Legislator Case Law & Legislation
1314/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public road status ruling due to lack of evidence proving public dedication.

Case Number 1314/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by private parties against a lower court's rejection of their claim to establish a public road. The appellants argued that a specific land strip had become a public thoroughfare through long-term use, but the court found their arguments insufficient. The court ruled that the appellants failed to prove the necessary legal conditions for public dedication, specifically the owner's intent and the strip's inclusion in the urban plan, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code; Article 28 of Law 1337/1983: A private road becomes public only if the owner explicitly or implicitly consents to the public use and the strip is designated in the approved urban plan.

Keywords

AI generated
public road status public dedication urban planning law private property rights appeal dismissal burden of proof civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 28 of Law 1337/1983
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1314 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1314/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυ-ομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ... και 6. Ν.Π.Δ.Δ ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", που εδρεύει στο δ.δ. ... του ομώνυμου Δήμου Νομού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, στον οποίο παραστάθηκε στο ακροατήριο ο Δήμαρχος ... ... και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ιωάννη Θεοδοσίου, 7. ..., 8. ..., 9. ... και 10. ..., ως κληρονόμων (των τελευταίων τεσσάρων) του αποβιώσαντος .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου.

Του αναιρεσίβλητου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 23-1-2006 αγωγή, β) με την από 6-2-2006 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων και γ) με την από 22-3-2006 πρόσθετη παρέμβαση του ν.π.δ.δ. "Δήμου ...", που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνος Πελοποννήσου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-5-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 παρ. 1 και 2 και 292 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων, 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντα διαδίκου.

Ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση, και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδικος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα της αποποίησης.

Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντα (προσκαλούντα), ο κληρονόμος του αρχικού διαδίκου του, έχει ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι' αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως λ.χ.

με την κλήση προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της υπό κρίση ασκήσεως αναιρέσεως και, ειδικότερα, στις 12-12-2008 επήλθε ο θάνατος του πέμπτου αναιρεσείοντος, ... (βλ. την με αριθ. 57/Γ'/2008 ληξιαρχική πράξη του ληξιάρχου του Δήμου ...). Ο αναιρεσίβλητος ..., μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομίας, με την από 9-11-2009 κλήση του προς τους, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος, ήτοι τη σύζυγό του ...

και τα τέκνα του ..., ... και ..., καθώς και προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, προσκάλεσε αυτούς σε αναγκαστική επανάληψη της δίκης, η οποία, ενόψει του ότι οι ανωτέρω δεν αντιλέγουν, συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εισ.Ν.Α.Κ. προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από το βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά), ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που, έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται, με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον συντρέχουν οι εκεί τασσόμενες προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, εφόσον: (α) οι χώροι αυτοί προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι και (β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση, που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχήν του ιδιοκτήτη.

Επομένως, για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διαθέσεως του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήριο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτό λόγος αναίρεσης, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την κρινόμενη αγωγή τους, ότι είναι δημότες του Δ.Δ. ... του ομώνυμου Δήμου και στη συνοικία του οποίου με την ονομασία "..." διέρχεται ανώνυμος δημοτικός δρόμος πλάτους 1,5 μ. ο οποίος έχει προσλάβει Κοινόχρηστο χαρακτήρα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, καθ' όσον εχρησι-μοποιείτο από τους κατοίκους του ως άνω Δήμου, τουλάχιστον επί 150 και πλέον έτη σύμφωνα με τον προορισμό του.

Ότι ο εναγόμενος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου έκτασης 400 τ.μ., το οποίο στη νότια πλευρά του και σε μήκος 31,70 μ. συνορεύει με τον παραπάνω δημοτικό δρόμο, ο οποίος (δρόμος) από το έτος 1987 διαπλατύνθηκε μετά από παραχώρηση ιδιοκτησίας της τέταρτης ενάγουσας και διαμορφώθηκε το πλάτος του στα 3μ.

Ότι ο εναγόμενος το έτος 2000 κατέλαβε παράνομα εδαφική λωρίδα του δημοτικού αυτού δρόμου σε πλάτος 2,50 μ. και μήκος 31,70 μ. με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις αποκλείοντας από την χρήση της τους ενάγοντες και προσβάλλοντας μ' αυτές τις ενέργειές του το απορρέον από την προσωπικότητα τους δικαίωμα για ελεύθερη χρήση του κοινόχρηστου αυτού πράγματος.

Ενόψει των παραπάνω ζητούσαν να αναγνωριστεί η ως άνω εδαφική λωρίδα σαν κοινόχρηστος δημοτικός δρόμος και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους την αποδώσει κάτι να τεθεί αυτή στην ελεύθερη κοινή, χρήση, να αναγνωριστεί το δικαίωμά τους να χρησιμοποιούν τον κοινόχρηστο αυτό δημοτικό δρόμο, προκειμένου να μεταβαίνουν πεζοί, με έμφορτα ζώα ή μη και με τροχοφόρα οχήματα, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει από το καταληφθέν εδαφικό τμήμα του κοινόχρηστου δημοτικού δρόμου τις κεραμικές πλάκες πλακόστρωσης που έχει τοποθετήσει και να απαγορευθεί σ' αυτόν να σταθμεύει το αυτοκίνητο του ώστε να τεθεί αυτό στην ελεύθερη κοινή χρήση, διαφορετικά να επιτραπεί αυτό στους εναγόντες με δαπάνες του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, εν όψει του ότι οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, που κατέλαβε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος έχει προσλάβει κοινόχρηστο χαρακτήρα.

Ειδικότερα, δεν εκθέτουν ότι η τέταρτη ενάγουσα, ... ή ο δικαιοπάροχός της, κατέλειπαν τμήμα της ιδιοκτησίας τους στο Δήμο ..., με δικαιοπραξία εκποιητική και τυπική, που γίνεται με μονομερή δήλωση του κυρίου, ενώπιον συμβολαιογράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή, αφού τείνει στην κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου.

Επίσης και αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, δεν εκθέτουν ότι συντρέχουν αθροιστικά οι απαιτούμενες από το άρθρο αυτό προϋποθέσεις, προκειμένου να καταστεί ένας ιδιωτικός δρόμος κοινόχρηστος, ήτοι: α) η εδαφική αυτή λωρίδα που παραχωρείται να προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστη και β) η κοινοχρησία να είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του) ή να προκύπτει από πραγματική κατάσταση, που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχήν του ιδιοκτήτη.

Έτσι, όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2008 αίτηση των ... κλπ, για αναίρεση της 143/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ