Supreme Court quites appeal court ruling for procedural error regarding unclear partial dismissal of claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision to rule on the merits of the case. The appellants argued that the lower court erred by failing to declare the claims inadmissible due to a lack of clarity regarding which specific claims were dismissed versus recognized. The court held that without precise identification of the disputed amounts and specific claims, the appellate judgment was procedurally flawed under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216, 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: A judgment is void if it rules on the merits without first clarifying whether specific claims are to be dismissed or recognized, as this prevents the court from determining the legal basis for the remaining claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1314/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ιταλικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BONO ENERGIA S.p.A" (ΜΠΟΝΟ ΕΝΕΡΤΖΙΑ Σ.π.Α") που εδρεύει στο Μιλάνο της Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα 2. ... 3.... 4.... 5.... 6.... 7. ...., απάντων κατοίκων Μιλάνο Ιταλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπούκαλο.
Των αναιρεσιβλήτων:.1.... 2..... 3...., κατοίκων ... 4...., ενεργούσας για τον εαυτό της ατομικά και ως κληρονόμου του ... και της ... 5. ... α) ως κληρονόμου του ... και της ... β) ως κληρονόμου του ... και γ) ως κληρονόμου της ... 6...., κατοίκου ..., α) ως κληρονόμου του ... και της ... β) ως κληρονόμου του ... και γ) ως κληρονόμου της ... 7. ..., κατοίκου ..., α) ως κληρονόμος (αδελφός) του ... και β) ως κληρονόμου του ... και γ) ως κληρονόμου της ..., άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ταγκατάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6 Δεκεμβρίου 2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 348/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Μαΐου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 22.5.2007 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 348/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.-Μετά τους κατά την 12.4.2006 και 28.7.2008 αντίστοιχα επισυμβάντες θανάτους των αρχικά δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων της δεύτερης ομάδας (με στοιχεία του αναιρετηρίου Β.2 και Β.3 .... και ...., παραδεκτά συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των λοιπών διαδίκων, δηλαδή των αναιρεσειόντων αφ' ενός και αφ' ετέρου των λοιπών αναιρεσιβλήτων της ίδιας δεύτερης ομάδας ..., ..., ... και ..., μετά την από τους τρεις τελευταίους σχετική νομότυπη δήλωσή τους για συνέχιση της δίκης κατά τα άρθρα 287, 288 και 290 του Κ.Πολ.Δ.
ΙΙ.-Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ορισμένο σαφές αίτημα. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη.
Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.
Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 30/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι τρεις αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες της από 6-3-2002, (με αριθμ. κατ. 46/11-3-2002) αγωγής ζήτησαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι να καταβάλλουν ο καθένας σε ολόκληρο: 1) σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες-γονείς του θανατωθέντος το ποσό των 219.970 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθώς και το ποσό των 18.000 Ευρώ, εφάπαξ ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής, για δέκα έτη από την άσκηση της αγωγής, ήτοι συνολικά, το ποσό των 237.970 Ευρώ στον καθένα και 2) στον τρίτο ενάγοντα-αδελφό του θανατωθέντος το ποσό των 149.970 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Επίσης οι έξι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες της από 6-12-2002, (με αριθμ. κατ. 136/6-12-2002) αγωγής, ζήτησαν να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσείουσα-εναγόμενη να καταβάλλει: α) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης 1) στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο του θανατωθέντος, το ποσό των 88.000 Ευρώ, 2) στα ανήλικα τέκνα του θανόντος, ...και ..., που νόμιμα εκπροσωπούνται στην παρούσα δίκη από την ασκούσα τη γονική μέριμνα πρώτη ενάγουσα μητέρας τους, το ποσό των 88.000 Ευρώ, στο καθένα 3) στον δεύτερο και τρίτη των εναγόντων γονέων του θανόντος, το ποσό των 44.000 Ευρώ, στον καθένα και 4) στον τέταρτο των εναγόντων αδελφό του θανόντος, το ποσό των 44.000 Ευρώ και β) ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής, στα ανήλικα ...
και ... όπως αυτά εκπροσωπούνται νόμιμα από τη μητέρα τους, εφάπαξ, το ποσό των 21.600 Ευρώ και των 24.000 Ευρώ αντίστοιχα. Στη συνέχεια οι ενάγοντες και των δύο συνεκδικαζόμενων αγωγών με τις από 21-5-2003 νομοτύπως κατατιθέμενες προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση των αγωγών αυτών στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περιόρισαν μερικώς το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα τους, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, και συγκεκριμένα, οι ενάγοντες της από 6-3-2002 αγωγής, από το συνολικό αιτούμενο ποσό των 625.910 Ευρώ (237.970+237.970+149.970) μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό το ποσό των 425.910 Ευρώ και ζήτησαν την καταψήφιση του υπολοίπου των 200.000 Ευρώ, και οι ενάγοντες της από 6-12-2002 αγωγής, από το συνολικό αιτούμενο ποσό των 441.600 Ευρώ, (88.000 + 88.000 + 21.600 + 88.000 + 24.000 + 44.000 + 44.000 + 44.000), μετέτρεψαν σε αναγνωριστικό το ποσό των 241.600 Ευρώ και ζήτησαν την καταψήφιση του υπολοίπου των 200.000 Ευρώ.
Όμως οι ενάγοντες και των δύο αγωγών, δεν προσδιόρισαν στις προτάσεις τους, ούτε και με σχετική δήλωση τους στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση των ενδίκων αγωγών, καταχωριζόμενη στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια και ποιους από τους πλείονες ενάγοντες της καθεμιάς αγωγής αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό.
Το αίτημα αυτό κάθε μιας αγωγής με το οποίο, μετά τον πιο πάνω περιορισμό του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσίβλητων ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια, κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, είναι αόριστο στο σύνολό του για κάθε αγωγή και τούτο διότι, αφού δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω η ουσία βάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στους αναιρεσίβλητους.
Το Εφετείο, άρα, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι οι δύο αγωγές ήταν ορισμένες, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν ειδικά σε ποιες από τις επί μέρους αξιώσεις τους περιόριζαν την καταψήφιση των αναιρεσειόντων εναγομένων, και σε ποιές την αναγνώριση της υποχρέωσής τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, που βάσιμα προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με το να μη κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας το δικόγραφο των αγωγών και με το να απορρίψει το λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, που είχε σχέση με την επιδίκαση χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής οδύνης, όσο και κατά το μέρος της που αφορούσε την απόρριψη αντίστοιχου για την ίδια αοριστία ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, κατά την έρευνα των αγωγικών κεφαλαίων που είχαν σχέση με τις αποζημιώσεις για στέρηση διατροφής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει τις ίδιες αξιώσεις λόγω νομικής αοριστίας.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 348/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ