Γραμματέα και του καταθέσαντος πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
Από το ίδιο αυτό επισκοπούμενο έγγραφο προκύπτει ότι κατά την αυτή ημέρα κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης προσκομίσθηκαν από τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και συνυποβλήθηκαν με την κατάθεση της έφεσης τα υπ' αριθ. …, … παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και υπ' αριθ. …, … παράβολα Δημοσίου, συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ, για την πιστοποίηση δε της καταβολής των παραβόλων αυτών, η άνω αρμόδια Γραμματέας συνέταξε την από 31.12.2014 πράξη "κατάθεσης παραβόλων", την οποία ενσωμάτωσε (μαζί με τα ανωτέρω παράβολα), στο πρωτότυπο του κατατεθέντος δικογράφου της έφεσης και χορήγησε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί σε φωτοτυπίες τα ανωτέρω παράβολα και η από 31.12.2014 πράξη κατάθεσης παραβόλων, προκειμένου, στη συνέχεια, να προσκομιστεί αυτό ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου για τον προσδιορισμό δικασίμου συζήτησης της έφεσης.
Έτσι, από το δεύτερο των επισκοπούμενων εγγράφων προκύπτει ότι κατά την άσκηση της πιο πάνω έφεσης της αναιρεσείουσας είχε κατατεθεί από την τελευταία το ως άνω απαιτούμενο παράβολο ενδίκου μέσου, ποσού διακοσίων (200) ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η από 31.12.2014 (αριθ. κατ. 8622/2014) έφεση της αναιρεσείουσας ασκήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού (στο σύνολο της πληττόμενης με την αναίρεση απόφασης), καθιστά, πλέον, αλυσιτελή την εξέταση των δεύτερου και τρίτου λόγων της αναίρεσης από τους αριθμούς 6 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν η από 31.12.2014 (με αριθμ. καταθ. 8622/2014) έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, και καταδικάστηκε, παράλληλα, η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των ιδίων αναιρεσιβλήτων. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιτίων για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 177, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.7.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Σ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ-ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4356/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4356/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί, όμως, από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ