Supreme Court partially allows appeal against state employee salary reduction due to airline privatization transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court decision regarding salary differences for an employee transferred from a privatized airline to the state. The plaintiff argued that the state underpaid him after the transfer, while the state contended the lower salary was legally mandated by specific laws. The court found the lower court's calculation correct for part of the period but erred in including certain allowances for another period, thus reversing only that specific portion.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 of Law 2338/1995; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: When a court finds that a lower court violated statutory provisions regarding salary calculations for transferred personnel, it must annul the decision only to the extent of the violation and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1314 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1314/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ..................................., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2472/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6456/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2004 αίτησή του και τους από 23-6-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως και την παραδοχή του μοναδικού λόγου του κύριου αναιρετηρίου κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για το παραδεκτό της ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, προσκομίζεται η 516/2004 θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999.
Επειδή, με το άρθρο δεύτερο του ν. 2338/1995, με τον οποίο κυρώθηκε η σύμβαση για την ανάπτυξη του νέου διεθνούς αεροδρομίου Αθήνας στα Σπάτα και την ίδρυση της εταιρείας « Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.», ορίστηκε ότι, από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παραπάνω συμβάσεως, λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «Αερολιμήν Αθηνών Ανώνυμος Εταιρεία» (ΑΑ-ΑΕ)», που ιδρύθηκε με τον ν. 811/1978 και ότι το προσωπικό της εταιρίας αυτής μεταφέρεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Μεταφορών και Επικοινωνιών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) με την ίδια σχέση εργασίας, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά ή ειδικά επιδόματα, σε προσωποπαγείς θέσεις ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας, που συνιστώνται με την πράξη της μεταφοράς και καταργούνται με τη με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του προσωπικού, που μεταφέρθηκε.
Η διαδικασία της μεταφοράς και οι ειδικότητες, με τις οποίες θα γίνει η μεταφορά, καθώς και κάθε συναφής λεπτομέρεια ρυθμίζονται με κοινές αποφάσεις των ίδιων Υπουργών. Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως εκδόθηκε η Δ9/Β/20344/5640/ 23-5-1996 (ΦΕΚ Β΄ 3911/ 27-5-1996) κοινή απόφαση των ανωτέρω Υπουργών, σύμφωνα με την οποία το προσωπικό της εταιρίας «Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε» μεταφέρεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με την αυτή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά και ειδικά επιδόματα σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας.
Οι θέσεις αυτές, που συνιστώνται αυτοδικαίως με την απόφαση της μεταφοράς και καταργούνται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του μεταφερθέντος προσωπικού, αντιστοιχούν στις κατηγορίες και τις ειδικότητες, που προβλέπονται στον Οργανισμό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με βάση τα προσόντα των υπαλλήλων, όπως αυτά προκύπτουν από το προσωπικά τους μητρώα, τα οποία θα περιέλθουν στην ΥΠΑ, μαζί με τις σχετικές βεβαιώσεις αποδοχών.
Σε περίπτωση κατά την οποία, στον Οργανισμό της ΥΠΑ, δεν προβλέπεται ειδικότητα αντίστοιχη με τα τυπικά τους προσόντα, η μεταφορά γίνεται σε παρεμφερή ειδικότητα. Ο χρόνος υπηρεσίας των μεταφερόμενων υπαλλήλων λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στη νέα τους υπηρεσία.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι στην περίπτωση της μεταφοράς του προσωπικού της εταιρίας «Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.» στην ΥΠΑ, επήλθε εκ του νόμου μεταβολή του προσώπου του εργοδότη του μεταφερόμενου προσωπικού και αυτόματη και υποχρεωτική μεταβίβαση σ' αυτόν από 30-6-1996 (χρονολογία μεταφοράς) στο σύνολό τους αμεταβλήτων των εργασιακών σχέσεων των μεταφερόμενων υπαλλήλων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο της μεταφοράς τους.
Η εν λόγω μεταβίβαση αφορά όλους τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει οι μεταφερόμενοι ανεξαρτήτως προελεύσεώς τους (νόμος, ΕΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμός) και το καθεστώς επιδομάτων και μισθού, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στην εταιρία « Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.» στις 30-6-1996, στα πλαίσια του Κανονισμού Μισθολογίου του προσωπικού αυτής, που εγκρίθηκε με την, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 2 του νόμου 811/1978, εκδοθείσα ΔΕΜ/Γ/34/ 27-1-1981 απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών (ΦΕΚ Β΄ 76/ 5-2-1981).
Ο Κανονισμός αυτός προέβλεπε, μεταξύ άλλων, α) τη διάκριση του προσωπικού κατά κλάδους σύμφωνα με το επίπεδο εκπαίδευσης, β) τα μισθολογικά κλιμάκια βάσει των οποίων αμειβόταν το προσωπικό και γ) τη διαδικασία ένταξης και εξέλιξής του. Ειδικότερα, προέβλεπε: 1) ότι όλο το προσωπικό του ΑΑ κατατάσσεται σε αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο υπάγεται βάσει της πράξης πρόσληψής του, αμειβόμενο με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, 2) ότι για την κατάταξη στο οικείο μ.
κ. λαμβάνεται υπόψη η πραγματική υπηρεσία καθενός σε συνδυασμό με αντίστοιχη αποδεδειγμένη εμπειρία, 3) ότι η υπηρεσία που απαιτείται για κάθε μ.κ. είναι τριετής, 4) ότι τα όρια των βασικών μισθών θα αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις χορηγούμενες ετησίως γενικές αυξήσεις, κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του ΑΑ και 5) τα παρεχόμενα στο προσωπικό επιδόματα.
Με την 11134 / 745 / 16-4-1985 (ΦΕΚ Β΄ 202) απόφαση του Υπουργού Συγκοινωνιών -ύστερα από την από 4-3-1985 απόφαση του οικείου Δ.Σ.- τροποποιήθηκαν οι ρυθμίσεις του Κανονισμού, που αφορούσαν: α) τα όρια των βασικών μισθών σε αντιστοιχία με τα οικεία μ.κ. β) τον υπολογισμό και την απόδειξη της πραγματικής υπηρεσίας και γ) τον προσδιορισμό και την κλιμάκωση του χρονοεπιδόματος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 3 παρ.1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 7 παρ. 1, 17 παρ. 1, 22 παρ. 1, 24, 31 περίπτ. α΄ και η΄ και 33 του ν. 2470/21-3-1997 «Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις», προκύπτει: 1) ότι στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, 2) ότι το προσωπικό αυτό, ανεξάρτητα από τον βαθμό που έχει κάθε φορά, εξελίσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια και ότι σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο αντιστοιχεί ο ίδιος βασικός μισθός, οι υπάλληλοι δε που έχουν το ίδιο μ.κ.
δικαιούνται τον βασικό μισθό που αντιστοιχεί σ' αυτό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει η θέση τους, 3) ότι τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών (ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ) ορίζονται σε 36 και οι υπάλληλοι της κάθε κατηγορίας εξελίσσονται σε 18 μ.κ., 4) ότι ο διοριζόμενος εισέρχεται στην υπηρεσία με το εισαγωγικό μ.κ.
του κλάδου στον οποίο ανήκει η θέση που διορίζεται, 5) ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κλάδων, από κατώτερο σε ανώτερο μ. κ., απαιτείται ένα έτος από το εισαγωγικό κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο και για την απονομή όλων των επόμενων μ.κ. υπηρεσία δύο ετών σε κάθε μ.κ., 6) ότι οι τακτικές αποδοχές κάθε μ.κ.
αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα τακτικά επιδόματα και ότι ο μηνιαίος βασικός μισθός του μ.κ. 36 ορίζεται από 1-1-1997 σε 110.000 δραχμές, 7) ότι ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μ.κ. και για τη χορήγηση του χρόνου επιδόματος λαμβάνεται υπόψη και η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, 8) ότι η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα μ.κ., ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 17, 9) ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που δεν υπάγεται στις διατάξεις του, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ και 10) ότι από 1-1-1997 καταργείται ο Ν.1505/1984 και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου 2470/1997 ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν.
Περαιτέρω, με την 2026439 / 3480 /0022 / 1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γεωργίας, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Εμπορικής Ναυτιλίας, Δημόσιας Τάξης, Μακεδονίας-Θράκης, Αιγαίου, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΦΕΚ Β΄ 462 / 6-6-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14,17,18,19, 20, 22, 23, 24, 25, 26, 27 παρ. 2, 28, 29, 31 και 33 του νόμου αυτού επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 2470/1997 γίνεται με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται κατά την αρχική πρόσληψη των υπαλλήλων αυτών ή εκείνα που απαιτήθηκαν για τυχόν ένταξή τους σε άλλη ειδικότητα και όχι με άλλα αυξημένα προσόντα που απέκτησαν κατά την περίοδο της εργασίας τους. Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε τομείς εκτός του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (δηλαδή οι υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα) δεν αναγνωρίζονται για τη μισθολογική εξέλιξη (μ.κ.
και χρονοεπίδομα) των παραπάνω υπαλλήλων. Τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και η ωριαία αμοιβή για υπερωριακή εργασία, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 18 αντίστοιχα. Από τις διατάξεις της ανωτέρω αποφάσεως, που, κατά την παρ. 5 αυτής, ισχύει από 1-1-1997, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του ν. 2470/1997, στις οποίες η εν λόγω απόφαση παραπέμπει, ιδίως δε τις διατάξεις των άρθρων 2 (μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων), 3 (μισθολογικά κλιμάκια), 4 (μισθολογικά κλιμάκια εισόδου στην υπηρεσία), 5 (χρόνος μισθολογικής εξέλιξης), 6 (τρόπος μισθολογικής εξέλιξης), 7 (τακτικές αποδοχές μ.κ.), 8 (τακτικά επιδόματα), 9 ( επίδομα εορτών και αδείας), 10 (διατηρούμενα επιδόματα - πέραν των ανωτέρω επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού κατά την έναρξη ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά ή χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού), 17 (υπηρεσία για μισθολογική εξέλιξη), 18 (υπερωριακή εργασία), 29 (διασφάλιση αποδοχών - σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών) και 31 περίπτ.
η΄ (από την έναρξη της ισχύος του καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν) προκύπτει : 1) ότι από 1-1-1997, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του Ν.2470/1997, η μισθολογική εξέλιξη των συνδεόμενων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997, σύμφωνα με την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε εντός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 24 του ν.2470/1997, 2) ότι, αν από 1-1-1997 οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές, που προκύπτουν από τις ρυθμίσεις του παραπάνω νόμου, είναι μικρότερες από εκείνες που έπαιρνε ο δικαιούχος στις 31-12-1996, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών και 3) ότι από 1-1-1997 καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αντικείμενη στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 20 του Ν. 2515/1997, που άρχισε να ισχύει από 25-7-1997, προκύπτει ότι όλοι οι υπάλληλοι που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, καθώς και εκείνοι οι οποίοι -προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού- είχαν ήδη μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ ή στους ΟΤΑ και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο και ότι τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται, μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης, ως τακτικές δε αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θεωρούνται ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, πολιτικός μηχανικός, προσλήφθηκε στις 15-10-1981 ως υπάλληλος από την ανώνυμη εταιρία «Αερολιμήν Αθηνών», εντάχθηκε στην κατηγορία ΠΕ τεχνικών υπηρεσιών και πρόσφερε σ' αυτή τις υπηρεσίες του έως τις 30-6-1996, οπότε λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση η εταιρία και το προσωπικό της μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, που αποτελεί υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο προσδιόρισε τις αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-8-1999 σε ποσό μικρότερο από το ύψος των αποδοχών του, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30-6-1996, υπολογίζοντας αυτές με βάση τον Ν. 2470/1997 για το διάστημα από 1-1-1997 έως 24-7-1999 και με βάση τον Ν. 2515/1997 για το υπόλοιπο (μέχρι 31-8-1999) διάστημα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται (μεταξύ άλλων διαφορών, που αφορούσαν τα διαστήματα από 1-7-1996 έως 31-12-1996 και από 1-9-1999 έως 31-12-1999), τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών, που έπρεπε να λάβει (δηλαδή όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30-6-1996) και εκείνων που έλαβε κατά το διάστημα από 1-1-1997 έως 31-8-1999.
Με την κρίση του αυτή, όσον αφορά το διάστημα από 1-1-1997 έως 24-7-1997 δεν παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και της προαναφερόμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως 2026439/ 3480/ 0022/ 1997 και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, αφού κατά το διάστημα αυτό η μισθολογική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από το μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997 και οι αποδοχές του με βάση τον νόμο αυτό ήσαν μικρότερες από εκείνες που είχαν διαμορφωθεί στις 30-6-1996, τη διαφορά δε αυτή κρίθηκε ότι δικαιούται ο αναιρεσίβλητος.
Όσον αφορά όμως το από 25-7-1997 μέχρι 31-8-1999 διάστημα, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 20 του Ν. 2515/1997, αφού για τον υπολογισμό των διαφορών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου κατά το διάστημα αυτό, στις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει στις 30-6-1996 συνυπολόγισε – εκτός από τον βασικό μισθό και το χρονοεπίδομα - και τα λοιπά επιδόματα, τα οποία λάμβανε, ενώ, όπως προεκτέθηκε, ως επιπλέον τακτικές αποδοχές, που διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης, θεωρούνται, για την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του Ν. 2515/1997, μόνον ο βασικός μισθός, το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α.
Επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μοναδικό λόγο του κύριου αναιρετηρίου, όσον αφορά το διάστημα από 25-7-1997 έως 31-8-1999, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6456/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ