1314/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1314/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου με τα άρθρα 1, 2 παρ., παρ. 1, 2, 6 και 7, 6, 7, 8 παρ., παρ.1, και 2α του Ν. 1396/1983: "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζεται ότι: Οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1314/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α’ Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιουλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 228/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με κατηγορούμενη την Μ. Κ. - Φ. του Ε., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πεγιάδη και πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Ζ. του Γ., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη.
Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.34/1-7-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 813/2016.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή εντός ενός μηνός από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επομένως, η ασκηθείσα την 1-7-2016 υπ’ αριθμ. 34/2016 αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 228/2015 τελεσιδίκου αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εξεδόθη παρούσης της κατηγορουμένης Μ. Κ. - Φ. του Ε. και κατεχωρήθη καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο την 1-6-2016, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και επομένως είναι παραδεκτή.
Κατά την διάταξη 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει, από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.
Όταν δε το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμελείας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Η πράξη δε ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό.
Εξάλλου με τα άρθρα 1, 2 παρ., παρ. 1, 2, 6 και 7, 6, 7, 8 παρ., παρ.1, και 2α του Ν. 1396/1983: "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" ορίζεται ότι: Οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων.
Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στα δημόσιο έργα. Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας.
Μελετητής: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει τη μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης Ο μελετητής έχει υποχρέωση να συντάσσει μελέτη μέτρων ασφαλείας σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, όταν προβλέπεται τέτοια υποχρέωση από τις διατάξεις που ισχύουν.
Υποχρεώσεις επιβλέποντος. Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχεις τις ακόλουθες: Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους.
Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημοσίας Επιχείρησης Ηλεκτρικού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρηση τους. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες.
Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στο κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.
Με το άρθρο δε άρθρο 37 παρ. 2 του ΠΔ. 1073/1981 "Εργασίες Αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού - Μέτρα Ασφαλείας: ορίζεται ότι "εάν σε δάπεδο εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο πρέπει να τοποθετείται εναλλακτικά κατά περίπτωση, δάπεδο εργασίας και ξύλινο κεκλιμένο επίπεδο, το οποίο να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση των εργαζομένων από ύψος μεγαλύτερο των τριών μέτρων ή δίχτυ ή άλλο υλικό ίδιας ελαστικότητας, το οποίο να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση από ύψος ανώτερο των έξι μέτρων".
Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκειμένου ειδικώς για αθωωτική απόφαση, εν όψει του τεκμηρίου της αθωότητος, που θεσπίζεται και από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, υπάρχει όταν:
α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα, ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχομένης αξιοποίνου πράξεως.
Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσεώς του το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά, επιλεκτικώς.
Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων.
Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής αποφάσεως μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο (εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας). Δεν συνιστούν όμως έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 709/2016).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στη προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 228/2015 απόφασή του, κήρυξε αθώα την κατηγορούμενη Μ. Κ.-Φ., της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο, που αποδιδόταν σ’ αυτήν και στον Ε. Σ. και συνίστατο, κατά πιστή μεταφορά, στο ότι:
στο Ηράκλειο σε νεοαναγειρόμενη οικοδομή επί της οδού ..., την 29η Ιουλίου 2008, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της απαιτούμενης από τις περιστάσεις και δυναμένης να καταβληθεί από αυτούς προσοχής, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παρακάτω παραλείψεις τους και επέφεραν έτσι το θάνατο σε άλλον αν και ήταν υπόχρεη κατά το νόμο, και λόγω του επαγγέλματος της, να αποτρέψει το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, ως επιβλέπουσα μηχανικός, και έχοντας ως εκ τούτου, την πηγάζουσα από τις διατάξεις του Ν. 1396/1983 και των Π.Δ. 305/1996 και 1073/1981, αλλά και από την ίδια τη φύση της εργασίας της, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει, όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας, ώστε να είναι πλήρως προστατευμένη η ζωή και η σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων στα οικοδομικά έργα και να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να δίνει σχετικές οδηγίες (άρθρ. 7 Ν. 1393/1983), από αμέλεια παρέβηκε της πιο πάνω υποχρεώσεις της και προκάλεσε έτσι το θανάσιμο τραυματισμό του Ζ.
Α. του Μ., ετών 53. Συγκεκριμένα, ο παραπάνω παθών, ο οποίος εργαζόταν ως τεχνίτης οικοδομής σκυροδέρματος περισσότερο από είκοσι πέντε έτη, ενώ την τελευταία πενταετία εργαζόταν στο συνεργείο του κατηγορουμένου Ε. Σ., στον παραπάνω τόπο και από τις πρωινές ώρες της 29-7-2008 εκτελούσε μαζί με τους συναδέλφους του M.
I. του J. και Κ. Κ. του Μ., εργασίες απομάκρυνσης του ξυλότυπου και καθαρισμού της ξυλείας της πλάκας του 1ου ορόφου, όπου είχε ήδη γίνει έγχυση και διαμόρφωση του μπετόν, όπως και προετοιμασίας για την τοποθέτηση των ξύλινων καλουπιών της πλάκας του 2ου ορόφου, που τους είχε αναθέσει ο κατηγορούμενος Ε. Σ..
Περί ώρα 13.40 ο παθών ενώ είχε τελειώσει την εργασία του και ασχολούνταν με την κατασκευή ξυλοτύπου οριζόντιου δοκαριού στον 2ο όροφο της οικοδομής, σε ύψος περίπου 9μ. από το έδαφος, ευρισκόμενος επάνω σε οριζόντιες ενωμένες σανίδες συνολικού πλάτους περίπου 35 εκ., που είχε ο ίδιος κατασκευάσει και τοποθετήσει στη θέση αυτή, προκειμένου να χρησιμεύσουν για το καλούπι του οριζοντίου δοκαριού, έπεσε στο κενό δεδομένου ότι δεν είχαν ληφθεί συλλογικά μέτρα προστασίας έναντι πτώσης από ύψος, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα, και επιπλέον, δεν χρησιμοποιούσε ατομικά μέσα προστασίας έναντι πτώσης.
Από την πτώση σε αυτή και την πρόσκρουση στο έδαφος υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες προήλθε ως μόνης ενεργούς αιτίας ο θάνατος του. Το βλαπτικό αυτό αποτέλεσμα προκλήθηκε από την αμελή συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποίοι συνίσταται στο ότι δεν έδωσε σχετική οδηγία, να ληφθούν συλλογικά μέτρα προστασίας έναντι πτώσης από το ύψος, ήτοι στερεού κιγκλιδώματος με επαρκές ύψος που να διαθέτει τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσα οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο ή εφόσον στο δάπεδο εργασίας δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο, να είχε τοποθετήσει δίχτυ ή άλλο υλικό ιδίας ελαστικότητας, το οποίο να εμπόδιζε την ελεύθερη πτώση, ανά ύψος ανώτερο των έξι μέτρων ή σε κάθε περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί ζώνη ασφαλείας ή άλλη μέθοδος, εργασίας με αγκύρωση εάν επρόκειτο για μικρής διάρκειας εργασίας (αρθρ. 12 παράτημα IV, μέρος Ε’ , τμήμα 11, παρ. 5, 1 και 2 Π.Δ. 305/1993 και άρθρ. 37 παρ. 2 Π.Δ. 1073/1981)".
Στην αιτιολογία της αθωωτικής για την κατηγορουμένη αυτή αυτής αποφάσεως αποφάσεώς του, δέχθηκε το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα, επί λέξει: "Από την ίδια παραπάνω αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε καταδικαστική κρίση για την κατηγορουμένη Μ.
Κ., αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνεται με οιουδήποτε είδους αμέλεια σε σχέση με τον θάνατο του Ζ. Α. αφού τόσο ο ιδιοκτήτης, όσο και ο εργολάβος πρώτος κατηγορούμενος δεν την ενημέρωσαν ότι επρόκειτο να τοποθετήσουν τον ξυλότυπο για την ανέγερση του δευτέρου ορόφου της οικοδομής με αποτέλεσμα αυτή, κατά την ημέρα κατασκευής του ξυλοτύπου να μην παρίσταται στο εργοτάξιο προκειμένου να ελέγξει αν είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας ώστε σε περίπτωση μη υπάρξεως αυτών να δώσει τις σχετικές οδηγίες για τη λήψη τους.".
Πλην όμως με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, καθόσον: α) δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν και θεμελιώνουν την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί της ανυπαρξίας των στοιχείων της, στοιχειοθετουμένης, κατά τα προεκτεθέντα, υποκειμενικής και της αντικειμενική υποστάσεως του αποδιδομένου στην κατηγορουμένη εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, μη αρκούσης εκείνης (παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι "δεν προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το δικαστήριο σε καταδικαστική κρίση για την κατηγορουμένη αυτή".
Και β) προκύπτει ασάφεια σε σχέση με την χρονική εκδήλωση των υποχρεώσεων της κατηγορουμένης ως επιβλέπουσας μηχανικού του έργου, για το λόγο ότι, ενώ η απόφαση δέχεται ότι η τελευταία (επιβλέπουσα μηχανικός) δεν ενημερώθηκε από τον ιδιοκτήτη και τον εργολάβο του έργου ότι επρόκειτο να τοποθετήσουν τον ξυλότυπο για την ανέγερση του δεύτερου ορόφου της οικοδομής, εντούτοις δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της, όπως θα έπρεπε, εάν είχε γίνει προηγουμένως διακοπή εργασιών στην συγκεκριμένη νεοαναγειρόμενη οικοδομή εκ συγκεκριμένου λόγου και κατ’ ειδικώς εκτιθέμενο τρόπο επελθόντος, ώστε να προκύπτει αντίστοιχη υποχρέωση των ανωτέρω προσώπων να ειδοποιήσουν την κατηγορουμένη ως επιβλέπουσα το έργο μηχανικό όταν θα επανεκκινούσαν τις εργασίες - και εκ τούτου να μην υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση της τελευταίας υπό την εν λόγω ιδιότητά της να επισκέπτεται το έργο και να επιβλέπει, εάν τηρούνται τα απαιτούμενα κατά τις ανωτέρω διατάξεις μέτρα ασφαλείας, τα οποία είχε την υποχρέωση να υποδείξει παρέχοντας τις κατάλληλες οδηγίες.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νομίμου βάσεως είναι βάσιμοι. Επομένως και παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την ανωτέρω κατηγορουμένη Μ.
Κ. - Φ. του Ε. και να παραπεμφθεί ως προς την κατηγορουμένη αυτή η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που έχει δικάσει την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 228/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ως προς την κατηγορουμένη Μ. Κ. - Φ. του Ε., κάτοικο ... Κρήτης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την ανωτέρω κατηγορουμένη για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ