Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly assessed admissibility and standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued the lower court erred in not declaring the appeal inadmissible due to lack of passive standing, claiming the child was the proper defendant. The court found the appellant's own petition documents established her standing and legal interest, making the lower court's assessment correct. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 68 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the admissibility of an appeal based on the substantive documents filed, and a failure to declare an appeal inadmissible due to lack of standing is not a ground for cassation if the standing is evident from the original petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1313 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1313/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: N. (Ν.) K. (Κ.) του I. (Ι.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. - Κ. Κ. του Λ. - Φ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Στυλιανό Σταματόπουλο και Ιωάννη Μαγγανιάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9/03/2017 και 13/03/2017 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10006/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1431/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-06-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξουσίους δικηγόρους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνον πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και σε περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.
Στις παραπάνω περιπτώσεις, η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί.
Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται ερήμην". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498, 226 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αρχική ή μεταγενέστερη, αναβληθεί αυτή για νέα μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά την νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ.
γ' ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, διά της επίδοσης σ' αυτούς πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής. (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 375/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του …/….3.2019 δικαστικού πληρεξουσίου που συντάχθηκε ενώπιον του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Ταλίν Εσθονίας, στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κατσένη, για τη δικάσιμο της 24.2.2020.
Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο (24.2.2020), αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης, με αίτηση του αναιρεσίβλητου, για τις 25.5.2020, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων και με πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η 8.3.2021 και γράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/30.5.2020.
Ακολούθως, κατά την αμέσως ανωτέρω δικάσιμο ματαιώθηκε εκ νέου για τον ίδιο ως άνω λόγο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και με πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος και ειδικά η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του ν. 4792/2021.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, η οποία ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της (άρθρο 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ). Από την υπ' αριθ 3284Α/3.3.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή.
της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Χ. Μ., προκύπτει ότι επιδόθηκε στον οριζόμενο σύμφωνα με το ανωτέρω δικαστικό πληρεξούσιο, πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της αναιρεσείουσας η 52/27.2.2020 βεβαίωση αναβολής της Γραμματείας του Αρείου Πάγου (Τμήμα Πολιτικό και Αρχείου) με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ορίστηκε για τις 24.2.2020 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 25.5.2020.
Επομένως, μετά την ανωτέρω επίδοση της βεβαίωσης αναβολής και με δεδομένο ότι για τις μεταγενέστερες δικασίμους που προσδιορίστηκαν με πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η απολιπόμενη αναιρεσείουσα έχει νομίμως κλητευθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 1431/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε κατ' ουσία την από 24.9.2018 έφεση και τους από 2.11.2018 πρόσθετους λόγους του αναιρεσίβλητου κατά της 10006/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 9.3.2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει και στην περίπτωση που τακτικό πολιτικό Δικαστήριο επιλήφθηκε υπόθεσης η οποία κατά το νόμο ανήκει στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού Δικαστηρίου (ΑΠ 87/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό, κατ' άρθρο 562 παρ.2γ ΚΠολΔ μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 20/2008). Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (Ολ ΑΠ 11/2000, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 1529/2017).
Εξάλλου, κατά τον Κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2003 "για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας", ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 1347/2000 και ο οποίος εφαρμόζεται ως προς τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν πριν την 1.8.2022, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ.2 του νέου Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2019, οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του προαναφερθέντος Κανονισμού περί γονικής μέριμνας, επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού και με κυρίαρχο κριτήριο αυτό της εγγύτητας.
Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, αφού ως εγγύτερα προς τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσής του είναι και τα καταλληλότερα, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του ή κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας (βλ. 12η αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του Κανονισμού 2201 (2003).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 8 του άνω Κανονισμού υπό τον τίτλο "γενική δικαιοδοσία", τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού, το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής. Μετά την άσκηση "προσφυγής" (αγωγής ή αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων) σε αρμόδιο δικαστήριο, αυτό διατηρεί καταρχήν τη διεθνή του δικαιοδοσία ακόμα και αν το παιδί κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (αρχή της "perpetuatio fori").
Ως εκ τούτου η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού ενώ εκκρεμεί η διαδικασία, δεν συνεπάγεται μεταβολή όσον αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία. Εάν το παιδί δεν έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή εντός αυτής της περιόδου, τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης διατηρούν, καταρχήν, τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού.
Περαιτέρω, η έννοια της "συνήθους διαμονής", σύμφωνα με τους στόχους και τους σκοπούς του Κανονισμού, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έννοια συνήθους διαμονής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αλλά σε μια "αυτόνομη" έννοια του κοινοτικού δικαίου. Στοιχεία προσδιοριστικά της ύπαρξης "συνήθους διαμονής" στο έδαφος ενός κράτους είναι ασφαλώς η σταθερή φυσική παρουσία του παιδιού σε ορισμένο κράτος μέλος, ώστε σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες να μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία του εκεί δεν είναι προσωρινή ή ευκαιριακή, αλλά απόρροια της ενσωμάτωσής του σε αντίστοιχο και κατά το δυνατόν κατάλληλο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον.
Τέτοιοι κρίσιμοι παράγοντες είναι κυρίως, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι διαμονής του παιδιού στο έδαφος του κράτους μέλους ή αναλόγως οι αιτίες της μετοίκησης της οικογένειας του παιδιού στο κράτος αυτό και επίσης η ιθαγένεια, οι γλωσσικές γνώσεις, ο τόπος και οι συνθήκες φοίτησης του παιδιού, καθώς και το σύνολο των οικογενειακών και κοινωνικών του σχέσεων στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
Στο πλαίσιο της νομολογιακής εφαρμογής του πιο πάνω Κανονισμού έχει γίνει δεκτό ότι υπάρχει συνήθης διαμονή του τέκνου σε ορισμένο κράτος, όταν η εκεί παρουσία του εκφράζει την σε κάποιο βαθμό ενσωμάτωσή του σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Η διαπίστωση των όρων που χαρακτηρίζουν ως συνήθη τη διαμονή του παιδιού σε κράτος μέλος αφορά τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και είναι έργο των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να δεχθούν ή να αρνηθούν την ύπαρξη δικαιοδοσίας τους σε υπόθεση γονικής μέριμνας με στοιχεία αλλοδαπότητας, η σχετική όμως κρίση, δηλαδή αν με βάση το σύνολο των περιστάσεων του παιδιού εντοπίζεται η συνήθης διαμονή του σε ορισμένο κράτος μέλος, αποτελεί εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας και συνεπώς στο πλαίσιο του ελληνικού δικονομικού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 927/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι (διάδικοι) με κοινή βούληση αποφάσισαν από το θέρος 2016 να μετοικήσουν οριστικά στην Ελλάδα, μαζί με το ανήλικο τέκνο τους.
Προς τούτο έλυσαν τη μισθωτική σχέση που τους συνέδεε με την κατοικία τους στο ... (η εναγομένη, μάλιστα, ζήτησε τη επιστροφή της εγγύησης), ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) έπαυσε τη λειτουργία της επιχείρησης εστιατορίου που εκεί λειτουργούσε με φθίνουσα πορεία, συσκεύασαν με τη συνδρομή συμπατριωτών του ενάγοντος και φίλων την οικοσκευή τους και την απέστειλαν στην Ελλάδα με την μεταφορική εταιρεία KLM Eesti AS, με τη συναίνεση αμφότερων εγένετο προεγγραφή από την εκ πατρός μάμμη του τέκνου στο προνήπιο του Κολλεγίου Ελλάδος, από όπου είχε αποφοιτήσει ο ενάγων πατέρας του, μετέβησαν οικογενειακώς στην … αεροπορικώς χωρίς να έχουν εκδώσει εισιτήριο επιστροφής προς ….
στις 29.11.2016 και εγκαταστάθηκαν αποκτώντας μόνιμη και σταθερή οικογενειακή στέγη σε διαμέρισμα επί της οδού ... αφού παρέλαβαν και τακτοποίησαν στη συγκεκριμένη κατοικία το σύνολο της οικοσκευής τους, η δε εναγόμενη (αναιρεσείουσα) ενεγράφη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση προς παρακολούθηση μαθημάτων για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας για το χρονικό διάστημα από 6-12-2016 ως 17-2-2017 (επίπεδο Α1) και εν συνεχεία για το διάστημα από 22-2-2017 ως 19-6-2016 (επίπεδο Α2), ενέργεια που πρόδηλα φανερώνει επιθυμία της και προσπάθεια ενσωμάτωσης (προσαρμογής) στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του Έλληνα συζύγου της.
Παράλληλα το τέκνο (νήπιο ηλικίας 2 ετών και 7 μηνών περίπου κατά το επίδικο διάστημα) που βαπτίσθηκε χριστιανός ορθόδοξος και έχει την ελληνική ιθαγένεια, χρησιμοποιεί στις συνομιλίες με τον πατέρα του την ελληνική γλώσσα και διευκολύνεται (υποστηρίζεται) στην ενσωμάτωσή του στην ελληνική καθημερινότητα από τους εκ πατρός πάππο και μάμμη καθώς και την αδελφή του τελευταίου και νονά του.
Η δικαστική διένεξη των διαδίκων ξεκίνησε με την έγερση της από 23-1-2017 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος κατά της συζύγου του για ανάθεση σ' αυτόν προσωρινά της επιμέλειας του κοινού τέκνου, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια της τελευταίας (με τη συνδρομή αμφοτέρων των γονέων της που ταξίδεψαν στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό από τη … και τρίτου προσεσημασμένου στις ελληνικές αρχές προσώπου) να αναχωρήσει κρυφίως με το τέκνο στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του πατέρα που ασκούσε έως τότε από κοινού με τη μητέρα τη γονική του μέριμνα.
Παράλληλα και η εναγόμενη άσκησε στις 24-1-2017 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με το ίδιο ως ανωτέρω περιεχόμενο. Εν όψει των παραπάνω αποδειχθέντων καθίσταται πρόδηλο ότι: 1) εφαρμόζεται ο Κανονισμός 2201/2003 εφόσον η υπόθεση υπό τα προεκτεθέντα ανάγεται σε διαφορά γονικής μέριμνας (και δη το δικαίωμα επιμέλειας κατ' άρθρο 1 παρ.1β σε συνδυασμό με παρ.2α του Κανονισμού) τέκνου υπηκόων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Έλληνος και Εσθονής υπηκόου αντιστοίχως) και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε σχέση με γαμική διαδικασία κατά την παράγραφο 5 του Προϊμίου του εν λόγω Κανονισμού. 2) Υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού και ειδικότερα του κριτηρίου της εγγύτητας που θεσπίζει σε σχέση με την αρμοδιότητα η παράγραφος 12 του Προϊμίου του ως άνω Κανονισμού, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού και εν προκειμένω τα ελληνικά δικαστήρια αφού κατά την άσκηση των ως άνω αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων (προσφυγών) υπό την έννοια της κατάθεσης των εισαγωγικών εγγράφων της δίκης (αρ.κατ.7469/856/23-1-2017 και 7568/860/24-1-2017 αντιστοίχως) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (ως επιληφθέν δικαστήριο) από αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις σχετικές εκάστου κοινοποιήσεις καθώς και την έκδοση των προσωρινών διαταγών (άρθρο 2 παρ.4, 7, 9, άρθρο 8 παρ.1, 16 παρ.1α του 2201/2003 ΕΚ) η συνήθης διαμονή του κοινού τέκνου (με την έννοια της φυσικής του παρουσίας και συμβίωσης με αμφότερους τους γονείς που ασκούσαν από κοινού τη γονική του μέριμνα, υπό τις προπαρατεθείσες συγκεκριμένες συνθήκες όχι ευκαιριακά ή περιστασιακά αλλά μόνιμα σε συγκεκριμένη κατοικία επί της ..., έχοντας συναποκομίσει το σύνολο της οικοσκευής και του οικογενειακού εξοπλισμού και στο πλαίσιο συγκεκριμένου σταθερού κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος στο οποίο είχε ενσωματωθεί επικοινωνώντας στη γλώσσα τους) είναι η Ελλάδα παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη περί συνήθους διαμονής στην Εσθονία και μετάβασης στην Ελλάδα "προσωρινώς μόνο για τις γιορτές των Χριστουγέννων" καθώς και για να "ανακοινώσουν" στους γονείς του ενάγοντος τον χωρισμό τους, περιστατικά που δεν επιβεβαιώθηκαν από ουδεμία των προαναφερομένων αποδείξεων.
Στην ίδια κρίση άλλωστε κατέληξαν και τα δικαστήρια της Εσθονίας στα οποία προσέφυγε η εναγομένη μετά την αποχώρησή της από την Ελλάδα (την επομένη της ανάθεσης της προσωρινής επιμέλειας του τέκνου με την από 27-1-2017 προσωρινή διαταγή) και την εγκατάστασή της στο …. (βλ. και από 7-3-2017 διάταξη του Περιφερειακού Δικαστηρίου Harju, που ανέστειλε τη συζήτηση της αίτησης της Ν.
Κ. για μερική αναστολή της κοινής επιμέλειας του ανήλικου τέκνου μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της Ελλάδος που επελήφθη πρώτο κατά τα προαναφερθέντα, βλ. επίσης την από 12-4-2017 Διάταξη του Περιφερειακού Δικαστηρίου Harju, που απέρριψε την προσφυγή της παραπάνω με θέμα το διαζύγιό της με τον ενάγοντα διότι ο συνήθης τόπος διαμονής των διαδίκων με βούληση αμφοτέρων ήταν η Ελλάδα και εντεύθεν θεμελιώνεται διεθνής αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστηρίων κατά το άρθρο 3 του εν λόγω Κανονισμού, βλ.
ακόμη την από 7-6-2017 Διάταξη του Ειρηνοδικείου του Ταλίν που απέρριψε την προσφυγή της εδώ εναγόμενης κατά της από 12-4-2017 Διάταξης του Περιφερειακού Δικαστηρίου Harju, διότι η τελευταία συνήθης διαμονή των αντιδίκων συζύγων ήταν η Ελλάδα). Ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 20 ΕΚ δεν τίθεται εν προκειμένω διότι τούτο έχει ως προϋπόθεση ότι το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων που επιλαμβάνεται σε επείγουσες περιπτώσεις είναι άλλο από το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης (δηλαδή εκείνο του άρθρου 8 ΕΚ), ενώ στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για το ίδιο δικαστήριο (ελληνικό).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω έσφαλε το πρωτόδικο δικαστήριο (όπως βάσιμα παραπονείται ο εκκαλών-ενάγων με το μοναδικό λόγο έφεσης και τον σχετικό πρόσθετο λόγο) που απέρριψε την από 9-3-2017 αγωγή του ενάγοντας κρίνοντας ότι δεν θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία του ελληνικού δικαστηρίου λόγω της όψιμης αμφισβήτησης και μη αποδοχής της δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της από 9-3-2017 αγωγής εκ μέρους της εναγόμενης παρά το γεγονός ότι προηγουμένως είχε αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του αφενός με την παράστασή της κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής στο πλαίσιο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εδώ ενάγοντος, αφετέρου με την προσφυγή της δια της ασκήσεως της από 24-1-2017 αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων στο ελληνικό δικαστήριο και παρά τη στενή σχέση του παιδιού με την Ελλάδα λόγω του ότι ο ενάγων πατέρας του έχει τη συνήθη διαμονή στην Ελλάδα και το ίδιο (τέκνο) έχει την ελληνική ιθαγένεια.
Η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού λόγω της αποχώρησης της εναγόμενης με το τελευταίο από την Ελλάδα μετά την άσκηση "προσφυγής" στο ελληνικό δικαστήριο (αρμόδιο κατά το άρθρο 8 του ΕΚ 2201/2003) αφού με τη σχετική της προς αυτό αίτησης έλαβε προσωρινά την επιμέλειά του και η εγκατάστασή της στην Εσθονία (ενώ εκκρεμούσε η σχετική δικαστική διαδικασία) δεν συνεπάγεται μεταβολή της διεθνούς δικαιοδοσίας του ως άνω δικαστηρίου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε και κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που απέρριψε την από 9.3.2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου, λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας και ερεύνησε, περαιτέρω, την αγωγή αυτή, την οποία και δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και ανέθεσε την οριστική επιμέλεια του ανήλικου τέκνου στον αναιρεσίβλητο και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του αποδώσει το τέκνο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, αφού υπό τις ως άνω παραδοχές ήτοι: α) της απόκτησης συνήθους διαμονής του τέκνου στην Ελλάδα, μετά την οριστική μετοίκηση των διαδίκων μετά του ανήλικου τέκνου τους στην Ελλάδα, αποκτώντας μόνιμη και σταθερή οικογενειακή στέγη σε διαμέρισμα επί της οδού ...
και της προσπάθειας ενσωμάτωσής του στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του αναιρεσίβλητου- πατέρα του και β) της άσκησης των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, που εμπίπτουν στην έννοια της "προσφυγής" του εν λόγω Κανονισμού, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, κατά το χρόνο που οι διάδικοι μετά του τέκνου τους είχαν συνήθη διαμονή στην Αθήνα, τα ελληνικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα του τέκνου των διαδίκων, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή στην Ελλάδα κατά τη στιγμή της άσκησης των προσφυγών (άρθρα 8 παρ.1 και 16 παρ.1α του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003).
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τις οποίες πλήττονται οι ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσίβλητης για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.1, 16 παρ.1α και 20 του ανωτέρω Κανονισμού, αφού η συνήθης διαμονή του τέκνου ήταν το ...
και ότι η άσκηση των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δεν εμπίπτουν στην έννοια της "προσφυγής", έτσι ώστε να γεννάται ζήτημα αποδοχής της δικαιοδοσίας του ελληνικού δικαστηρίου με την άσκηση αυτών, αφορούν πλημμέλειες παραβίασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου και σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 του Κανονισμού, εξειδικεύοντας την αόριστη νομική έννοια της συνήθους διαμονής του τέκνου, με την παράθεση σαφών και πλήρων αιτιολογιών. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε, επίσης, διευκρινιστικά απλώς περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Ομοίως, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Περαιτέρω τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η ομολογία (άρθρο 339 ΚΠολΔ) αποδεικνύουν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 66/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 1150/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ` άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001) αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 23/2020, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο 1) παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 2) εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί.
Ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δέχτηκε γεγονός που δεν προτάθηκε από τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) με την αγωγή του και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα επιδεικνύει νευρική συμπεριφορά και καταναλώνει αλκοόλ και ως εκ τούτου είναι ακατάλληλη ως μητέρα, καθώς επίσης δέχθηκε περιστατικά, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και συγκεκριμένα ότι στις 27.1.2017 η αναιρεσείουσα πραγματοποίησε έξοδο από το σπίτι μόνη και επέστρεψε υποβασταζόμενη από ένα άγνωστο ζευγάρι σε κατάσταση μέθης και ότι παρεμπόδιζε την επικοινωνία μέσω skype του αναιρεσίβλητου με το τέκνο, ανοίγοντας συσκευές εντός του σπιτιού, μία από τις οποίες ήταν το κομπρεσέρ.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως συμπεράσματα προκύπτοντα από την εκτίμηση των αποδείξεων, εκτίθενται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την ως άνω κρίση του.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.
Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της. (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 46/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσίβλητου για ανάθεση σ' αυτόν την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, αφού στρέφεται αυτή κατά της αναιρεσείουσας ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια του ανήλικου τέκνου και όχι ατομικά κατά της ίδιας.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής και του αιτήματος αυτής περί ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου, προκύπτει ότι εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής και ειδικά ότι η αναιρεσείουσα ατομικά είναι πράγματι η υπόχρεη της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης και όχι το ανήλικο τέκνο.
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου στην καταθέσασα λόγω ελλείψεως υποχρεώσεως καταβολής κατ' άρθρο 495 παρ. 3 και 592 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που έχει υποβάλει προτάσεις, λόγω της ήττας της (ΚΠολΔ 176,183, 191 παρ. 2)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.6.2019 αίτηση της N. (Ν.) K. (Κ.) για αναίρεση της 1431/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ