Supreme Court dismisses appeal on divorce property claim, ruling facts insufficient to overturn lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding divorce property division. The appellant argued that a sworn affidavit should have been considered to overturn the lower court's finding of prescription on her claim. The court rejected this, stating the affidavit did not challenge the prescription finding and the lower court correctly applied the law to the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 11, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the lower court's reasoning is sound, the facts are insufficient to trigger the law, or the evidence presented does not contradict the established legal conclusions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1314/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Β. πρώην συζ. Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθίας Καλαντζή.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη - Μαρία Καχρημάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2956/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3858/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 25-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν του τρίτου λόγου αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011) Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 68, 73 και 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως εφέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση.
Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωτίστως, αν ο διάδικος που ασκεί την έφεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔ, καθόσον το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για παροχή έννομης προστασίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ., καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι, ο ενάγων, για την θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δυο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσον ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι’ αυτόν αφόρητη.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνον. Το ότι για την λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμμία περίπτωση, ούτε και στην δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές (ή αγωγή και ανταγωγή) διαζυγίου, για ισχυρισμό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δυο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπο του, δεν ασκεί καμμία δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού, από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε, κατ’ άρθρο 516 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είτε, κατ’ άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως (ΑΠ 1416/2013). Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αντιθέτων αγωγών διαζυγίου ή αγωγής και ανταγωγής, εφόσον και οι δύο γίνονται δεκτές, εκάστη εξ αυτών επιφέρει αυτοτελώς τη λύση που γάμου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1400 §§ 1, 2 και 1401 εδ. γ’ ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον Ν. 1329/1983, συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά την διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται, όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων.
Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από την στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (251 ΑΚ), δηλαδή από την συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφόσον όμως υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την λύση ή την ακύρωση αυτού (256 αρ 1, 1381, 1438 Α.Κ.).
Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής (257 Α.Κ.). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής αποφάσεως. Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται με την επίδοση της αγωγής, αλλά αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (261 Α.Κ.
και 221 παρ 1 ΚΠολΔ). Εφ’ όσον δηλαδή οι διάδικοι παραμείνουν αδρανείς, η διακοπείσα παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων περάσει ολόκληρος ο χρόνος, που απαιτείται για την παραγραφή της αξιώσεως και, ειδικώς για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, τα δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου.
Η πρωτοβάθμια απόφαση για την λύση του γάμου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, καθίσταται αμετάκλητη (1438 Α.Κ.,613 Κ.Πολ.Δ.): α) με την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα μετά την έκδοση αυτής (606 Κ.Πολ.Δ.), β) με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής των ενδίκων μέσων της εφέσεως, αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως, η οποία στην περίπτωση επιδόσεως της προσδιορίζεται από τις τριάντα (30) ημέρες της προθεσμίας της εφέσεως προκειμένου για διαδίκους που διαμένουν στην Ελλάδα (518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και την προθεσμία των έξι (6) μηνών της αναψηλαφήσεως, η οποία συντρέχει με εκείνη της αναιρέσεως (538, 539 παρ. 1 εδ. 1, 605 Κ.Πολ.Δ.) και, σε περίπτωση μη επιδόσεώς της, από την τριετή προθεσμία της εφέσεως (518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και την συντρέχουσα τριετή προθεσμία της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 545 παρ. 5 εδ. 1, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1502/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, κατά τον πολιτικό τύπο στις 24.06.1978 και κατά το θρησκευτικό τύπο στις 18.02.1979, απέκτησαν δε από το γάμο τους αυτό δύο τέκνα, το Γ. και την Ε., ηλικίας 32 και 28 ετών, αντίστοιχα. Κατά το έτος 2003 επήλθε διάσταση της έγγαμης συμβιώσεώς τους και τελικώς ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την υπ’ αριθμ. 4516/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, ο ήδη εναγόμενος άσκησε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου την από 7-6-2005 αγωγή του, με την οποία ζήτησε τη λύση του γάμου του με την εναγομένη, για το λόγο ότι οι μεταξύ τους σχέσεις είχαν κλονιστεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορούσε στο πρόσωπο της εναγομένης, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη γι’ αυτόν.
Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 21-1-2008, η τότε εναγομένη άσκησε με τις προτάσεις της ανταγωγή, με την οποία ζήτησε και αυτή τη λύση του γάμου της με τον τότε αντεναγόμενο σύζυγο της, καθόσον είχαν κλονιστεί οι μεταξύ τους σχέσεις τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορούσε τον τελευταίο, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσής τους να είναι αφόρητη γι’ αυτή.
Τόσο η αγωγή, όσο και η ανταγωγή έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ’ ουσίαν με την ως άνω υπ’ αριθμ. 4516/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την απόφαση αυτή απήγγειλε τη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων. Η απόφαση αυτή, με επιμέλεια του ενάγοντος - αντεναγομένου, επιδόθηκε στην εναγομένη -αντενάγουσα στις 8-9-2008...
Στη συνέχεια, κατά της ανωτέρω απόφασης η τότε εναγομένη - αντενάγουσα άσκησε την από 3-10-2008 έφεσή της, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, καθό μέρος με αυτή έγινε δεκτή η αγωγή του συζύγου της, πλην, όμως, η ως άνω έφεση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 2153/28-4-2009 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως ανυποστήρικτη.
Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα στην παρούσα δίκη Μ. Σ. άσκησε την υπό κρίση από 8-3-2011 αγωγή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο πρώην σύζυγο της στις 18-5-2011... Ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε η ένδικη αξίωση της ενάγουσας από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα έχει παραγραφεί, καθόσον η ως άνω αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου του με την ενάγουσα.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, ότι η ως άνω αγωγή ασκήθηκε εντός διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, γι’ αυτό και ο εναγόμενος παραπονείται κατ’ αυτής με τον πρώτο λόγο της έφεσής του. Πράγματι, με βάση τα ως άνω περιστατικά, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο διετίας από την αμετάκλητη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου.
Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμ. 4516/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απηγγέλθη η λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων, κατά παραδοχή τόσο της κύριας αγωγής του ήδη εναγομένου, όσο και της ανταγωγής της ήδη ενάγουσας, επιδόθηκε δε η εν λόγω απόφαση στην τότε εναγομένη - αντενάγουσα (και ήδη ενάγουσα) στις 8-9-2008.
Όμως, η τελευταία άσκησε έφεση και ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης μόνον καθό μέρος με αυτή έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη εναγομένου συζύγου της, ενώ, αντιθέτως, η δια απόφαση, καθό μέρος απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων κατά παραδοχή της δικής της ανταγωγής, δεν προσβλήθηκε με έφεση.
Σύμφωνα, όμως, με τη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που ασκούνται αντίθετες αγωγές διαζυγίου και, εφόσον και οι δύο γίνονται δεκτές, εκάστη εξ αυτών επιφέρει αυτοτελώς τη λύση του γάμου. Ενόψει αυτού, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετακλήτως, με βάση την ανταγωγή της ήδη ενάγουσας, στις 8-4-2009, δηλαδή μετά την πάροδο επτά (7) μηνών από την επίδοση προς την ήδη ενάγουσα αντιγράφου της απαγγείλασας την λύση του γάμου ως άνω αποφάσεως, η οποία επίδοση έλαβε χώρα, κατά τα προεκτεθέντα, στις 8-9-2008, και επομένως τότε, δηλαδή στις 8-4-2009, η πιο πάνω απόφαση, καθό μέρος με αυτή έγινε δεκτή η ανταγωγή της ήδη ενάγουσας, κατέστη αμετάκλητη, εφόσον δεν ασκήθηκε κατ’ αυτής ένδικο μέσο.
Επομένως, από της ανωτέρω ημερομηνίας λύσεως του γάμου των διαδίκων (8-4-2009), άρχισε η διετής παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα, η οποία συμπληρώθηκε στις 9-4-2011. Ωστόσο αυτή επέδωσε την υπό κρίση αγωγή στον εναγόμενο στις 18-5-2011, ήτοι μετά την πάροδο διετίας από την ως άνω αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, με συνέπεια η αξίωση της ενάγουσας, να έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή της διατάξεως του άρθρου 1401 εδ.
γ’ του ΑΚ. Επομένως, η ως άνω ένσταση παραγραφής που προέβαλε ο εναγόμενος είναι ουσιαστικά βάσιμη. Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε την ένσταση αυτή του εναγομένου ως μη νόμιμη...".Ακολούθως δε, το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της πρώτης κατά του δευτέρου περί συμμετοχής της στα αποκτηθέντα αποκτήματά κατά την διάρκεια του γάμου τους, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε κατ’ ουσίαν κατά παραδοχή ως βάσιμης της υπό του εναγομένου προβληθείσης ενστάσεως παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ήδη αναιρεσείουσας.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 1400 και 1401 εδ. τελευταίο Α.Κ., περιέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την παραγραφή της αξιώσεως της αναιρεσείουσας περί συμμετοχής της στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου πρώην συζύγου της. Ειδικότερα, ενόψει της αυτοτέλειας των δικών που ανοίχθηκαν με την άσκηση της αγωγής και της ανταγωγής, έστω και αν επιδόθηκε επ’ αυτών μία απόφαση, ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι με την παραδοχή της ανταγωγής της αναιρεσείουσας, επήλθε το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου των διαδίκων και ότι, εφόσον η έφεση που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα κατά της απαγγείλασας το διαζύγιο αποφάσεως έπληξε αυτήν, μόνον κατά το μέρος που αφορούσε την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, ο γάμος των διαδίκων λύθηκε αμετακλήτως με βάση την ανταγωγή της αναιρεσείουσας στις 8-4-2009, δηλαδή μετά την πάροδο επτά μηνών από την επίδοση σ’ αυτήν της περί διαζυγίου αποφάσεως, η οποία έγινε στις 8-9-2008.
Εξάλλου, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καμμία αντίφαση δεν υπάρχει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αναφορικά με την άσκηση εφέσεως από την αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως που έλυσε το γάμο των διαδίκων, εφόσον με σαφήνεια δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων κατά παραδοχή της ανταγωγής της αναιρεσείουσας, δεν προσβλήθηκε με έφεση, με έννομη συνέπεια, μετά την επίδοσή της και την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως, αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως, να καταστεί αμετάκλητη και να αφετηριάσει έτσι την διετή προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αξίωσης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθ. .../8-9-2011 ένορκη βεβαίωση της Ε. Τ., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της αναιρεσείουσας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Τουτουδάκη - Λάμπρου μετά από προηγούμενη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι προσκόμισε την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, επί λέξει: "...προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού μου περί της νομιμότητος της αγωγής μου και του δικαιώματός μου για συμμετοχή στα αποκτήματα και στήριξη της επίδικης αγωγής μου...". Με το εν λόγω όμως περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς, αφού εν όψει της ως άνω, ύστερα από σχετική ένσταση του αναιρεσίβλητου, σύννομης παραδοχής του Εφετείου περί παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσειούσης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσιβλήτου, εκείνη ουδόλως ισχυρίζεται, ότι το περιεχόμενο της ένορκης βεβαιώσεως κατατείνει στην ανατροπή της παραδοχής αυτής. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2014 αίτηση της Μ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3858/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ