Supreme Court partially allows appeal regarding omission to rule on counterclaim under civil procedure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Regional Court of Ioannina's decision, finding a procedural error in the lower court's failure to address the counterclaim. The appellant argued that the first-instance court erred by rejecting his claim based on tort liability while ignoring his request for payment based on the principle of contribution. Consequently, the court ruled that the appeal was admissible only regarding the omitted counterclaim, ordering the case remitted for a new trial on that specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559 § 2, 559 § 3 of the Code of Civil Procedure; The court must rule on all claims presented by the parties, and an omission to decide on a counterclaim constitutes a ground for partial annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1313 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1313/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Γιογλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΡΤΑΣ-ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑΣ - Α.Σ.Α.Φ.", με έδρα την Άρτα, που εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-08-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ'αριθ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 11-3-2024 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (26-5-2025), επιδόθηκε δε στον αναιρεσίβλητο η υπ'αριθ. ...-2024 βεβαίωση αναβολής, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας Δ.
Π. Κατά την τελευταία δικάσιμο δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.2810/2000 περί των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", όπως τούτο είχε συμπληρωθεί με την παρ.1 άρθρ.18 Ν.3147/2003 (αργότερα δε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.4015/2011 ), στις διατάξεις του οποίου (νόμου) υπάγονταν και οι Αγροτικοί Δασικοί συνεταιρισμοί, και όπως ο ανωτέρω νόμος ίσχυε κατά τον χρόνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, πριν την κατάργηση αυτού με το άρθρο 50 του ν. 4384/2016, την αντικατάστασή του με το ν. 4673/2020 και την υπαγωγή των Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων στο ν.4423/2016, ορίζονται τα ακόλουθα: "παρ.1 Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός (ΑΣ) είναι αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία βοήθεια των μελών της, την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης.
Ως ΑΣ θεωρούνται και οι αλιευτικοί, κτηνοτροφικοί, πτηνοτροφικοί, μελισσοκομικοί, σηροτροφικοί, αγροτουριστικοί, αγροβιοτεχνικοί, οικοτεχνικοί και άλλοι συνεταιρισμοί, οποιουδήποτε κλάδου ή δραστηριότητας της αγροτικής οικονομίας. 2. Οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί (ΑΣ) οφείλουν να ανταποκρίνονται στις παρακάτω βασικές αρχές ως προς την εσωτερική οργάνωση και τη γενικότερη λειτουργία τους:
α) Την εθελοντική συμμετοχή των αγροτών - φυσικών προσώπων, οι οποίοι καθίστανται Μέλη του οικείου ΑΣ. β) Τη δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία, η οποία απαραιτήτως προϋποθέτει την άμεση εκλογή όλων ανεξαιρέτως των οργάνων διοίκησης, χωρίς περιορισμούς ή αποκλεισμούς, ενώ η αξιοπιστία και το κύρος των εκλογικών αρχαιρεσιών επιβλέπεται υποχρεωτικά από αρμόδιο δικαστικό λειτουργό.
Σε κάθε περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο των ΑΣ πρέπει να εκλέγεται άμεσα από τα Μέλη - φυσικά πρόσωπα του κάθε συνεταιρισμού. γ) Ποσοστό διάθεσης τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%) της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων που παράγουν τα Μέλη του και διακινεί ο οικείος ΑΣ. δ) Την οικονομική βιωσιμότητα, ανάπτυξη και αξιοπιστία, η διαπίστωση των οποίων τεκμηριώνεται με βάση τα οικονομικά και περιουσιακά στοιχεία του κάθε ΑΣ.
ε) Την τήρηση των όρων και προϋποθέσεων νόμιμης λειτουργίας του ΑΣ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Οι ΑΣ είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα. Αναπτύσσουν κάθε είδους δραστηριότητα για την επίτευξη των σκοπών τους στο πλαίσιο του νόμου και του καταστατικού τους. 4.
Για την εκπλήρωση των σκοπών τους, οι ΑΣ μπορεί να ιδρύουν υποκαταστήματα, παραρτήματα ή γραφεία στο εσωτερικό και το εξωτερικό, να συνιστούν νομικά πρόσωπα, να συμπράττουν σε κοινές επιχειρήσεις, με καταναλωτικούς η άλλους συνεταιρισμούς, νομικά πρόσωπα του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, με κοινωφελείς οργανισμούς, με επιχειρήσεις οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), με συνεταιριστικές οργανώσεις άλλων χωρών και με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στα πλαίσια της διακρατικής ή και διεπαγγελματικής συνεργασίας. 5.
Για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου και του Αστικού Κώδικα.". Κατά δε το άρθρο 14 του ίδιου ως άνω νόμου "παρ. 1. Το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) εκλέγεται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τα φυσικά πρόσωπα που είναι Μέλη του ΑΣ.
Ο αριθμός των μελών του ορίζεται από το καταστατικό και είναι πάντοτε περιττός. "Τα μέλη δεν μπορεί να είναι λιγότερα από τρία (3)." Η διάρκεια της θητείας των μελών του ΔΣ ορίζεται τέσσερα (4) έτη. Η θητεία όλων των μελών του ΔΣ είναι χρονικά ενιαία... παρ.2. Το ΔΣ εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως.
Την εκπροσώπηση του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον Πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παράγραφο 10 του άρθρου αυτού Γενικό Διευθυντή. Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή υπάλληλο του συνεταιρισμού. 3. Το ΔΣ βρίσκεται σε Απαρτία όταν τα παρόντα Μέλη είναι περισσότερα από τα απόντα, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί τα παρόντα Μέλη να είναι λιγότερα από τρία.
Το ΔΣ αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. 4. Το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του συνεταιρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του και την επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό....".
ΙΙ. Το άρθρο 4 § 4 του ν. 2556/1997 (Α'270) όριζε ότι: "Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α), όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ ` αναλογία και για την καταβολή των οφειλόμενων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών" , όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της από την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν.2676/1999, σύμφωνα δε με το άρθρο 115 του ν.2238/1994 "1.Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσης τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους. 2.
Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους. 3. (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998, Α' 238) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής:
α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου".
Mε τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 115 του ν.2238/1994 και της παραγράφου 2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 θεσπίστηκε, ειδικά ως προς την καταβολή του οφειλομένου στο Δημόσιο φόρου εισοδήματος και των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των προσώπων τα οποία διευθύνουν τις εν λόγω εταιρείες και στων οποίων τα διευθυντικά καθήκοντα προδήλως περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου προς τις απορρέουσες από τη φορολογική και από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις του, η ευθύνη δε αυτή αποβλέπει στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφαλίσεως της εισπράξεως των ανωτέρω οφειλών των νομικών προσώπων.
Οι ως άνω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά, ως θεσπίζουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των ανωνύμων εταιρειών (OλΣτΕ 674/2021, ΣτΕ 1242/2023), Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι με το άρθρο 69 παρ. 2 του ν.2676/1999 θεσπίσθηκε το πρώτον η προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 115 του Ν.2238/1994 προσώπων για την καταβολή των οφειλομένων από ανώνυμες εταιρείες κ.λπ. , προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών.
Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για τον πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού (Γνμδ ΝΣΚ 340/2014). Για τους λοιπούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης η προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των νομίμων εκπροσώπων, προέδρων, διαχειριστών, διευθυνόντων συμβούλων, εντεταλμένων στη διοίκηση και εκκαθαριστών των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων του άρθρου 3 του ν. 4174/2013 για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων που οφείλονται από αυτά τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες θεσπίστηκε το πρώτον με το άρθρο 31 του 4321/2015 στην παρ. 5 του οποίου ορίζεται ρητά ότι το άρθρο αυτό ισχύει από την ψήφιση του εν λόγω νόμου (21.3.2015) για τα πρόσωπα που δεν ήταν υπεύθυνα με βάση τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν.2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 69 του ν.2676/1999.
Συνεπεία της εις ολόκληρον ευθύνης αυτών, ο συνδιαχειριστής που κατέβαλε τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές της εταιρείας έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 487-488 του ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 998/2002), οι οποίες περιέχουν ειδική ρύθμιση για την αναγωγή στην παθητική εις ολόκληρον ενοχή, μεταξύ των συνοφειλετών, δηλαδή για την εσωτερική σχέση των συνοφειλετών μεταξύ τους.
Η εσωτερική αυτή σχέση αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή τη σχέση δανειστή-συνοφειλετών. Έτσι, το δικαίωμα αναγωγής του συνοφειλέτη, ο οποίος κατέβαλε στο δανειστή, εξαρτάται από μόνη την εσωτερική σχέση των συνοφειλετών.
Σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, δηλαδή αν δεν υπάρχει δικαιοπρακτική ή άλλη νόμιμη σχέση μεταξύ των συνυποχρέων, το άρθρο 487 § 1 ΑΚ δημιουργεί ex lege εσωτερική σχέση, ώστε η κατανομή να γίνει κατ` ίσα μέρη και, συνεπώς, μετά την ικανοποίηση του δανειστή, η αναγωγή μετατρέπεται σε δικαίωμα καταβολής, από μέρους των λοιπών, στον ικανοποιήσαντα το δανειστή συνοφειλέτη του αναλογούντος σε καθένα από αυτούς μέρους (ΑΠ 1033/2019), ακόμη και αν ο καταβαλών δεν μπορεί να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση μαζί τους, που να του αναγνωρίζει αναγωγικό δικαίωμα (ΑΠ 641/2023).
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.
Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαϊικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.
Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.
Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΑΠ 1176/2024).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε , κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "Ο ενάγων με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας , από 23- Απριλίου -2018, με αρ. κατ. 34/23-4-2018 αγωγή του εκθέτει ότι ο εναγόμενος, που είναι διάδοχος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Άρτας - Φιλιππιάδας (Ε.Α.Σ.Α.Φ.), της οποίας διετέλεσε πρόεδρος από 1-12-2003 έως 15-3-2012, ενώ ό ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του είχε φροντίσει και καταβάλλονταν όλες οι τρέχουσες οικονομικές υποχρεώσεις της Ένωσης έναντι του Δημοσίου, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και σε κάθε τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο και μάλιστα, δεδομένου ότι κατά την ανάληψη της θητείας του, διαπίστωσε ότι οι προηγούμενες διοικήσεις, είχαν αφήσει ανεξόφλητες οφειλές έναντι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, προέβη σε ρύθμιση αυτών, ρύθμιση στην οποία υπήχθη η Ένωση στις 16-2-2009 και τηρούνταν καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του και μέχρι την αποχώρηση του στις 15-3- 2012, ότι η εν λόγω ρύθμιση του Ν. 3698/2008 είχε απολεσθεί, μετά τη λήξη της θητείας του και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2015, λόγω μη επίδειξης από τα όργανα της διοίκησης του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της απαιτούμενης επιμέλειας και πρόνοιας, χωρίς εν τούτοις, να προβεί, αδιαφορώντας και πάλι για την επιμελή άσκηση των καθηκόντων των οργάνων της διοίκησης του, σε οποιαδήποτε καταβολή έναντι της οφειλής του στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας Φιλιππιάδας ή σε νέα ρύθμιση της οφειλής που είχε απωλέσει, με αποτέλεσμα να βεβαιωθεί οφειλή σε βάρος έναντι του εφεσίβλητου -εναγόμενου, ύψους 39.070,73 ευρώ, αφορώσα μη καταβληθείσες εκ μέρους του ασφαλιστικές εισφορές, για την καταβολή και εξόφληση των οποίων ευθύνεται και ο ίδιος αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον εναγόμενο, επειδή είχε διατελέσει Πρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Άρτας - Φίλιππιάδος και να μη του χορηγηθεί η ασφαλιστική ενημερότητα ώστε να εισπράξει μισθώματα από το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 13.125,87 ευρώ, να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία του, για συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέους του ΑΣΑΦ 837.050,35 ευρώ, πλέον λοιπών νομίμων προσαυξήσεων και εξόδων, με επίσπευση του ΕΦΚΑ.
Ότι κατά της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας καθώς και των ενσωματωμένων σ' αυτήν ταμειακών βεβαιώσεων, της παραγγελίας προς κατάσχεση και του πίνακα χρεών , άσκησε, νομότυπα και εμπρόθεσμα ανακοπή στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και έλαβε προσωρινή διαταγή, με την οποία ανεστάλη προσωρινά η εκτέλεση της με αριθμ. ....2017 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας του και ότι δεν εισέπραξε το υπόλοιπο ποσό ύψους 13.125,87 ευρώ, αφού αυτό συμψηφίστηκε με μέρος της ως άνω οφειλής του, έναντι του ΙΚΑ, αντίστοιχου ύψους κατά κεφάλαιο και πρόσθετα τέλη, σύμφωνα και με το σχετικά εκδοθέν με αριθμ. ...-2017 έγγραφο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας.
Επικαλούμενος, με βάση τα προαναφερθέντα ότι με την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εφεσίβλητου - εναγόμενου, δηλ. να μη τηρήσει την ως άνω ρύθμιση για την εξόφληση της οφειλής του, άλλως μετά την απώλεια της ρύθμισης του αυτής να μη προβεί στην εξόφληση της οφειλής του, άλλως να μη προβεί έστω σε νέα ρύθμιση αυτής, με αποτέλεσμα, η φερόμενη σήμερα οφειλή του έναντι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας να αγγίζει το συνολικό ύψος του 1.092.474,44 ευρώ παρά το γεγονός ότι και ρευστότητα έχει και μεγάλη ακίνητη περιουσία, που μπορεί να καλύψει πλήρως την οφειλή του έναντι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας, έβλαψε παράνομα και υπαίτια την περιουσία του και την προσωπικότητα του καθώς από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις του εμφανίζεται ενώπιον των αρμοδίων υπηρεσιών ως μεγαλοφειλέτης ,ενώ ο ίδιος δεν οφείλει αλλά και αναξιόχρεος, και η θετική του ζημιά και ηθική του βλάβη αυτή βρίσκεται σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με τις πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου και της διοίκησης, ζητά να γίνει δεκτή στο σύνολο της η αγωγή του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, νομίμως εκπροσωπούμενος, να του καταβάλει, α)το ποσό των 13.125,87 ευρώ, νομιμότοκα από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα ο ως άνω συμψηφισμός της απαίτησης του με οφειλή του εφεσίβλητου - εναγόμενου έναντι του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας, ήτοι από 13-12-2017 και μέχρι την πλήρη εξόφληση καθώς και β)το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω της σε βάρος του αδικοπραξίας του και τούτο νομιμότοκα από την κοινοποίηση της αγωγής του και μέχρις εξόφλησης Όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αγωγής ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός παρανόμησε επειδή δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές και εν πάση περιπτώσει επειδή απώλεσε τη ρύθμιση εξόφλησής των και δεν τις υπέβαλε σε νέα ρύθμιση με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η αλληλέγγυα ευθύνη του, να μειωθεί η περιουσία του κατά το αναφερόμενο ποσό και να υποστεί ηθική βλάβη.
Οι παραβιασθείσες όμως διατάξεις σκοπό έχουν όχι την προστασία των συμφερόντων του ενάγοντος αλλά πρωτίστως και κυρίως η είσπραξη από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών και δευτερευόντως, με τη ρύθμιση της καταβολής των, τη διευκόλυνση του εναγομένου στην καταβολή τους. 'Ετσι η παραβίαση των διατάξεων που υποχρεώνουν τον εναγόμενο στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που οφείλει δεν συνιστά παρανομία που προσβάλλει άμεσα και μάλιστα έννομα συμφέροντα του ενάγοντας, αφού και αυτός είναι αλληλέγγυα υπεύθυνος με τον εναγόμενο στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, δυνάμει της προαναφερθείσας νομοθεσίας για την αλληλέγγυα ευθύνη του, την ισχύ της οποίας δεν αμφισβητεί και η οποία, κατά το χρόνο που το ΙΚΑ ΕΤΑΜ συμψήφισε απαίτησή του με απαίτηση του ενάγοντας, ήταν σε κάθε περίπτωση αποσυνδεμένη από υπαιτιότητα του-ευθύνη ex officio-.
Η επικαλούμενη μείωση της περιουσίας του ενάγοντας ,στηρίχτηκε στην εκ του νόμου αλληλέγγυα ευθύνη του με τον εναγόμενο.
Εξ άλλου η νομιμότητα του συμψηφισμού αφορά την ενέργεια του ΙΚΑ ΕΤΑΜ, κατά του οποίου δεν στρέφεται ο ενάγων. Κατά ακολουθίαν η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη". Μετά ταύτα το Εφετείο αφού δίκασε την αγωγή του αναιρεσείοντος, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην αυτού, απέρριψε αυτήν ως μη στηριζόμενη στο νόμο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 914, 71 και 922 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά:
α) ότι η ρύθμιση του Ν. 3698/2008 στην οποία ο αναιρεσείων ως πρόεδρος του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου είχε προβεί, απολέσθηκε μετά τη λήξη της θητείας του και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 2015, λόγω μη επίδειξης από τα όργανα της διοίκησης του ΑΣ, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, της απαιτούμενης επιμέλειας και πρόνοιας, β)ότι τα μέλη της διοίκησης αυτού αδιαφορώντας για την επιμελή άσκηση των καθηκόντων τους, αμέλησαν να προβούν σε οποιαδήποτε καταβολή έναντι της οφειλής του στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας Φιλιππιάδας ή σε νέα ρύθμιση της οφειλής που είχε απωλέσει, γ) ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βεβαιωθεί οφειλή σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ύψους 39.070,73 ευρώ, αφορώσα μη καταβληθείσες εκ μέρους του ασφαλιστικές εισφορές, δ)ότι για την καταβολή και εξόφληση αυτών ευθύνεται και ο ίδιος ο αναιρεσείων αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τον ΑΣ, επειδή είχε διατελέσει Πρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Άρτας - Φίλιππιάδος με αποτέλεσμα να μη του χορηγηθεί η ασφαλιστική ενημερότητα ώστε να εισπράξει μισθώματα από το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 13.125,87 ευρώ, ε) να επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση στην ακίνητη περιουσία του, για συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέους του ΑΣΑΦ 837.050,35 ευρώ, πλέον λοιπών νομίμων προσαυξήσεων και εξόδων, με επίσπευση του ΕΦΚΑ, στ) το ποσό των 13.125,87 ευρώ, που του όφειλε το Ελλ.Δημόσιο συμψηφίστηκε με μέρος της ως άνω οφειλής του, έναντι του ΙΚΑ, αντίστοιχου ύψους κατά κεφάλαιο και πρόσθετα τέλη, σύμφωνα και με το σχετικά εκδοθέν με αριθμ. ...-2017 έγγραφο του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας, δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου/αναιρεσιβλήτου Αγροτικού Συνεταιρισμού.
Και τούτο διότι παραλείποντας ο ΑΣ να προβεί στις παραπάνω πράξεις, ούτως ώστε να τον απαλλάξει από το χρέος, δεν αδικοπράγησε έναντι αυτού δια της αναφερομένης στην αγωγή παραλείψεως, αφού για την εξόφληση του επιδίκου χρέους θεσπίστηκε με τις προπαρατεθείσες στην υπό ΙΙ μείζονα πρόταση διατάξεις, προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των προσώπων, τα οποία τον διευθύνουν και εις των οποίων τα διευθυντικά καθήκοντα προδήλως περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση των νομικών προσώπων που υπάγονται στο νόμο προς τις απορρέουσες από τη φορολογική και από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις τους, πλην όμως η ευθύνη τους αυτή αποβλέπει στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφαλίσεως της εισπράξεως των ανωτέρω οφειλών των νομικών προσώπων και δεν αποσκοπούν (οι ως άνω κανόνες) στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ούτε υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαϊικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Το σφάλμα που ιδρύει τον εκ του αριθ. 19 λόγο εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού όπου η ανεπαρκής ή η αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας.
Προϋπόθεση συνεπώς του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 135/2019) οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφασή του καθόλου οντολογικές παραδοχές σχετικά με τι αποδείχθηκε, ούτε αιτιολογίες με αποτέλεσμα να είναι αναιρετέα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος/αναιρεσείοντος, που είχε δικαστεί πρωτοδίκως ερήμην και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την από 23-4-2018 αγωγή του ως νόμω αβάσιμη χωρίς να την ερευνήσει κατ'ουσίαν.
V. Με τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 248/2019). Ο λόγος από τον αριθ. 8 είναι δυνατόν να συντρέχει με αυτόν από τον αριθ.9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Και ο μεν λόγος από τον αριθ. 9 αναφέρεται στο αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., ο δε λόγος από τον αριθ. 8 στη βάση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου (αφορά τον ισχυρισμό ή το λόγο έφεσης).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την αυτοτελή βάση της αγωγής του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος/αναιρεσίβλητος να του καταβάλει αναγωγικά το ποσό των 13.125,87 ευρώ, που κατέβαλε δια συμψηφισμού στο Ελλ.Δημόσιο.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των με επίκληση προσκομισθέντων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν, αναφορικά με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα εξής: α) Με την από 23-4-2018 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διέλαβε τα εξής: "Από τα ανωτέρω (έχουν προηγηθεί οι νομικές σκέψεις για τις διατάξεις των άρθ. 487 επ.
ΑΚ) προκύπτει ότι ο ίδιος, κατά τη διάρκεια της θητείας μου ενήργησα με επιμέλεια και ευσυνειδησία τα καθήκοντά μου, προς όφελος και μόνο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Άρτας - Φιλιππιάδος, την οποία ωφέλησα και ουδόλως έβλαψα, ρυθμίζοντας μάλιστα και τις οφειλές που είχε δημιουργήσει πριν την ανάληψη των καθηκόντων μου, ενήργησα ως εντολοδόχος και ως διοικητής αλλοτρίων και ως εκ τούτου ουδεμία ευθύνη είχα ή έχω ή προκύπτει από την εσωτερική μας σχέση για την καταβολή των οφειλών του εναγόμενου, λόγος για τον οποίο ολόκληρη η οφειλή της Ένωσης και ήδη του εναγόμενου, απέναντι στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Άρτας και ήδη ΕΦΚΑ, η μη καταβολή των οποίων συνιστά υπεξαίρεση, πρέπει να καταβληθεί από τον εναγόμενο, η εκ μέρους μου δε και κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με συμψηφισμό) καταβολή, έγινε λόγω της προβλεπόμενης από το άρθρο 50 του ν.4174/2013 αλληλέγγυας και εις ολόκληρον συνευθύνης των ασκούντων τη διοίκηση, άνευ ουδεμίας δικής μου, καταγνωσθείσας ή μη, υπαιτιότητας...".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας με την υπ'αριθ. 45/2019 οριστική απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του ενάγοντος, απέρριψε την αγωγή του (άρθ. 272 § 1 ΚΠολΔ). Ο τελευταίος με την από 23-9-2019 έφεσή του επανέφερε την ιστορική βάση της αγωγής του με αμφότερες τις αγωγικές βάσεις ήτοι αυτήν της αδικοπραξίας και αυτήν της αξίωσης καταβολής του ποσού λόγω αναγωγής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή καθό μέρος στηριζόταν στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ενώ παρέλειψε να αποφανθεί για το εξ αναγωγής αίτημα του ενάγοντος/εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, το οποίο επαναφέρθηκε με την έφεσή του, υποπίπτοντας την πλημμέλεια εκ των αριθ. 8 και 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή κατά το μέρος τούτο, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί κατά το μέρος τούτο η υπόθεση για να δικασθεί από το ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αυτού αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 226/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ