Legislator Case Law & Legislation
1313/2020 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal against mandatory 3% contribution to public civil servants' fund for private hospitals.

Case Number 1313/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the lawyer's appeal challenging a mandatory 3% contribution to the Public Civil Servants' Fund. The court held that this contribution applies to all non-civil servants providing services to public hospitals, including those on fixed fees, as it does not violate the constitutional principle of equality. Consequently, the lower court's decision upholding the contribution was confirmed as lawful.

Legislator headnote

AI generated

Art. 22 of Law 422/1981; The mandatory contribution to the Public Civil Servants' Fund for services rendered to public hospitals does not violate the constitutional principle of equality and applies equally to lawyers on fixed fees.

Keywords

AI generated
Public Civil Servants Fund mandatory contribution public hospitals principle of equality fixed fee lawyers social security fund constitutional review

Cited Legislation

AI generated
Art. 22 of Law 422/1981
Art. 4 para. 1 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1313 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1313/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Ι., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πεπόνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Νικολετάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 400/1-4-2014. Εκδόθηκαν η 1509/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 7438/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 171/20-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Το άρθρο 22 του π.δ. 422/1981 "περί κωδικοποιήσεως των περί Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων διατάξεων" (ΦΕΚ Α' 114/4-5-1981), με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 1050/1942, όπως ίσχυε πριν το ν. 4254/2014 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου γένεσης της ένδικης απαίτησης, προβλέπει ότι μεταξύ των πόρων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) περιλαμβάνεται και κράτηση 3% "επί του αντιτίμου των πάσης φύσεως υπηρεσιών ή εργασιών των προσφερομένων υπό μη κεκτημένων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού Ταμείου ή ΝΠΔΔ" (παρ.

Α' εδ. β'). Η κράτηση αυτή επιβάλλεται "μόνον εφ' όσον η [.....] δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμόν α) των Πολιτικών Υπουργείων και Υπηρεσιών, β) των Ειδικών Ταμείων ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου υπό του Κράτους συσταθέντων και γ) πάσης Επιτροπής ή άλλου συλλογικού οργάνου Διοικήσεως, συσταθέντος υπό του Κράτους προς άσκησιν κρατικής λειτουργίας".

Το ποσοστό της κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. Α' του εν λόγω άρθρου κράτησης περιορίζεται στο ήμισυ, "προκειμένου περί πράξεων εν αις συμβαλλόμενα τυγχάνουσι δημόσια νοσηλευτικά Ιδρύματα, εξαιρέσει των αποδοχών των εκ του προσωπικού αυτών μετεχόντων του ΜΤΠΥ, υποκειμένων εις πλήρη υπέρ αυτού κράτησιν" [δηλαδή επί του αντιτίμου εργολαβιών ή εκτελούμενων έργων, όταν οι εν λόγω δαπάνες βαρύνουν τον προϋπολογισμό των δημοσίων νοσηλευτικών ιδρυμάτων (άρθρο 22 παρ.

Α' εδ. α' π.δ. 422/1981)]. Εξάλλου, στο άρθρο 26 παρ.1 του ίδιου ως άνω διατάγματος, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν.δ. 1050/1942, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "1. Αι επί των τακτικών αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων εν γένει και των υπαλλήλων των Ειδικών Ταμείων ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ως και αι επί των προσθέτων αμοιβών ή οιωνδήποτε άλλων αποζημιώσεων των αυτών ως άνω υπαλλήλων κρατήσεις υπέρ του ΜΤΠΥ ορίζονται κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, καταργουμένης πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως, αφορώσης είτε τας κατά το παρόν άρθρον κρατήσεις υπέρ του ΜΤΠΥ είτε τας εκ τούτων εξαιρέσεις: [α)...

β)...]. γ) Η επί των πάσης φύσεως αποδοχών και οιωνδήποτε άλλων αποζημιώσεων των καταβαλλομένων εις τους μη μετόχους του ΜΤΠΥ δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους ή κρατικούς λειτουργούς κράτησις ορίζεται εις εν τοις εκατόν (1%)....". Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 παρ.2 του α.ν. 1538/1950, εκδόθηκε το β.δ. της 20/24 Αυγούστου 1951 "περί καταργήσεως κρατήσεων υπέρ ΜΤΠΥ" (ΦΕΚ Α' 236/24-8-1951), στο άρθρο μόνο του οποίου ορίζεται ότι "Από 1ης Ιουλίου 1951 καταργείται η υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων επιβεβλημένη δυνάμει των εν ισχύι διατάξεων κράτησις επί του μηνιαίου μισθού των υπαλλήλων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οίτινες δεν τυγχάνουν μέτοχοι του Ταμείου τούτου".

Με το προαναφερόμενο β.δ., καταργήθηκε μόνο η κράτηση 1% επί των πάσης φύσεως αποδοχών που καταβάλλονται στους μη μετόχους του ΜΤΠΥ υπαλλήλους των ΝΠΔΔ, που προβλεπόταν από το άρθρο 3 παρ.1 περ. γ' του ν.δ. 1050/1942, ρύθμιση η οποία και δεν περιλήφθηκε στο κωδικοποιημένο π.δ. 422/1981, όπως προκύπτει από το άρθρο 26 αυτού, με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 3 του ν.δ. 1050/1942, που αναφέρεται στις κρατήσεις επί των αποδοχών των υπαλλήλων.

Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η κράτηση ποσοστού 3% ή 1,5% του άρθρου 22 παρ. Α' του π.δ. 422/1981 υπέρ του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων, η οποία αποτελούσε πόρο αυτού, καταργήθηκε με το άρθρο πρώτο, παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.3, περ. 2.Α, στοιχ. ιστ' του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7-4-2014), σύμφωνα με το οποίο από 1-1-2015 καταργούνται, μεταξύ των άλλων, και οι διατάξεις "του άρθρου 5 του ν.δ. 1050/1942 και της παρ.

Α' του άρθρου 22 του π.δ. 422/1981" υπέρ του ΜΤΠΥ (οι ένδικες κρατήσεις ανάγονται σε προγενέστερο χρονικό διάστημα), πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν θα προέβαινε στην κατάργηση της εν λόγω κράτησης από 1-1-2015, εάν με το προαναφερόμενο βασιλικό διάταγμα (20/24-8-1951) αυτή είχε καταργηθεί από την 1η Ιουλίου 1951.

2. Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μίας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας (ΟλΑΠ 24/2006).

Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά το δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια, τα οποία διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες, ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων, που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΣτΕ 1286/2012, ΟλΣτΕ 2180/2004).

3.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017).

4.Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 15-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης 400/1-4-2014 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε την 1-7-1996 ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία, σε κενή οργανική θέση του εναγομένου νοσοκομείου, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπαγόμενος μισθολογικά στο καθεστώς των νόμων για το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.

Ότι το εναγόμενο, μολονότι το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) δεν εγγράφει ως μετόχους τους δικηγόρους, που απασχολούνται σε ΝΠΔΔ με έμμισθη εντολή, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2010 έως και τον Απρίλιο του 2014, παρακράτησε συνολικά το ποσό των 3.196,22 ευρώ, που αντιστοιχεί στις κρατήσεις υπέρ του ΜΤΠΥ επί των αποδοχών του εκ ποσοστού 1,5%, σύμφωνα με το άρθρο 22 του π.δ. 422/1981, και ότι οι κρατήσεις αυτές είναι παράνομες και αυθαίρετες.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος και τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 3.196,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 1509/2014 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατ' αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7438/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.

5.Το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη ως άνω 7438/2018 απόφασή του, αφού παρέθεσε τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν (με αριθμό 1), έκρινε μη νόμιμη την αγωγή. Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, διέλαβε τα ακόλουθα: Ότι με το από 20 Αυγούστου 1951 β.δ., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του α.ν. 1538/1950, "καταργήθηκε μόνο η κράτηση 1% στις πάσης φύσεως αποδοχές που καταβάλλονται στους μη μετόχους του ΜΤΠΥ υπαλλήλους των ΝΠΔΔ, που προβλεπόταν από το άρθρο 3 παρ.1 περ. γ' του ν.δ. 1050/1942 (ρύθμιση η οποία δεν περιλήφθηκε άλλωστε στην κωδικοποίηση του π.δ. 422/1981, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν άρθρο 26 του τελευταίου π.δ., με το οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 3 του ν.δ. 1050/1942, που αναφέρεται στις κρατήσεις στις αποδοχές των υπαλλήλων) και δεν καταλαμβάνει την κράτηση στο αντίτιμο των υπηρεσιών ή εργασιών που προσφέρονται από μη έχοντες την ιδιότητα υπαλλήλου ΝΠΔΔ, εφόσον η σχετική δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό ΝΠΔΔ, όπως η κράτηση που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ.1 περ. β' του ν.δ. 1050/1942, η οποία αναφέρεται στους πόρους του ΜΤΠΥ και κωδικοποιήθηκε με το προεκτεθέν άρθρο 22 του π.δ. 422/1981. Επιπλέον, οι δικηγόροι με πάγια αντιμισθία συνδέονται με τον εντολέα τους με σχέση έμμισθης εντολής και όχι με υπαλληλική σχέση [...].

Συνεπώς, δεν καταργήθηκε η προβλεπόμενη υπέρ του Ταμείου κράτηση στο ποσό της αντιμισθίας των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ΝΠΔΔ, όπως νόμιμα και ορθά κρίθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση". Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 και 26 του π.δ. 422/1981 και του άρθρου μόνου του β.δ. της 20/24-8-1951 και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε την υπ' αριθμό 149/1963 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι το εκδοθέν, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 του α.ν. 1538/1950, από 20/24-8-1951 β.δ. αφορά και τους δικηγόρους που παρέχουν νομικές εργασίες σε ΝΠΔΔ με πάγια αντιμισθία, εφόσον δεν είναι μέτοχοι του ΜΤΠΥ. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η δικαστική απόφαση και η νομολογία, εν γένει, δεν αποτελεί κανόνα δικαίου, ώστε να ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.

6. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι κρατήσεις υπέρ του ΜΤΠΥ, που έγιναν σε βάρος του και χωρίς το τελευταίο να δέχεται την εγγραφή του ως μετόχου, παραβίασε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, σχετικά με τον ισχυρισμό ότι (αντιγραφή κατά λέξη) "η επιβολή της ένδικης κράτησης αντιβαίνει στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και συνιστά δυσμενή σε βάρος του (ενάγοντος) μεταχείριση και ότι παράβαση της αρχής της ισότητας συνιστά και η πρόβλεψη διενέργειας κράτησης 1,5% στην αντιμισθία των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε νοσηλευτικά ιδρύματα, που είναι επίσης ΝΠΔΔ, αφού η ένδικη κράτηση στερείται ανταποδοτικού χαρακτήρα, καθώς δεν εγγράφεται στο Ταμείο και δεν μετέχει στις παροχές του", έκρινε ως εξής:

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι α) η ένδικη κράτηση είναι κοινωνικός πόρος, που αποβλέπει στην ενίσχυση των εσόδων του Ταμείου για την πραγμάτωση σκοπών κοινωνικής ασφάλισης και συνιστά, υπό ευρύτερη έννοια, εισφορά, β) η αρχή της ανταποδοτικότητας μεταξύ ασφαλιστικών εισφορών και παροχών δεν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, γ) αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί η νομιμότητα διενέργειας της ένδικης κράτησης στην αντιμισθία του ενάγοντος και όχι η νομιμότητα του αποκλεισμού του από τις ασφαλιστικές παροχές του Ταμείου, δ) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του π.δ. 422/1981, το ποσοστό της κράτησης περιορίζεται στο μισό (1,5%), όταν πρόκειται για το εργολαβικό αντάλλαγμα συμβάσεων προμηθειών ή εκτέλεσης έργων, στις οποίες συμβάλλονται δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και όχι όταν πρόκειται για το αντίτιμο υπηρεσιών ή εργασιών, που προσφέρονται στα ιδρύματα αυτά, όπως η αντιμισθία των απασχολούμενων δικηγόρων και ε) το εισόδημα του επί παγία αντιμισθία αμειβόμενου δικηγόρου θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν μεταβάλλει τη φύση των δικηγορικών υπηρεσιών ως υπηρεσιών ελευθέρου επαγγελματία, κρίνει ότι δεν έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η επιβολή της επίμαχης κράτησης αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η μισθολογική εξομοίωση των δικηγόρων με έμμισθη εντολή με τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων ή των υπαλλήλων ΝΠΔΔ, δεν σημαίνει ότι μπορούν να θεωρηθούν ως υπάλληλοι, υπό οιανδήποτε έννοια, αφού γίνεται δεκτό ότι, ακόμη και υπό καθεστώς πάγιας αντιμισθίας, οι δικηγόροι συνεχίζουν να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα.

Με βάση τα ανωτέρω, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή για την επί της αρχής της ισότητας θεμελιούμενη (κατά τον ενάγοντα) βάση της, επικυρώνοντας έτσι την εκεί εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ.

Α' του π.δ. 422/1981 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), την οποία εφάρμοσε κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτή κράτηση (3%), που αποτελεί κοινωνικό πόρο και αποβλέπει στην ενίσχυση των εσόδων του ΜΤΠΥ, για την πραγμάτωση σκοπών κοινωνικής ασφάλισης, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η κράτηση αυτή αφορά το αντίτιμο των προσφερόμενων υπηρεσιών ή εργασιών όλων όσων δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ειδικού ταμείου ή ΝΠΔΔ και δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθούν της εφαρμογής οι δικηγόροι με πάγια αντιμισθία, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αίτησης, είναι αβάσιμος.

7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, διότι το αναιρεσίβλητο, το οποίο παρέστη, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, με δήλωση και κατέθεσε προτάσεις, δεν περιλαμβάνει σε αυτές σχετικό αίτημα (ΚΠολΔ 106 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2018 και με αριθμό κατάθεσης 171/20-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 7438/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020.

-Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ