Supreme Court dismisses appeal for failure to prove specific legal error regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a football club against a lower court's decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider a specific document regarding the composition of the disciplinary committee. The court rejected this claim because the lower court's explicit findings and references to the document proved it had been duly evaluated. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must specify the exact legal provision violated and the specific factual assumptions upon which the error occurred; mere assertion of error without linking it to concrete facts is insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1313 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1313/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΠΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μπίρδα.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Χ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γερακάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2658/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 KΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 KΠολΔ.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ` επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του KΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους συναφείς, πρώτο και δεύτερο (πρώτο σκέλος αυτού) λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα: Α) Ως προς την απόρριψη του πρώτου λόγου της από 7-10-2015 με αριθμό καταθέσεως ΒΑΒ457/2015 ακυρωτικής της αγωγής, με την οποία είχε ζητήσει την ακύρωση της 12/2015 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου (Εφέσεων) της ΕΠΟ, λόγω μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Εφετείο, αφενός μεν, ότι " η αναιρεσιβαλλομένη, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανονιστικών διατάξεων που δέχθηκε ότι πρέπει να εφαρμοστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ λόγω της ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη, πέραν του ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέους κανόνες δικαίου την συγκεκριμένη περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2433/1966, τις οποίες και παραθέτει στο αιτιολογικό της και όχι αυτές του ν. 2725/1999, όπως τροποποιηθείς ίσχυε το κρίσιμο χρονικό διάστημα", αφετέρου, μετά την παράθεση των σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, " οι παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης είναι 'κυριολεκτικά' και 'μεταφορικά' απολύτως αυθαίρετες και έρχονται σε αντίθεση τόσο με τις διατάξεις του αθλητικού ν. 2725/1999, όσο και με τις διατάξεις του άρθρου 41 περ.
Ζ του τότε ισχύοντος κανονισμού της ΕΠΟ, που έχουν κανονιστική ισχύ για τους εμπλεκομένους με το άθλημα του ποδοσφαίρου, καθόσον από καμιά κανονιστική διάταξη, δεν προβλέπεται με οποιοδήποτε τρόπο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, η 'νόμιμη' (;) δυνατότητα του επιδιαιτητή, αφενός να μην δέχεται προταθέντα από το ένα μέρος διαιτητή, με το πρόσχημα ότι αυτός δεν περιλαμβάνεται στον ισχύοντα και ενεργό κατάλογο διαιτητών της ΕΠΟ", και αφετέρου να διορίζει (!!!) αυτός ο ίδιος ως επιδιαιτητής, κάποιον διαιτητή, που έπρεπε να προτείνει κάποια πλευρά από τους μετέχοντες στην συμφωνία διαιτησίας !!!", και στη συνέχεια, "δεν είναι μόνο η έλλειψη αναφοράς στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης της ισχύουσας κανονιστικής διάταξης....αλλά και η εντελώς αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη σε οποιαδήποτε διάταξη άποψη....Οι παραδοχές αυτές που είναι αντίθετες με την φύση και το σκοπό της διαιτητικής επιλύσεως των σχετικών οικονομικών διαφορών, δεν προκύπτουν από οποιαδήποτε κανονιστική διάταξη....Πέραν όμως αυτών η αναιρεσιβαλλομένη κάνει συνεχώς λόγο στο αιτιολογικό της για "τον ισχύοντα υφιστάμενο και ενεργό κατάλογο διαιτητών για το Διαιτητικό Δικαστήριο Εφέσεων της ΕΠΟ", ο οποίος υπήρχε στη γραμματεία του Διαιτητικού αυτού σχηματισμού και ήταν αναρτημένος στο site της ΕΠΟ, δεν αναφέρει όμως, όπως όφειλε, στο αιτιολογικό της, από πόσα και ποια άτομα αποτελείτο ο κατάλογος αυτός, πότε είχε υποβληθεί από τον συνεταιρισμό της SUPER LEAGE προς την ΕΠΟ, με ποια απόφαση του ΔΣ της ΕΠΟ είχε εγκριθεί και για ποιο χρονικό διάστημα ίσχυε......", Β) Ως προς την απόρριψη των δευτέρου και τρίτου λόγων ακυρώσεως της προαναφερομένης αγωγής της, με το πρώτο σκέλος του συναφούς δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεν παραθέτει στο αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που κατά την κρίση της αποδείχθηκαν ως προς την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου που έκρινε εφαρμοστέους στην συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος των όρων και προυποθέσεων των εφαρμοστέων διατάξεων, λόγω του ασαφούς αποδεικτικού πορίσματος, ως προς το ζήτημα της χρησιμοποίησης ή μη των ιδιωτικών γνώσεων των μελών του διαιτητικού σχηματισμού για το θέμα της νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου Εφέσεων της ΕΠΟ...".
Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες λόγοι, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 KΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, για το ορισμένο τους και οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου 2725/1999 τις οποίες το Εφετείο δεν εφάρμοσε ή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 41 περ.
Ζ του κανονισμού της ΕΠΟ, ο οποίος και δεν προσδιορίζεται, ούτε βεβαίως αναφέρονται οι διατάξεις της διαιτητικής συμφωνίας και του κανονιστικού πλαισίου της ΕΠΟ (Κωδικοποιημένο Καταστατικό ΕΠΟ, Κανονισμός Εφαρμογής Καταστατικού, Δικονομικός Κανονισμός Επιτροπής Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών ΕΠΟ), που φέρονται, από την αναιρεσείουσα, ως παραβιασθείσες, επιπρόσθετα, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την αναιρεσείουσα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη απόφαση ούτε και σε τι συνίστανται οι επικαλούμενες αντιφάσεις, σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της μη νόμιμης συγκρότησης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και της χρήσης υπό των μελών του των ιδιωτικών τους γνώσεων, ενώ, κατά τα λοιπά, με τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή τους, πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, από το Εφετείο, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη και αμφιβολιών μόνο για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 49/2020).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (δεύτερο σκέλος αυτού), από το άρθρο 559 αριθ. 11γ KΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των βάσιμων αμφιβολιών, για το αν το Εφετείο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, έλαβε υπόψη του το παρακάτω έγγραφο, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις ενώπιόν του προτάσεις της, ήτοι:
το από 7-4-2015 έγγραφο του Δ.Σ της ΕΠΟ, από το οποίο προέκυπτε σαφώς, ότι έως την 6-4-2015, δεν υπήρχε απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠΟ για ισχύοντα και ενεργό κατάλογο διαιτητών την αγωνιστική περίοδο 2014-2015 και η σχετική απόφαση ελήφθη τότε, όταν δηλαδή είχε ήδη συνεδριάσει για την υπόθεση ο διαιτητικός σχηματισμός, αν και υπήρχε εγκεκριμένη λίστα διαιτητών εγκεκριμένη από το Δ.Σ.
της ΕΠΟ ήδη από 16-11-2013, από την οποία διόρισε η ίδια διαιτητή και αναπληρωτή διαιτητή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά" και την ρητή αναφορά του ως άνω εγγράφου στην πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της χρήσης εκ μέρους των μελών του διαιτητικού σχηματισμού όσον αφορά την νόμιμη συγκρότηση αυτού, έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο.
Κατ' ακολουθία αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 KΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που παρίσταται, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 KΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΠΑΕ", για αναίρεση της 2658/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ