Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal of lawyer's fee claim due to lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lawyer's fee claim. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the lawyer's inactivity and age-related service offer. The Court found the first instance judgment lacked necessary factual findings on these specific circumstances, violating the requirement for adequate reasoning under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(19) ΚΠολΔ: An appeal is admissible if a judgment lacks reasoning on facts crucial to the outcome; the court must examine whether the lower court omitted essential factual findings required by the applicable legal rule to reach its decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1314/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Τσουμάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Σ. χήρας Δ.-Σ.-Ν. Σ. 2) Δ. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευάγγελου Σπινέλλη.3) Ε. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και 4) Ί. Σ. του Δ.-Σ.-Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου, που κατέθεσε προτάσεις. Όλοι οι ανωτέρω συνεχίζουν τη δίκη, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, λόγω βίαιης διακοπής της, λόγω θανάτου την 23-9-2018, του αρχικώς αναιρεσίβλητου Δ.-Σ.-Ν. Σ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2012 αγωγή του αρχικώς αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 152/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1610/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση τον (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Κατά τη διάταξη του άρθρου281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 125/2011). Περαιτέρω, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας για να έχει επαρκείς αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ πρέπει να εξειδικεύει με την παραδοχή αντίστοιχων πραγματικών περιστατικών τον τρόπο, με τον οποίο ο ενάγων που αξιώνει μισθούς υπερημερίας απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να φροντίσει για ανεύρεση εργασίας, προσδιορίζοντας συγκεκριμένους εργοδότες, στους οποίους θα ήταν δυνατόν να εργασθεί, παρέχοντας όμοια ή ανάλογη εργασία, πράγμα που με την θέλησή του απέφυγε να πράξει αδικαιολόγητα και κακόβουλα, καθώς και τα ποσά τα οποία θα κέρδιζε από την εργασία αυτή.
Εν προκειμένω, κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 10.10.2017 η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε και κατατέθηκε στο ακροατήριο η από 17.9.2018 γραπτή δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του ενάγοντος που συνέβη την 23.9.2017, καθώς και δήλωση συνέχισης αυτής από τους νόμιμους κληρονόμους του (σύζυγο και τέκνα αυτού), όπως τούτο προκύπτει από την από 25.9.2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε η ληξίαρχος του Δήμου .... και το από 4.10.2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου .... Με την από 14.2.2018 δε κλήση των ως άνω νόμιμων κληρονόμων του ενάγοντος και δήλωση περί συνεχίσεως της παρούσης δίκης από αυτούς νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ορίσθηκε νέα ημερομηνία συζητήσεως αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (αρθρ. 286, 287, 290 Κ.Πολ.Δ).
Εν προκειμένω, ο ενάγων, συνταξιούχος δικηγόρος, με την από 7-3-2012 (αύξ. αριθμ. Καταθ. 63904/153/29-3-2012) κρινόμενη αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι την 1-3-1965 κατήρτισε με την τότε Ελληνική Εταιρεία Υδάτων σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του στην προαναφερομένη και η τελευταία να του καταβάλλει για τις υπηρεσίες του μηνιαία πάγια αντιμισθία και ότι στην έννομη θέση της άνω εταιρείας υπεισήλθε η εναγόμενη μετά την συγχώνευση στις 23.8.1980 της άνω εταιρείας και του Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης δυνάμει του ν. 1068/1980.
Ότι την 8.7.2005 η εναγομένη κατήγγειλε την άνω σύμβαση. Ότι με την υπ' αριθμ.70/2007 απόφαση του ως άνω πρωτόδικου Δικαστηρίου που επικυρώθηκε με την 3312/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 190/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε τελεσίδικα ότι η καταγγελία ήταν άκυρη. Ότι ακολούθως προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την 17.2.2011 έως και την 17.10.2011, οπότε και παραιτήθηκε, οι δε μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε 4.276,78 ευρώ.
Ότι η εναγόμενη του κατέβαλε μηνιαίως αποδοχές μειωμένες αδικαιολογήτως κατά τα ποσά των α) 169,71 ευρώ με βάση το ν. 3833/2010 και β) κατά το ποσό των 4020,93 ευρώ λόγω σύνταξης. Ότι η εναγομένη έπρεπε να του καταβάλλει κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των (4.476,78 ευρώ χ 8=) 37.974,24 ευρώ, όμως εκείνη του κατέβαλε 3.972,04 ευρώ και άρα του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 34.002,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε μηνός και μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 152/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ της εναγομένης και περαιτέρω δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλλει το ποσό των 34.002,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη εκάστου μηνός που κάθε επιμέρους κονδύλιο - αμοιβή έγινε απαιτητό.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 1610/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση αυτή κατ' ουσίαν. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα:
"Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα πρότεινε παραδεκτά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις από 1-4-2013 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, την οποία επαναφέρει νόμιμα στην παρούσα δίκη με το μοναδικό λόγο έφεσής της, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλέστηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ότι ο ενάγων από το έτος 1989 λάμβανε σύνταξη από το Δημόσιο ως ομότιμος καθηγητής Α.Ε.Ι. και μάλιστα ελάμβανε σύνταξη κατά πολύ υπέρτερη του λαμβανομένου από αυτήν μισθού του. Ότι το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την προηγηθείσα συμπεριφορά του, ιδίως σε σχέση με την ηλικία του και την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κατάσταση του της δημιούργησε την πεποίθηση και βεβαιότητα ότι θα αποχωρούσε οικειοθελώς της θέσεως που κατείχε στην Νομική Υπηρεσία της με την συμπλήρωση 40 ετών παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών σε αυτήν, πλην όμως δεν παραιτήθηκε αναγκάζοντας έτσι την ίδια να καταγγείλει την σύμβαση του για να ανανεώσει το προσωπικό της και να αυξήσει την απόδοση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Ότι της είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ως επιστήμων με ιδιαίτερο κύρος και ανάλογη αξιοπρέπεια δεν θα αξίωνε καμία μισθολογική παροχή μετά την καταγγελία της συμβάσεως του, αφού ο ίδιος που λάμβανε και σύνταξη καθηγητού Α.Ε.Ι θα είχε στο εξής ελεύθερο χρόνο να τον αξιοποιήσει ως δικηγόρος επωφελέστερα.
Ότι ο ενάγων προτίμησε να εισπράττει και την σύνταξη του Δημοσίου και τον μισθό του μαζί με τις λοιπές αποδοχές του παραμένοντας στη θέση του και μετά την συνταξιοδότηση του γεγονός που δεν συνάδει ούτε με τον νόμο ούτε με την αντικειμενική καλή πίστη ούτε με τα συναλλακτικά ήθη και έτσι προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εμμίσθου εντολής.
Ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως του και την αποδέσμευσή του από κάθε υποχρέωσή του έναντι της εξοικονόμησε και είχε διαθέσιμο όλο τον επαγγελματικό του χρόνο και την δυνατότητα να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου και να απασχοληθεί στο Δικηγορικό Γραφείο του με την ανάληψη και τον χειρισμό δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων τις οποίες υπό την πολυετή επαγγελματική εμπειρία του και ιδίως υπό την ιδιότητα του ως ομότιμου καθηγητή Νομικής Σχολής με ανάλογη φήμη ήταν πολύ εύκολο να προσελκύσει και να του αποφέρουν εισοδήματα πολλαπλάσια του μισθού που λάμβανε.
Ότι εντούτοις απέφυγε να κάνει κάτι τέτοιο εμμένοντας στην διεκδίκηση και μισθών υπερημερίας και κανονικών αποδοχών για το οκτάμηνο διάστημα κατά το οποίο καθυστερημένα από υπαιτιότητα του επέστρεψε στην υπηρεσία της μόνο και μόνο για να συνταξιοδοτηθεί εν συνεχεία και ως δικηγόρος. Ότι έτσι της προξενείται αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθής ζημία λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη πλήρωνε αντιμισθία στον αντικαταστάτη του εν γνώσει του ενάγοντος ότι και ο ίδιος δεν θα μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί λόγω γήρατος στις υποχρεώσεις του έναντι της.
Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον η εναγομένη δεν επικαλείται επιπρόσθετα ιδιαίτερα περιστατικά ότι με την έως τότε συμπεριφορά του ενάγοντος αυτός απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να ανεύρει άλλη εργασία και την υπέρτερη ωφέλεια που θα αποκόμιζε, ούτε άλλα ιδιαίτερα περιστατικά για τα οποία της δημιουργήθηκε και μάλιστα εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θ' ασκήσει το δικαίωμα του αυτό (ΑΠ 125/2011 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Επομένως η συμπεριφορά του ενάγοντος δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ....".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη, του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την ως άνω νομίμως προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης και αποτελούσα τον μοναδικό λόγο έφεσης κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο κατέληξε, στο ως άνω συμπέρασμα, ιδίως εν όψει της μη παραθέσεως όλων εκείνων των πραγματικών περιστατικών, που ετέθησαν υπ' όψιν της με τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης και κατέληξε τελικά στην κρίση ότι εν προκειμένω η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος με τις ένδικες αγωγές συνιστά νόμιμη ενάσκηση δικαιώματος, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Συγκεκριμένα από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσης δίκης και ιδίως την από 30.1.2014 έφεση της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 152/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την διατύπωση του δικανικού συλλογισμού του επί του ανωτέρω ζητήματος και συγκεκριμένα με την ελάσσονα πρόταση αυτού δεν έλαβε υπόψη του, αφού ουδόλως τους παραθέτει και συνεπώς δεν προβαίνει, σε αξιολόγηση και απόρριψη αυτών, ισχυρισμούς της εναγομένης σχετικά με την συμπεριφορά του ενάγοντος και παραλείψεις αυτού, οι οποίες προκάλεσαν την συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων ευρισκόμενες σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια και τις οποίες εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και αξιολογούσε ενδεχομένως να κατέληγε σε διαφορετική κρίση και αντίθετο συμπέρασμα.
Ειδικότερα, κατά τη διακρίβωση των πράξεων, όπως αυτές εκτίθενται στην νομίμως προταθείσα ένσταση, με τις οποίες ο δικαιούχος εν προκειμένω άσκησε το επίδικο δικαίωμα του, δεν εξετάσθηκε το γεγονός εάν ο ενάγων μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3312/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, η οποία τον συνέδεε με την εναγομένη, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου σ' αυτήν, εάν προσκλήθηκε από αυτόν να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και σε περίπτωση αρνήσεως της εάν την όχλησε με οποιονδήποτε τρόπο (εγγράφως κ.λ.π.) (άρθρα 350 επ.
ΑΚ). Τούτο δε ενόψει των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης ότι ουδέποτε ο ενάγων μετά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης και μέχρι την 17.2.2011 προέβη σε ενάσκηση των δικαιωμάτων του, όχλησε δε σχετικώς εγγράφως την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ολίγους μόνον μήνες προ της συνταξιοδοτήσεως του ως δικηγόρου σε ηλικία 80 ετών.
Επίσης, η προσβαλλόμενη δεν ερεύνησε καθόλου, παρότι προτάθηκε, γιατί ο ενάγων - αναιρεσίβλητος εμφάνισε συστηματικά αδρανή συμπεριφορά επί σημαντικό χρονικό διάστημα (σειρά ετών) σχετικά με την ενάσκηση των οικονομικών και λοιπών δικαιωμάτων του από την κατά τα άνω αναβίωση της σχέσης έμμισθης εντολής που τον συνέδεε με την εναγομένη, αν και ως ως δικηγόρος και διατελέσας καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου ..., από την οποία απεχώρησε λόγω συμπληρώσεως του συνταγματικώς οριζομένου ορίου ηλικίας το έτος 1998, συνταξιοδοτούμενος έκτοτε, γνώριζε πολύ καλά τα σχετικά δικαιώματά του ως προς την ενάσκηση των οικονομικών απαιτήσεων του έναντι της εναγομένης.
Και τούτο διότι ναι μεν μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί με συνέπεια η εναγομένη να προσλάβει άλλο δικηγόρο στην θέση του αδρανούντος ενάγοντος, στον οποίο άλλο δικηγόρο κατέβαλλε κανονικά όλες τις νόμιμες αποδοχές του.
Πλέον δε αυτών δεν εκτέθηκε ως περιστατικό ούτε αιτιολογήθηκε εάν όντως ο ενάγων μετά την 17.2.2011 προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου στην νομική υπηρεσία της εναγομένης (λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του), πράγμα το οποίο η εναγομένη εμμέσως αμφισβητεί δεχόμενη υποτυπώδη συνεργασία, εν όψει της μετά οκτάμηνο συνταξιοδοτήσεως του ως δικηγόρου σε ηλικία 80 ετών.
Πλην όμως εν προκειμένω έπρεπε να κριθεί η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος σε συνδυασμό με την συνδρομή επιπλέον, των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που διαμορφώθηκαν στην συγκεκριμένη περίπτωση και οι οποίοι ρητά περιγράφονται στην προταθείσα νομίμως ένσταση. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι βάσιμος. Ο λόγος δε με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή παρέμβαση χωρίς να εισέλθει στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, όπως εν προκειμένω.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 183, 191 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1610/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε την αναιρεθείσα απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία δαπάνη ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ