Legislator Case Law & Legislation
1313/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on abuse of right claim in sale contract dispute.

Case Number 1313/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the first-instance judgment regarding a sale contract dispute. The appellants argued that the respondent abused their right to issue a payment order by demanding the return of the car after full payment, citing threats made against them. The court found the respondent's claim valid because the appellants had already paid the full price, and the respondent knew this fact while acting on behalf of the third party who made the threats. Consequently, the court ruled that the first-instance court did not err in rejecting the abuse of right argument as the facts did not meet the legal threshold for such a claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 560 of the Civil Procedure Code; The court held that a claim for abuse of right is unfounded when the opposing party's actions are based on valid legal grounds and the alleged bad faith does not contradict the principles of good faith or the social purpose of the right.

Keywords

AI generated
abuse of right payment order sale contract good faith civil procedure threats full payment

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1313 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1313/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Θ., 2) Ε. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μελιγό και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Παπαϊωάννου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3803/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9866/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/9/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 18/5/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Τζαβάρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28.9.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 9866/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 3803/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η από 11.7.2012 ανακοπή των αναιρεσιόντων κατά της 6607/2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης απέρριψε την ανακοπή τους.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2011).

Επίσης, παραβιάζεται αντίστοιχα, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 142/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής" τα εναγόμενα εκ συναλλαγματικής πρόσωπα δεν δύνανται να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις που στηρίζονται επί των προσωπικών σχέσεων αυτών μετά του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών, εκτός εάν ο κομιστής κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τις διατάξεις, δε, των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 236, 361 και 424 εδ, α' ΑΚ, συνάγεται ότι για να έχει αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με καταβολή πρέπει αυτή να είναι προσήκουσα, δηλαδή να υπάρχει ταυτότητα οφειλόμενης και καταβαλλόμενης παροχής, ώστε ο δανειστής να λαμβάνει ό,τι δικαιούται να αξιώσει από τον οφειλέτη σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση (ΑΠ 907/2005) και να γίνει: 1) είτε προς το δανειστή προσωπικά ή τον επιτετραμμένο από το δικαστήριο ή το νόμιμο ή δικαστικό αντιπρόσωπο του δανειστή, εφοδιασμένο στην τελευταία περίπτωση με πληρεξούσιο έγγραφο, 2) είτε προς τον έχοντα ειδική εξουσιοδότηση του δανειστή, ρητή (π.χ.

με έκταξη του άρθρου 876 Α.Κ.) ή και σιωπηρή, προκύπτουσα από τη σχέση του δανειστή με τον εξουσιοδοτημένο (π.χ. του ταμία μιας επιχειρήσεως προς είσπραξη των πωλούμενων από αυτή πραγμάτων) να λάβει την παροχή ενεργώντας στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με τη συγκατάθεση του δανειστή, 3) είτε προς τρίτο δεκτικό καταβολής πρόσωπο, το οποίο προσδιόρισε ο δανειστής, κατόπιν συμβάσεως του με τον οφειλέτη, παρέχοντας (κληρονομητό) δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει με αποσβεστικά αποτελέσματα την παροχή προς τον δεκτικό καταβολής, ο οποίος δεν είναι μονομερώς ανακλητός.

Καταβολή που έγινε σε άλλον, εκτός από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, έστω και αν αυτός τελούσε σε συγγνωστή πλάνη - με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 889, 224, 1654, 1540, 1541, 426 ΑΚ και 822 ΚΠολΔ - εκτός αν ο δανειστής εγκρίνει μια τέτοια καταβολή ή ωφελείται από αυτή, λόγω αποδόσεως του ληφθέντος στο δικαιούχο ή κληρονομήσεως του ενός από αυτούς από τον άλλο ή αποσβέσεως της υποχρεώσεως αποδόσεως του καταβληθέντος από τον λαβόντα τρίτο στο δανειστή από άλλη αιτία.

Ο οφειλέτης, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 285/2011, ΑΠ 626/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 3803/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, μετά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος ανακόπτων συμφώνησε τον Μάϊο του έτους 2011 με τον καθ' ου, να εισάγει ο τελευταίος από τη Γερμανία επ' ονόματί του και να μεταπωλήσει στον ανακόπτοντα ένα ΙΧ μεταχειρισμένο αυτοκίνητο μάρκας VW τύπου Golf.

Για τη σύναψη της παραπάνω συμφωνίας μεσολάβησε ο κοινός γνωστός των διαδίκων, Θ. Ν., με τον οποίο ο πρώτος ανακόπτων είχε παλαιότερα επαγγελματική σχέση, καθώς εργαζόταν στα νυχτερινά καταστήματα που ο τελευταίος διατηρούσε. Πράγματι, ο καθ' ου στις 17.5.2011 εισήγαγε ως ιδιώτης από τη Γερμανία ένα αυτοκίνητο μάρκας VW τύπου 1Κ Golf, με αριθμό πλαισίου ….., κυλινδρισμού 1390 CC, έτους κατασκευής 2006 και χρώματος μαύρου (βλ.

την υπ' αριθ. …17.5.2011 δήλωση ειδικού φόρου κατανάλωσης του Τελωνείου Κατερίνης και το υπ' αριθ. ..9421/23.5.2011 αποδεικτικό είσπραξης τελωνισμένων εμπορευμάτων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι). Το παραπάνω αυτοκίνητο έλαβε αριθμό κυκλοφορίας ... και το τίμημα για την πώλησή του στον πρώτο ανακόπτοντα συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 20496 ευρώ.

Στις 31.5.2011 το αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε στον πρώτο ανακόπτοντα, με συμφωνία παρακράτησης κυριότητας μέχρις εξόφλησης του τιμήματος και ο ανακόπτων, έναντι εξόφλησης μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος, αποδέχθηκε τις επίδικες τρεις συναλλαγματικές που εξέδωσε ο καθ' ου, ποσού 3416 ευρώ εκάστη και συνολικού ποσού 10248 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής 11.6.2011, 11.7.2011 και 11.8.2011 αντίστοιχα, στην δε τελευταία συναλλαγματική τριτεγγυήθηκε υπέρ του πρώτου ανακόπτοντα η δεύτερη ανακόπτουσα.

Ωστόσο, προφανώς λόγω αδυναμίας καταβολής όλου του τιμήματος, στις 22.12.2011 και με υπεύθυνη δήλωσή του ο πρώτος ανακόπτων εξουσιοδότησε τον καθ' ου να ενεργήσει για λογαριασμό του προκειμένου να μεταβιβάσει περαιτέρω σε τρίτους το παραπάνω αυτοκίνητο, το οποίο και παρέδωσε σε αυτόν. Ωστόσο, στις 5.3.2012 ο πρώτος ανακόπτων επέδωσε στον καθ' ου την από 1.3.2102 εξώδικο διαμαρτυρία του και δήλωση ανάκλησης πληρεξουσιότητας, με την οποία, επικαλούμενος την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος του επιδίκου αυτοκινήτου, τον καλούσε να του το αναμεταβιβάσει, ανακαλώντας την προς αυτόν ως άνω από 22.12.2011 εξουσιοδότηση.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ανακόπτοντα, ήταν ο καθ' ου να ζητήσει στις 23.5.2012 και να πετύχει την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος ανακόπτων να του καταβάλει το ποσό των παραπάνω συναλλαγματικών και η δεύτερη ανακόπτουσα να του καταβάλει εις ολόκληρον με τον πρώτο το ποσό της συναλλαγματικής στην οποία τριτεγγυήθηκε υπέρ του πρώτου ανακόπτοντα.

Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι, πραγματικός αντισυμβαλλόμενος του πρώτου ανακόπτοντα και πωλητής του επίδικου αυτοκινήτου ήταν ο Θ. Ν., ότι ο καθ' ου ενεργούσε για λογαριασμό του τελευταίου και κατ' εντολή του, επειδή ήταν επαγγελματίας εισαγωγέας αυτοκινήτων, η δε καταβολή του τιμήματος για την ανωτέρω πώληση θα γινόταν στον Θ.

Ν., πραγματικό πωλητή του αυτοκινήτου. Ο παραπάνω ισχυρισμός, όμως, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο αυξημένης αξιοπιστίας, η δε αξιοπιστία των καταθέσεων των μαρτύρων των ανακοπτόντων δεν ενισχύεται από κανένα έγγραφο, αντιθέτως, από τα έγγραφα που προεκτέθηκαν και προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η από 1.3.2012 εξώδικη δήλωση του πρώτου ανακόπτοντα, συνάγεται ότι ο καθ' ου ήταν ο πωλητής του αυτοκινήτου και εισήγαγε αυτό από τη Γερμανία ως ιδιώτης και όχι ως αντιπρόσωπος και επαγγελματίας εισαγωγέας για λογαριασμό του Θ.

Ν., ενώ δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η επικαλούμενη από τους ανακόπτοντες στενή σχέση εμπιστοσύνης του καθ' ου με τον Θ. Ν. . Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι ανακόπτοντες ότι ο πρώτος αυτών υποχρεώθηκε να παραδώσει το επίδικο αυτοκίνητο στον ανωτέρω Θ. Ν., ο οποίος τον ανάγκασε με απειλές να παράσχει και εξουσιοδότηση προς τον καθ' ου για τη μεταπώλησή του, επειδή, δε, όπως ισχυρίζεται εξόφλησε ολοσχερώς το τίμημα για την αγορά του, ανακάλεσε την άνω εξουσιοδότησή του και ζήτησε την παράδοση σε αυτόν του αυτοκινήτου .

Ισχυρίζονται, επομένως, οι ανακόπτοντες πως έχουν εξοφλήσει τις επίδικες συναλλαγματικές σε χρόνο ήδη πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενοι προς επίρρωση του ισχυρισμού τους, αντίγραφα καταθετηρίων διαφόρων ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Θ. Ν. και της συζύγου του, καθώς και τρεις συναλλαγματικές με ημερομηνίες 11.9.2011, 30.9.2011 και 11.10.2011 ποσού 3416 ευρώ εκάστη αυτών, τις οποίες έχει αποδεχθεί ο πρώτος ανακόπτων και έχει τριτεγγυηθεί υπέρ του η δεύτερη ανακόπτουσα, οι οποίες ισχυρίζονται ότι επίσης εκδόθηκαν από τον καθ' ου και αυτός τις επέστρεψε σε αυτούς λόγω ολοσχερούς εξόφλησης του τιμήματος για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου.

Ωστόσο, όσον αφορά τις παραπάνω συναλλαγματικές, αυτές δεν φέρουν στα σώματά τους υπογραφή εκδότη ή στοιχεία του εις διαταγή του οποίου ήταν πληρωτέες, επομένως από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι τις εξέδωσε και αυτές ο καθ' ου, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες. Όσον, δε, αφορά στις ως άνω καταθέσεις των διαφόρων ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς του Θ.

Ν. και της συζύγου του, αφενός από τα αντίγραφα των καταθετηρίων δεν προκύπτει η αιτία κατάθεσης, επομένως δεν αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν από τον πρώτο ανακόπτοντα για την εξόφληση των επίδικων συναλλαγματικών, αφετέρου σε κάθε περίπτωση και δεκτού γενομένου ότι οι καταθέσεις αυτές έγιναν για τον παραπάνω λόγο, ουδαμόθεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω Θ.

Ν. είχε εξουσιοδοτηθεί από τον καθ' ου, πωλητή του αυτοκινήτου και εκδότη των συναλλαγματικών, να εισπράξει για λογαριασμό του τις επίδικες συναλλαγματικές, ή ότι ο καθ' ου γνώριζε και ενέκρινε τις ως άνω καταβολές για την εξόφληση των επίδικων συναλλαγματικών για τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, όπως απαιτείται για να είναι ισχυρή η εξόφληση σε τρίτον, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 417 του Α.Κ.

Επομένως και συνεπεία των ανωτέρω, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος τυγχάνει ο πρώτος λόγος ανακοπής των ανακοπτόντων και, επομένως, με το να κρίνει η εκκαλουμένη απόφαση τα αντίθετα και να κάνει δεκτή την ανακοπή, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, αφού ο σχετικός λόγος της εφέσεως γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση..".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" και 417 ΑΚ, με την παραδοχή της ότι οι επικαλούμενες καταβολές χρημάτων του πρώτου από αυτούς δεν έγιναν σε εξόφληση των συναλλαγματικών με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, καθώς επίσης παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας.

Ως προς τα διδάγματα κοινής πείρας εκτίθενται ειδικότερα τα εξής: αποτελεί δίδαγμα κοινής πείρας ότι "στις καθημερινές εμπορικές συναλλαγές, πολύ περισσότερο δε στις συναλλαγές προσώπων που κινούνται στο όριο της νομιμότητας και μετέρχονται ανάλογα μέσα, το εξής: στις συναλλαγματικές δεν υπάρχει η υπογραφή του εκδότη, ούτε συμπληρώνονται το όνομα του κομιστή και ο τόπος και χρονολογία εκδόσεως και αποδοχής των αξιογράφων, παρά τα στοιχεία αυτά συμπληρώνονται εκ των υστέρων προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, μετά από αίτηση του κομιστή αυτών".

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν έλαβε τούτο υπόψη του, και δέχθηκε ότι οι συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξης 11.9.2011, 30.9.2011 και 11.10.2011, μεταγενέστερες των επίδικων, τις οποίες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες, ως εκδοθείσες από τον αναιρεσίβλητο για μέρος του τιμήματος του αυτοκινήτου, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν εκδοθεί από τον αναιρεσίβλητο, αφού δεν φέρουν στα σώματά τους υπογραφή του εκδότη ή τα στοιχεία εκείνου σε διαταγή του οποίου ήταν πληρωτέες, ενώ χρησιμοποιώντας το ως άνω δίδαγμα κοινής πείρας για την έμμεση απόδειξη των κρίσιμων γεγονότων του ισχυρισμού τους, θα έπρεπε να δεχθεί ότι οι επίδικες συναλλαγματικές είχαν πληρωθεί στον πραγματικό πωλητή του αυτοκινήτου Θ.

Ν. και είχαν εξοφληθεί με καταβολή του ποσού σ' αυτόν. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο πρώτος λόγος της αναίρεσης: 1) Ως προς το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 17 ν. 5325/1932 και 417 ΑΚ, ενώ στηρίζεται περαιτέρω και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Δικαστήριο δέχθηκε κατάρτιση σύμβασης πωλήσεως του αυτοκινήτου μεταξύ πρώτου αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου, ενώ οι αναιρεσείοντες στηρίζουν το λόγο τους στον ισχυρισμό τους ότι η σύμβαση καταρτίστηκε με πωλητή του αυτοκινήτου τον Θ.

Ν., σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως το Δικαστήριο ερμήνευσε ή εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν δίδαγμα κοινής πείρας κατά την έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών, αλλά την παραβίαση του επικαλούμενου διδάγματος κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και σε επιχειρήματα που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες σχετικά με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο των αποδείξεων, την οποία ανεπίτρεπτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην πραγματικότητα πλήττουν υπό την επίφαση του ως άνω λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή ή την ένσταση όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτών, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟΛΑΠ 6/2016). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, δεν πληρούται δε, εάν ο υπόχρεος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 1158/2011, ΑΠ 894/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης προσβάλουν την απόφαση επειδή απέρριψε την προβληθείσα από αυτούς ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη ως αόριστη, δεχόμενο ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά δεν παρίστανται ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος έκδοσης της διαταγής πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, σχετικά με τον ενδιαφέροντα την αναίρεση ως άνω λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της ανακοπής τους και επικαλούμενοι τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζουν όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ο καθ' ου άσκησε το δικαίωμά του να εκδώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και καταχρηστικά, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ισχυρισμός ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, καθώς οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται κανένα νέο διαφορετικό και αυτοτελές γεγονός ή συμπεριφορά του καθ' ου, συνεπεία του οποίου να προκύπτει η προφανής υπέρβαση από αυτόν των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., αντιθέτως στηρίζουν σχεδόν εξ ολοκλήρου και αυτόν τον ισχυρισμό τους σε, επικαλούμενες από αυτούς, πράξεις και ενέργειες, όχι του καθ' ου, αλλά τρίτου προσώπου και δη του Θ.

Ν.. Συνεπεία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί και ο παραπάνω λόγος της ανακοπής και η υπό κρίση ανακοπή στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος να ερευνηθεί". Τα περιστατικά, δε, τα οποία κατά το ιστορικό τους συνθέτουν τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμούς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλλά και του περιεχομένου της αγωγής, αναφορικά με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ζητούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, είναι τα ακόλουθα:

Πραγματικός πωλητής του αυτοκινήτου προς τον πρώτο αναιρεσείοντα είναι ο Θ. Ν.. Ο αναιρεσίβλητος, επειδή ήταν επαγγελματίας εισαγωγέας αυτοκινήτων, ενεργώντας για λογαριασμό και κατ' εντολή του Θ. Ν., εισήγαγε το ένδικο αυτοκίνητο από τη Γερμανία. Το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης αυτού θα καταβάλλονταν στον πωλητή Θ.

Ν.. Ο αγοραστής πρώτος αναιρεσείων εξόφλησε το τίμημα στον ως άνω πραγματικό πωλητή. Ο Θ. Ν. με απειλές για τη ζωή και σωματική ακεραιότητα του ιδίου και της οικογενείας του, ανάγκασε τον πρώτο αναιρεσείοντα να του παραδώσει το αυτοκίνητο και να παράσχει εξουσιοδότηση προς τον αναιρεσίβλητο για τη μεταπώληση του αυτοκινήτου σε τρίτον, χωρίς να επιστρέψει τις συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί για το τίμημα, την οποία, όμως, ανακάλεσε και ζήτησε την απόδοση του αυτοκινήτου διότι είχε εξοφλήσει ολοσχερώς το τίμημα, η εξόφληση του τιμήματος είχε γίνει πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής και ο αναιρεσίβλητος γνώριζε όλα τα ανωτέρω αφού ενεργούσε για λογαριασμό του Θ.

Ν.. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας, ως αόριστη, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται.

Τούτο διότι, με βάση την ιστορική θεμελίωση της ένστασης, πραγματικά αυτή παρίσταται αόριστη, καθόσον, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται, δεν αρκούν να στηρίξουν κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αφού αποδίδονται οι πράξεις σε τρίτο πρόσωπο και όχι στον ασκούντα το δικαίωμα, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν δέχονται την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου από τις συναλλαγματικές, αλλά αιτιολογημένα αμφισβητούν τούτο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10.9.2015 αίτηση για αναίρεση της 10183/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 3206/2015 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.9.2015 αίτηση Α. Κ. και Ε. Μ., για αναίρεση της 9866/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ