Legislator Case Law & Legislation
1314/2007 AI generated

1314/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1314/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1314/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προβλεπόμενη από την §2 της παραπάνω διατάξεως μετάθεση της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας στο χρόνο που η απόφαση για την προσβολή της γίνεται αμετάκλητη, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής, αναφέρεται μόνο στο δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση του τέκνου της από το φυσικό του πατέρα και μόνον εφόσον αυτή ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage kinship descendant parental responsibility paternity action curatorship for establishing paternity
AI generated
1656/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-12-1998 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4856/1999 μη οριστική και 1909/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2825/2002 μη οριστική και 7196/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 62/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τις αποφάσεις αυτές και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9540/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2006 αίτησή του.
690/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
1536/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1631/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
319/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1314 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1314/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Της αναιρεσιβλήτου: 1. Ψ1 και 2 Ψ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Κοντζαγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-2001 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2004 μη οριστική και 297/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 7-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή μη εφαρμογή ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας. Επίσης ψευδής ερμηνεία κανόνα δικαίου υπάρχει, όταν αποδόθηκε σ' αυτόν από το δικαστή περιορισμένη ή στενή έννοια καθώς και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτός δεν εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, γιατί συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της αναλογικής του εφαρμογής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1483 του ΑΚ "Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της αποσβήνεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό. Το δικαίωμα του τέκνου αποσβήνεται ένα έτος μετά την ενηλικίωσή του... Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της προηγουμένης παραγράφου αρχίζει αφότου γίνει αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας".

Η προβλεπόμενη από την §2 της παραπάνω διατάξεως μετάθεση της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας στο χρόνο που η απόφαση για την προσβολή της γίνεται αμετάκλητη, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως αυτής, αναφέρεται μόνο στο δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει την αναγνώριση του τέκνου της από το φυσικό του πατέρα και μόνον εφόσον αυτή ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης.

Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι να μην αποσβήνεται το δικαίωμα για δικαστική αναγνώριση, πριν ακόμη ανατραπεί το τεκμήριο καταγωγής του τέκνου από γάμο, γεγονός το οποίο επέρχεται, όταν η απόφαση για την προσβολή της πατρότητας γίνει αμετάκλητη, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα παρετηρείτο το παράδοξο να αποβάλει το τέκνο την ιδιότητά του ως γνησίου και να μην είναι σε θέση να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώρισή του από το φυσικό του πατέρα.

Βασικός λόγος της ρύθμισης αυτής, επομένως, είναι η ισχύς του τεκμηρίου καταγωγής του τέκνου από γάμο και η ανάγκη της ανατροπής του με την αγωγή για την προσβολή της πατρότητας. Ο σκοπός αυτός όμως υπάρχει και σε άλλες περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο γράμμα της § 2 του άρθρου 1483 του ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα του ίδιου του ενηλίκου τέκνου, για το οποίο ισχύει το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση από το φυσικό του πατέρα καθώς και η περίπτωση της μητέρας που είναι μεν άγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, αλλά έγγαμη κατά το χρόνο του τοκετού.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ισχύει το τεκμήριο καταγωγής του τέκνου από γάμο, όπως ακριβώς και στη ρυθμιζόμενη από την παραπάνω διάταξη περίπτωση, και συνακόλουθα και η δικαιολογητική αιτία που επιβάλλει την επέκταση της ρύθμισης και σε αυτές, τη μετάθεση δηλαδή της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας στο χρόνο της ανατροπής του τεκμηρίου.

Ειδικά για την περίπτωση του δικαιώματος του ενηλίκου τέκνου παρατηρείται ότι, ενώ με τη μετάθεση της αφετηρίας της αποσβεστικής προθεσμίας προστατεύεται το δικαίωμα της μητέρας του να ζητήσει τη δικαστική αναγνώρισή του από τον φυσικό του πατέρα, δεν προστατεύεται το αντίστοιχο δικαίωμα του ίδιου του τέκνου, το οποίο είναι και το άμεσα ενδιαφερόμενο για την αναγνώριση.

Υπάρχει επομένως ακούσιο κενό στη διάταξη του άρθρου 1483 § 2 του ΑΚ, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1483 § 1β ΑΚ, ώστε η μετάθεση της αφετηρίας, της αποσβεστικής προθεσμίας του δικαιώματος για δικαστική αναγνώριση να ισχύει τόσο στην περίπτωση που η μητέρα ήταν έγγαμη μόνο κατά το χρόνο του τοκετού, όσο και στην περίπτωση που το δικαίωμα ασκείται από το τέκνο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα Ψ1 και ο ..... (που δεν είναι διάδικος στην ένδικη υπόθεση) τέλεσαν στις 19-11-1967, στο Βόλο νόμιμο γάμο κατά το τυπικό της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Διαρκούντος του γάμου γεννήθηκε στο Βόλο στις 29-8-1975 ο επίσης ενάγων Ψ2 .

Ο γάμος τελικά λύθηκε με την 295/15-6-2001 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (Διαδικασία Εκουσίας Δικαιοδοσίας). Η ενάγουσα και ο εναγόμενος κατάγονται από την .... Μαγνησίας και ο εναγόμενος υπήρξε εργοδότης της, καθόσον επί σειρά ετών την απασχολούσε σε αγροτικές εργασίες στα κτήματά του.

Τα δύο αυτά γεγονότα υπήρξαν η αιτία να αναπτυχθεί μεταξύ τους ερωτικός δεσμός, ο οποίος διήρκεσε από τον Σεπτέμβριο του 1974 μέχρι της κατά τα κατωτέρω γεννήσεως του ενάγοντος. Ειδικότερα καρπός της ερωτικής αυτής σχέσεως και των στο πλαίσιο αυτής σαρκικών επαφών των εν λόγω διαδίκων υπήρξε ο ενάγων, αφού καθόλο το χρονικό διάστημα της συλλήψεώς του, το οποίο, ήταν από 31-10-1974 μέχρι και 28-2-1075 (300η και 180η ημέρα πριν τον τοκετό), συνεχιζόταν η ερωτική σχέση και η σαρκική συνάφεια των εν λόγω διαδίκων, πλην όμως, ως γεννηθείς διαρκούντος του κατά τα άνω γάμου της ενάγουσας, τεκμαίρεται ως γνήσιο τέκνο του τότε συζύγου της.

Η τελευταία, μετά την κατά τα άνω λύση του γάμου άσκησε αγωγή, με την οποία προσέβαλε την πατρότητα του τότε συζύγου της. Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 151/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία έγινε δεκτή αυτή και κηρύχθηκε ο ενάγων μη γνήσιο τέκνο του πρώην συζύγου της ενάγουσας.

Η απόφαση εκείνη, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, κατέστη αμετάκλητη στις 9-9-2002.

Συνεπώς, ενόψει του ότι ουδόλως απεδείχθη ότι η ενάγουσα διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις και με άλλους άνδρες, μετά των οποίων και συνευρίσκονταν, αλλ' αντιθέτως η μοναδική ερωτική σχέση, που διατηρούσε στο ως άνω διάστημα, ήταν αυτή μετά του εναγομένου, ο τελευταίος τυγχάνει πατέρας του ενάγοντος τέκνου της.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το πόρισμα της κατά τα άνω διενεργηθείσης ιατρικής αιματολογικής πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα η μοριακή βιολόγος ιατρός, που την διενήργησε, αφού αξιολόγησε τα αποτελέσματα της εφαρμοσθείσης μεθόδου, τα οποία παρατίθενται στον πίνακα που περιέχεται σ'αυτήν, κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: "Η υπόθεση της μη πατρότητας δεν επιβεβαιώνεται και από τα τέσσερα πολυμορφικά συστήματα που εξετάσθηκαν.

Σε καθένα από αυτά... (όπως εξειδικεύονται στην έκθεση), το παιδί (ενάγων) φέρει από ένα αλληλόμορφο (660, 622, 103, 240 αντίστοιχα) κοινό με τον φερόμενο πατέρα Χ1 (εναγόμενο). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Ψ2 (ενάγων) είναι βιολογικό τέκνο του Ψ1 (εναγομένου) και της Ψ1 (ενάγουσας)". Ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται την από .....

Έκφραση Επιστημονικής Άποψης του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, καθηγητή γενετικής και γενετικής του ανθρώπου στον Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Α.Π.Θ. στην οποία, απαντώντας σε ερωτήματα που υπέβαλε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του εναγομένου, που σημειωτέον δεν διόρισε, στην διαδικασία της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης, όπως είχε δικαίωμα, τεχνικό σύμβουλο τον ως άνω Καθηγητή, για να ασκήσει τα κατά νόμο δικαιώματά του, αλλά περιορίσθηκε στην απαντητική αυτή επιστολή, αφού τονίζει ότι η πραγματογνώμονας έχει πολυετή εμπειρία στην εργαστηριακή ανάλυση DNA δεικτών και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία των εργαστηριακών αναλύσεων της και ότι τα γονίδια που εξέτασε έχουν υψηλό πολυμορφισμό στον άνθρωπο, θεωρεί ότι έπρεπε να ελεγχθούν περισσότεροι πολυμορφικοί γενετικοί δείκτες προκειμένου η αξιοπιστία των αναλύσεων DNA να υπερβαίνει το ποσοστό 99,98% αντί του 99,67% της πραγματογνωμοσύνης με την υποσημείωση ότι η αξιοπιστία των προτεινομένων απ'αυτόν αναλύσεων δεν είναι μεγαλύτερο μόνο κατά την διαφορά του 0,31% των δύο ποσοστών, αλλά κατά τουλάχιστον 50%, χωρίς βέβαια να παρέχει περισσότερες εξηγήσεις αυτής της διαφοράς.

Προτείνει δε την εκ νέου διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με σκοπό την ανάλυση περισσοτέρων και ανεξαρτήτων γενετικών δεικτών με την χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία και τις προτεινόμενες. Τη διενέργεια δε νέας πραγματογνωμοσύνης ζητάει και ο εναγόμενος, πλην όμως το αίτημά του αυτό, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, ενόψει του ως άνω αποτελέσματος που πρόκειται να έχει αυτή και αν ακόμη διενεργηθεί με την προτεινόμενη από τον ως άνω Καθηγητή μεθοδολογία, το οποίο δεν προβάλλεται ότι ενδέχεται να οδηγήσει σε αποκλεισμό της πατρότητας του εναγομένου, αλλ' αντιθέτως να αυξήσει το ποσοστό της καταφάσεώς της, δεν πρόκειται να συμβάλλει στην καλύτερη ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά τοποθετείται στο πλαίσιο της παρελκυστικής τακτικής που ακολούθησε αυτός στην εν λόγω δίκη, αφού απέτρεψε την διενέργεια της διαταχθείσας πρωτοδίκως αιματολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθόσον δεν προσήλθε για να δώσει αίμα (από ....

έκθεση μη ολοκληρωθείσης πραγματογνωμοσύνης του τότε πραγματογνώμονος Παναγιώτη Γκιργκινούδη), η δε πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το Εφετείο είναι η δεύτερη στο πλαίσιο της παρούσης δίκης, η οποία άρχισε προ 5 ετών περίπου. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην δίκη περί προσβολής της πατρότητας του πρώην συζύγου της ενάγουσας η διενεργηθείσα με την μέθοδο του DNA πραγματογνωμοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο φερόμενος ως γιος του εναγομένου στη δίκη εκείνη πρώην συζύγου της ενάγουσας δεν είναι βιολογικό τέκνο του, αποτέλεσμα το οποίο και συνετέλεσε μεγάλως στην παραδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης με την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση.

Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει, ενόψει και του ότι η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγομένου, τυγχάνει, όπως ορθώς έκρινε και η εκκαλουμένη, μη νόμιμη αφού τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων και ιδίως της ενάγουσας, να γίνουν δεκτές οι αγωγές και αναγνωρισθεί ο εναγόμενος ως βιολογικός πατέρας του ενάγοντος τέκνου".

Υπό τα δεδομένα αυτά και με βάση τα προεκτεθέντα το ουσιαστικό δικαστήριο δεν παρεβίασε τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1483 ΑΚ, διέλαβε δε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για όλα τα νομικώς κρίσιμα ζητήματα της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος και ο τέταρτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Εξάλλου, οι ειδικότερες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με τις επικαλούμενες ατέλειες της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και τον βαθμό της επιστημονικής της εγκυρότητας, προβάλλονται απαραδέκτως ως αναγόμενες στην εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων.

Αβάσιμος είναι επίσης ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζεται ότι αναιτιολογήτως απερρίφθη από το Εφετείο η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων. Τούτο δε διότι τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται ο ρηθείς ισχυρισμός ήτοι "η αδράνεια των αναιρεσιβλήτων για χρονικό διάστημα άνω των 27 ετών από την γέννηση του β΄ εξ αυτών, η έλλειψη οποιασδήποτε οχλήσεως του αναιρεσείοντος όλα αυτά τα χρόνια, σε συνδυασμό με τον τρόπο που λύθηκε ο γάμος του ζεύγους ...

και τελεσφόρησε η αγωγή προσβολής πατρότητος με συνομολόγηση εκ μέρους του......." δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι - υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές - ο δεύτερος αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε την καταγωγή του από τον αναιρεσείοντα - πατέρα του μόλις κατά το έτος 2001.

Περαιτέρω, δεν είναι βάσιμος ο δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν την προσκομισθείσα (με επίκληση) από τον αναιρεσείοντα γνωμοδότηση προσώπου με ειδικές επιστημονικές γνώσεις. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το διαληφθέν ανωτέρω μέρος της αποφάσεως, το Εφετείο ρητώς και δια μακρών αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Τέλος, προβάλλεται απαραδέκτως με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, σύμφωνα με την οποία το ουσιαστικό δικαστήριο, με την απόφασή του παραβίασε την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Τούτο δε (προεχόντως) διότι δεν αναφέρεται αν είχε προβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο ουσιαστικό δικαστήριο, πράγμα που είναι αναγκαίο για το παραδεκτό του οικείου λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.6.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση τη 297/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στα χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ