Legislator Case Law & Legislation
1314/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil liability ruling contradicting defendant's acquittal in criminal case.

Case Number 1314/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's civil liability ruling. The appellant argued that the lower court's finding of civil liability contradicted his criminal acquittal, violating the presumption of innocence under Article 6 of the ECHR and Article 14 of the ICCPR. The Court agreed that recognizing civil liability while the defendant was criminally acquitted created ambiguity regarding his innocence, constituting a violation of international human rights standards. Consequently, the appeal was granted, the civil liability ruling was quashed, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6 § 2 of the ECHR and 14 § 3 of the ICCPR; A civil court cannot recognize civil liability against a defendant who has been acquitted in criminal proceedings for the same act, as this violates the presumption of innocence.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal human rights violation remittal for retrial Article 6 ECHR Article 14 ICCPR

Cited Legislation

AI generated
Article 6 § 2 of the European Convention on Human Rights
Article 14 § 3 of the International Covenant on Civil and Political Rights
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1314 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1314/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και Ηλία Αρβανιτόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1720/2000 μη οριστική και 4140/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1835/2015 του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1835/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι και τους πρόσθετους λόγους που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 4140/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 9.9.1997 αγωγή του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως προς την αρχικά δεύτερη εναγόμενη και δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ.

κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. προσφυγής .../97 ). Το τελευταίο δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (βλ.

τις ως άνω αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. και ΑΠ 1364/2011, 302/2016). Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ. 2 αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ? αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ΕΔΔΑ, A.

κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. προσφυγής .../09, § 94). Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ΕΔΔΑ, Κ.

κατά Ελλάδος, απόφαση της 28-11-2011, αριθμ. προσφυγής ...07, § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές.

Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011).

Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του (ΕΔΔΑ, O. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ., αριθμ. προσφυγής .../2004). Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ? επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δικάζοντας επί της από 22.9.2010 έφεσης του αναιρεσείοντος και των από 5.9.2013 πρόσθετων λόγων έφεσης αυτού, καθώς και της από 27.7.2010 έφεσης του αναιρεσίβλητου, κατά της 4140/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε μετά από παραδοχή τους την πρωτόδικη αυτή απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει απορριφθεί η από 9.9.1997 αγωγή του αναιρεσίβλητου και δικάζοντας ακολούθως επί της άνω αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως προς τον αναιρεσείοντα ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι ιδρυτής του "..." και ιδιοκτήτης του ραδιοφωνικού σταθμού με το διακριτικό τίτλο "..." που εξέπεμπε, δυνάμει της ...85/8.12.1989 άδειας λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως, στη συχνότητα … ΜΗΖ, μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1993.

Με την ανωτέρω όμως άδεια είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα εκ παραδρομής η ίδια συχνότητα που ανήκε στο ραδιοφωνικό σταθμό "….". Ο ενάγων προέβη στις νόμιμες ενέργειες και διαμαρτυρίες για την επίλυση του εν λόγω θέματος, πλην όμως τούτο δεν επετεύχθη και έτσι αναγκάστηκε να αναζητήσει άλλη συχνότητα και τουλάχιστον από το Μάιο του 1993 χρησιμοποιούσε τη συχνότητα ….3 ΜΗΖ (βλ.

την 28187/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την 985/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών). Επιπλέον ο ραδιοφωνικός σταθμός του ενάγοντος είχε λάβει από τη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής (Διεύθυνση δασών) την …..5/3.10.1994 έγκριση εγκατάστασης κεραίας σε δημόσια δασική έκταση στη θέση "….." ….

καθώς και την 86841 από Σεπτεμβρίου 1994 έγκριση εγκατάστασης συστήματος ακτινοβολίας από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Οι εναγόμενοι ήταν ομόρρυθμοι εταίροι, κατά ποσοστό 49% ο πρώτος και κατά το υπόλοιπο 51% η δεύτερη, της εταιρείας με την επωνυμία "..." που έδρευε στο ..., η οποία ήταν ιδιοκτήτρια και κάτοχος της άδειας λειτουργίας του ραδιοφωνικού σταθμού με το διακριτικό τίτλο "...

FM", ο οποίος από τον Οκτώβριο του 1995 περίπου άρχισε να λειτουργεί με την ανωτέρω επωνυμία υπό τη διεύθυνση του πρώτου εναγομένου. Ο εν λόγω ραδιοφωνικός σταθμός εξέπεμπε στη συχνότητα των …. MHZ, δυνάμει της ...6/2.9.1994 προσωρινής άδειας πραγματοποίησης δοκιμαστικών εκπομπών του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, που είχε χορηγηθεί στην εταιρεία με την επωνυμία "...." και στο ραδιοφωνικό σταθμό αυτής με το διακριτικό τίτλο "...

MHZ", ο οποίος μετονομάστηκε από τον Οκτώβριο του 1995 σε "... FM" μετά την είσοδο των εναγομένων στην ανωτέρω εταιρεία, και λειτούργησε στη συχνότητα των …. MHZ μέχρι και το τέλος Ιουλίου 1996, που οι εναγόμενοι αγόρασαν την εταιρεία "...", με αποτέλεσμα ο "..." να εκπέμπει εν συνεχεία στη συχνότητα ... MHZ. Στο ραδιοφωνικό σταθμό των εναγομένων είχαν επίσης χορηγηθεί η ….5/5.10.1994 έγκριση εγκατάστασης κεραίας ραδιοφωνικού σταθμού ...

FM της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής για την εγκατάσταση κεραίας σε δημόσια δασική έκταση στη θέση "…" …, το από 11.10.1994 πρωτόκολλο οριοθετήσεως - παραδόσεως - παραλαβής και εγκατάστασης δημόσιας δασικής έκτασης και κατόπιν της ….25/20.10.1994 αιτήσεως του Ν. Π. (... FM) η από Μαΐου 1995 έγκριση εγκατάστασης δομικών κατασκευών σταθμών ραδιοεπικοινωνίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής.

Επειδή οι ανωτέρω ραδιοφωνικοί σταθμοί εξέπεμπαν σε γειτονικές συχνότητες, δημιουργήθηκε έριδα μεταξύ των διαδίκων σχετικά με παρεμβολές και με το ποιος είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη συχνότητα … MHZ, κατόπιν δε της από 6.9.1994 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της προαναφερόμενης εταιρείας "...." και της αντίθετης από 9.9.1994 αιτήσεως τού ενάγοντος, εκδόθηκε η 19236/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η πρώτη αίτηση, απορρίφθηκε η δεύτερη αίτηση και απαγορεύθηκε στον ενάγοντα η διενέργεια οποιασδήποτε εκπομπής ή παρεμβολής στη ραδιοφωνική συχνότητα … MHZ και πλησίον αυτής με απειλή χρηματικής ποινής 50.000 δρχ.

για κάθε παράβαση. Την απόφαση αυτή όμως δεν μπορούσαν να εκτελέσουν οι εναγόμενοι, όταν απέκτησαν την άδεια χρήσης της ανωτέρω συχνότητας, όπως ομολογούν με τις προτάσεις τους (σελ. 6 παρ. 23 αυτών), διότι είχε εκδοθεί ήδη ο ν. 2328/1995 (ΦΕΚ ΑΊ 59/3.8.1995) για το "Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, ρύθμιση θεμάτων της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις" και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών είχε λάβει την απόφαση, ενόψει της επικείμενης "Προκήρυξης για την έκδοση αδειών ραδιοφωνικών σταθμών Αττικής σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 2328/95", να μην εκτελεί τις αποφάσεις αυτές παρά μόνο με τη διαβίβαση εντολής προς τις Διοικητικές αρχές να πράξουν τα νόμιμα.

Από τον Οκτώβριο του 1995, που μόλις είχε αρχίσει να λειτουργεί ο "...", μέχρι το Μάιο του 1996, ο πρώτος εναγόμενος μέσω των υπαλλήλων του ραδιοσταθμού του Ν. Κ., υποδιευθυντή, και Κ. Κ., ηλεκτρονικού, απηύθυνε απειλές κατά της ζωής και της περιουσίας του ενάγοντος, λόγω του ανταγωνισμού που υπήρχε μεταξύ των δύο ραδιοφωνικών σταθμών εξ αιτίας της εγγύτητας της συχνότητάς τους και των παρεμβολών που δημιουργούντο από το λόγο αυτό.

Συγκεκριμένα οι ανωτέρω υπάλληλοι τηλεφωνούσαν κατ' επανάληψη στο τηλεφωνικό κέντρο του ραδιοσταθμού του ενάγοντος και απειλούσαν τον ίδιο και τους συνεργάτες του Χ. Λ., ηλεκτρονικό, Μ. Β. και Δ. Π., τηλεφωνητές και την Ε. Σ., υπεύθυνη προγράμματος, ότι αν δεν φύγουν από τη συχνότητα …. FM θα καταστραφούν, ότι θα κάψουν το σταθμό, ότι ο Κ.

διαθέτει μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ και ότι μπορεί να τους καταστρέψει ολοκληρωτικά το ραδιοσταθμό. Στις 10-5-1996 και περί ώρα 3η πρωινή και ομοίως την 30-5-1996 και περί ώρα 6Π πρωινή, οι ανωτέρω απειλές πραγματοποιήθηκαν, καθόσον άγνωστοι δράστες επιτέθηκαν απρόκλητα με βαριές, λοστούς και πριόνια στις εγκαταστάσεις του ραδιοσταθμού του ενάγοντος στον … και με πρόθεση κατέστρεψαν τα κατωτέρω κινητά πράγματα του εξοπλισμού του σταθμού του ενάγοντος, που είχαν κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής την κατωτέρω αναφερόμενη για καθένα εξ αυτών αξία.

Συγκεκριμένα στις 10.5.1996 κατέστρεψαν από το σύστημα εκπομπής: 1) έναν ενισχυτή RVR- VJ 15.000, αξίας 4.760.000 δρχ., 2) μία λυχνία τύπου 3CX 15.000 Α7 εφεδρική μετά εξαρτημάτων αξίας 2.277.000 δρχ., 3) έναν ενισχυτή οδηγό MIKROSET 800 W, αξίας 1.200.000 δρχ., 4) έναν ενισχυτή οδηγό RVR τύπου VJ 500, αξίας 1.020.000 δρχ., 5) μία βαθμίδα οδηγού RVR τύπου ΤΕΧ 20 NV, αξίας 340.000 δρχ., 6) ένα ζεύγος γεννητριών υψηλών συχνοτήτων τύπου LINK, αξίας 863.593 δρχ., 7) έναν ενισχυτή οδηγό ELENOS τύπου Τ 1800, αξίας 1.999.915 δρχ., 8) μία βαθμίδα οδηγού RVR τύπου ΤΕΧ 100, αξίας 401.000 δρχ., 9) ένα συμπιεστή - περιοριστή RVR τύπου COMBRESSOR, αξίας 295.000 δρχ., 10) έναν ηλεκτρικό πίνακα τριφασικό, αξίας 1.000.000 δρχ.

Επίσης κατέστρεψαν από το σύστημα κεραίας ένα τρισωλήνιο ιστό, μήκους 36 μέτρων, με στηρίγματα, βάσεις και αντικεραυνικά, μετά καλωδίου καθόδου μήκους 40 μέτρων, διατομής 1 + 5/8, οκτώ (8) κεραίες ΥΑΝΚΙΕ με οκτώ (8) καλώδια σύνδεσης 7/8 και κατανεμητή και έναν κατανεμητή κεραιών 1:8 τύπου 15/8X7/8, αξίας 10.000.000 δρχ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ιδίως του Χ.

Λ., ηλεκτρονικού, εγκαταστάτη ραδιοφωνικών ραδιοσταθμών, ο οποίος εργάσθηκε στο ... ως υπεύθυνος συντηρητής από τις αρχές του 1995 μέχρι το τέλος του 1996, σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα με επίκληση από τον ενάγοντα τιμολόγια. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν ζημίες στο κοντέϊνερ των εγκαταστάσεων και ειδικότερα ότι καταστράφηκαν η πόρτα ασφαλείας αυτού, οι τοίχοι και τα συστήματα εξαερισμού καθώς και δύο κλιματιστικά μηχανήματα τύπου 25.000 BTU, καθόσον η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, συνολικού ποσού 2.000.000 δρχ.

πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Στις 30.5.1996 άγνωστοι δράστες κατέστρεψαν το βοηθητικό σταθμό εκπομπής που είχε εγκαταστήσει εν τω μεταξύ ο ενάγων, προκειμένου να επαναλειτουργήσει ο σταθμός του μετά τις καταστροφές της 5ης Μαΐου, και συγκεκριμένα κατέστρεψαν το νέο ιστό του μονοσωλήνιου, ύψους 30 μέτρων, αξίας 1.345.200 δρχ.

και πέντε (5) κεραίες, αξίας 885.000 δρχ., όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα …9/25.5.1996 και ….2/25.5.1996 τιμολόγια πώλησης του Α. Γ. και της εταιρείας "...", αντιστοίχως. Δεν αποδείχθηκε άλλη ζημία κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και συνεπώς το αιτούμενο κονδύλιο των 590.000 δρχ. για καταστροφή της εγκατάστασης ιστού-κεραιών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Συνεπώς, η συνολική ζημία του ενάγοντος από τις ανωτέρω αιτίες ανήλθε στο ποσό των 26.386.708 δρχ. ήτοι 77.437,14 ευρώ. Την απόφαση στους άγνωστους δράστες να προξενήσουν τις ως άνω καταστροφές προκάλεσε με πρόθεση ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος με την ιδιότητα του ουσιαστικού διαχειριστή και διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού ..., παρείχε σε αυτούς τις εντολές να προβούν στις ανωτέρω άδικες πράξεις, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσει τις απειλές που, κατ' επανάληψη, είχε απευθύνει μέσω των συνεργατών του ότι θα καταστρέψει το ραδιοσταθμό του ενάγοντος, όπως προεκτέθηκε, προκειμένου να επιτύχει τη διακοπή λειτουργίας του σταθμού αυτού στη γειτονική συχνότητα των ….

MHZ και την εξουδετέρωση των παρεμβολών που προκαλούσε η εκπομπή του, οι οποίες επηρέαζαν δυσμενώς το σήμα και την ακουστικότητα του δικού του ραδιοφωνικού σταθμού. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Χ. Λ. και Μ. Β., ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που περιέχονται στην 748/2001 εισηγητική έκθεση, οι οποίοι κατέθεσαν συγκεκριμένα ότι είχαν γίνει οι ίδιοι προσωπικώς αποδέκτες, ο πρώτος ως ηλεκτρονικός και ο δεύτερος ως εργαζόμενος στο τηλεφωνικό κέντρο, των απειλών που εκτόξευαν κατά του ενάγοντος και του ραδιοφωνικού σταθμού του οι υπάλληλοι του ραδιοφωνικού σταθμού ..., επικαλούμενοι το όνομα του πρώτου εναγομένου και τη μέγιστη οικονομική και πολιτική ισχύ που διέθετε αυτός (βλ.

κατάθεση Χ. Λ. : "Γινόντουσαν τηλεφωνικές απειλές, απειλές κατά της ζωής των άλλων υπαλλήλων και του Π.. Οι απειλές ήταν κατά της ζωής, κτιρίων και εγκαταστάσεων του ραδιοφωνικού σταθμού. Από προσωπική εμπειρία το Μάιο του 1996 δεχόμουν πολλές απειλές και προσφορές χρηματικές. Μού δήλωσε ο Ν. Κ. ότι το αφεντικό του κ.

Κ. διαθέτει μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ και ότι μπορεί να μας καταστρέψει ολοκληρωτικά το ραδιοσταθμό. Ηθικοί αυτουργοί είναι οι ιδιοκτήτες του ραδιοσταθμού ... ... Ξέρω ότι έδωσαν την εντολή ο Κ. και η Μ." και κατάθεση Μ. Β. : "ο Κ. έλεγε με ήρεμο τρόπο στην αρχή "πέστε στον Π. να αλλάξει συχνότητα γιατί μας παρενοχλεί.

Αυτό γινόταν σχεδόν κάθε μέρα. Τον Απρίλιο του 1996 άρχισαν πλέον απειλητικά τηλεφωνήματα " πέστε στον κ. Π. να φύγει από το σταθμό γιατί θα τον κάψουμε τον σταθμό". Αυτά γίνονταν επί καθημερινής βάσεως και επίσης απειλούσαν και τη ζωή του κ. Π. ... ο κ Κ. μου ζητούσε να τον συνδέσω με τον υπεύθυνο του σταθμού ..., η οποία ήταν η κ.

Ε. Σ. και όπως μου έλεγε τις ίδιες απειλές τις έκανε και σε εκείνη, ότι δηλαδή θα καταστρέψουν το σταθμό και απειλές για τη ζωή του κ. Π. ... Οι απειλές ήταν μέχρι τις 9 Μαΐου 1996". Οι ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Σ. και Δ. Π. που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της ποινικής δίκης, και δεν αναιρούνται πειστικά από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Χ.

Κ. και Π. Κ., οι οποίες κρίνονται ως μη πειστικές, δεδομένου ότι αυτοί ανέφεραν αόριστα, μεταξύ άλλων, στην 748/2001 εισηγητική έκθεση, ότι "επικρατούσε μία κατάσταση στην οποία διάφορες ομάδες φύλαξης διεκδικούσαν από τους σταθμούς διάφορες σχέσεις εργασίας με σκοπό το κέρδος. Το γεγονός αυτό προκαλούσε τσακωμούς...είχαν συμβεί πολλά γεγονότα που αφορούσαν βανδαλισμούς και καταστροφές".

Συνεπώς, με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό τους περί υπάρξεως συμμοριών που μπορεί να προκάλεσαν τις καταστροφές στο σταθμό του ενάγοντος, πρέπει ο ως άνω ισχυρισμός τους να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων είχε διαφορές και με άλλους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι ιδιοκτήτες των οποίων θα μπορούσαν να έχουν εμπλακεί στις ανωτέρω ενέργειες εις βάρος του ραδιοσταθμού του, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους εναγομένους έγγραφα προκύπτει ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός του ενάγοντος δημιουργούσε παρεμβολές μόνο στη συχνότητα του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού ΕΡΑ2 της "ΕΡΤ ΑΕ".

Άλλωστε, οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του ενάγοντος κατέθεσαν κατηγορηματικά ότι αυτός δεν είχε δεχθεί απειλές από κανέναν άλλον. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, μετά την καταστροφή των εγκαταστάσεων του ραδιοσταθμού του ενάγοντος, υπέβαλαν στη ΔΕΗ τις ….5/13.6.1996 και ….0/21.6.1996 αιτήσεις περί διακοπής της ηλεκτροδοτήσεως του σταθμού του ενάγοντος, επί των οποίων εκδόθηκε η από 2-7-1996 εντολή της ΔΕΗ, με την οποία και διατάχθηκε η εντός 6 ημερών διακοπή ηλεκτροδότησης του ραδιοφωνικού σταθμού του ενάγοντος και περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου 1996 έδωσαν εντολή στο δικηγόρο τους να διαπραγματευθεί με τον ενάγοντα την έναντι ανταλλάγματος εγκατάλειψη της συχνότητας που χρησιμοποιούσε και τη μεταφορά του ραδιοσταθμού του σε άλλη συχνότητα, αποστέλλοντάς του για το λόγο αυτό το από 11.7.1996 σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, καταδεικνύει τη σταθερή απόφαση του πρώτου εναγομένου να θέσει οπωσδήποτε υπό τον έλεγχο του τη συχνότητα αυτή και ενισχύει επομένως το συμπέρασμα της εμπλοκής του ως ηθικού αυτουργού στις ανωτέρω παράνομες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος προκειμένου να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι όταν προέβη στις ανωτέρω νόμιμες ενέργειες δεν γνώριζε ότι ο σταθμός και οι εγκαταστάσεις του ενάγοντος είχαν υποστεί ζημιές είναι αναληθής, καθόσον αυτός (πρώτος εναγόμενος) ομολογεί και στο δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεώς του ότι η κατεστραμμένη κεραία του ραδιοσταθμού του ενάγοντος έπεσε προς την κατεύθυνση των εγκαταστάσεων του ...

και προκάλεσε μικροζημιές στις εγκαταστάσεις του δικού του σταθμού. Αφού δε ο πρώτος εναγόμενος δεν κατόρθωσε να επιτύχει με τις προαναφερόμενες ενέργειές του τη διακοπή εκπομπής του ραδιοφωνικού σταθμού του ενάγοντος από την εριζόμενη συχνότητα, προέβη από κοινού με τη δεύτερη εναγομένη στην αγορά, με το ….4/31.7.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Φ.

Φ. - Ψ. των εταιρικών μεριδίων της εταιρείας "...", η οποία είχε άδεια λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού στη συχνότητα ... MHZ, στην οποία έκτοτε μετακινήθηκε και εξέπεμπε ο .... Εξάλλου, πράγματι με την 107247/12.11.1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, οι εναγόμενοι καθώς και οι υπάλληλοι του ραδιοσταθμού τους Ν.

Κ. και Κ. Κ. κρίθηκαν αθώοι της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της κλοπής που αφορούν τις καταστροφές που επήλθαν στις εγκαταστάσεις του ραδιοφωνικού σταθμού του ενάγοντος στις 10.5.1996 και 30.5.1996. Η ανωτέρω απόφαση όμως του ποινικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι δεν παράγει οποιοδήποτε δεδικασμένο για την προκειμένη πολιτική δίκη και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, είναι παντελώς αναιτιολόγητη, καθόσον η ως άνω παραδοχή της ως προς τον πρώτο εναγόμενο είναι αντίθετη με τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους στην παρούσα πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ηθική αυτουργία της δεύτερης εναγομένης στις ανωτέρω πράξεις, καθόσον αυτή δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη στη διοίκηση και λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού ... και γνώση των υποθέσεών του, αλλά η συμμετοχή που είχε στην ιδιοκτήτρια αυτού ομόρρυθμη εταιρεία ήταν μόνο οικονομική-χρηματοδοτική.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη συμμετείχε στις ανωτέρω άδικες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή της εφέσεώς της. Κατόπιν όσων προαναφέρθηκαν, ο ενάγων υπέστη περιουσιακή ζημία 77.437,14 ευρώ λόγω της ανωτέρω καταστροφής των μηχανημάτων του ραδιοφωνικού σταθμού του την οποία υποχρεούται να αποκαταστήσει ο πρώτος εναγόμενος ως υπαίτιος της εις βάρος του ενάγοντος προαναφερόμενης αδικοπραξίας. ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων υπέστη ψυχική δοκιμασία και στενοχώρια λόγω της καταστροφής των εγκαταστάσεων (μηχανημάτων) του ραδιοσταθμού του και των απειλών κατά της ζωής και της περιουσίας του που προηγήθηκαν, και συνεπώς, αυτός δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, της οποίας το ύψος, αφού ληφθούν υπόψη το μέγεθος της προσβολής και οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα αυτή, ο βαθμός του πταίσματος του πρώτου εναγομένου (δόλος) κατά την τέλεση των ως άνω πράξεων καθώς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων..".

Επομένως, το Εφετείο, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο, ο αναιρεσείων με πρόθεση προκάλεσε σε άγνωστους δράστες την απόφαση να προξενήσουν τις αποδειχθείσες και αναφερόμενες στο σκεπτικό της καταστροφές στις εγκαταστάσεις του αναφερόμενου ραδιοφωνικού σταθμού, ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου, ήτοι καταστροφές κινητών πραγμάτων του εξοπλισμού του σταθμού και τμήματος της κεραίας, καθώς και το βοηθητικό σταθμό εκπομπής.

Ειδικότερα δε, ότι ο αναιρεσείων, έχοντας την ιδιότητα του ουσιαστικού διαχειριστή και διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού ..., παρείχε στους άγνωστους αυτούς δράστες τις εντολές να προβούν στις ως άνω άδικες πράξεις, επιδιώκοντας να πραγματοποιήσει τις απειλές που, κατ' επανάληψη, είχε απευθύνει μέσω των συνεργατών του ότι θα καταστρέψει το σταθμό του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να επιτύχει τη διακοπή λειτουργίας του σταθμού αυτού στη γειτονική συχνότητα των ….

ΜΗΖ και την εξουδετέρωση των παρεμβολών που προκαλούσε η εκπομπή του, οι οποίες επηρέαζαν δυσμενώς το σήμα και την ακουστικότητα του δικού του ραδιοφωνικού σταθμού. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, στήριξε ηθική αυτουργία του αναιρεσείοντος στην τέλεση από τους άγνωστους δράστες της αξιόποινης πράξης της φθοράς της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου και εντεύθεν υποχρέωσε αυτόν ως υπαίτιο της σε βάρος του αναιρεσίβλητου αδικοπραξίας, να αποκαταστήσει την προκληθείσα με την πράξη αυτή ζημία του και την ηθική βλάβη που υπέστη.

Όμως, από τις αιτιολογίες και το διατακτικό της 107247/22.11.1999 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων και παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος, εκτός των άλλων, και για το αποδιδόμενο σ? αυτόν έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, συγκροτούμενο κατά τα ουσιώδη σημεία του από τα πραγματικά περιστατικά τα συγκροτούντα και την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Έτσι όμως, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του ως άνω αναιρεσείοντος δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση του ανωτέρω ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει.

Ειδικότερα δε, με τον τρόπο αυτό, παρά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με την ποινική απόφαση ο αναιρεσείων αθωώθηκε, κατ' αποτέλεσμα, καταφάσκεται η ποινική ευθύνη του τελευταίου για το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκε. Το Εφετείο, συνεπώς, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και είναι αντίστοιχα βάσιμος ο δεύτερος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση αληθώς προβάλλεται ως σχετικός λόγος στην από 6-5-2016 αίτηση αναίρεσης, του αναιρεσείοντος επικαλούμενου την ανωτέρω αθωωτική απόφαση, αλλά και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενος υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου αναιρετικού λόγου.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου κατά την άσκηση της αίτησης (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1835/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ