Legislator Case Law & Legislation
1313/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for forgery conviction, upholding trial court's finding of intent and document fabrication.

Case Number 1313/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for forgery, rejecting claims of insufficient reasoning and misapplication of law. The trial court found the defendant guilty of creating fake payment receipts to deceive labor inspectors and the employer regarding unpaid wages. The appellate court affirmed that the evidence sufficiently established both the objective act of fabricating documents and the subjective intent to mislead, rendering the lower court's decision legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216 para. 1 of the Penal Code; Art. 510 para. 1 items D and E of the Code of Criminal Procedure: The court established that an appeal based on lack of specific reasoning or erroneous application of substantive criminal provisions must be rejected when the lower court's decision is fully substantiated by evidence proving the defendant's intent to fabricate documents and deceive others regarding legal consequences.

Keywords

AI generated
forgery conviction subjective intent fake payment receipts labor inspector deception appeal dismissal criminal procedure appeal unpaid wages fraud

Cited Legislation

AI generated
Art. 216 para. 1 of the Penal Code
Art. 510 para. 1 items D and E of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1313 / 2016 (Α Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1313/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Ιουλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Μπόμπολη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Η. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπεκιάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 15324/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 637/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο/τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων των συναλλαγών, προκύπτει ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, για δε την υποκειμενική θεμελίωση του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επί πλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιάφορου όντως αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Περαιτέρω, η χρήση στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτο και έτσι δώσει σ’ αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.

Η χρήση του εγγράφου μπορεί να γίνει με τη χρησιμοποίηση με τρόπο άμεσο ή και έμμεσο και με την χρήση δια τρίτου καλόπιστου προσώπου που αγνοεί την πλαστότητα.

Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ, στην περίπτωση του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, δηλονότι της τέλεσης από τον ίδιο δράστη περισσοτέρων της μιας ομοειδών πράξεων, που προσβάλουν το ίδιο έννομο αγαθό του αυτού ή διαφόρων προσώπων, με ενότητα του δόλου του δράστη, ως προς την τέλεση αυτών, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για τη επιμέτρηση της δε, λαμβάνει το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων.

II. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέρχονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

Ετέρωθεν, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό), του διατακτικού, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν της αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

III Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει και ειδικότερα από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως και κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι η κατηγορουμένη έχει τελειώσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι αποδείχθηκε ότι:

Η κατηγορούμενη στην Αθήνα την 9-5-2008, την 10-7-2008 και την 11-8-2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στην συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών.

Ειδικότερα, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." , στην οποία εργαζόταν η εγκαλούσα Ε. Τ., κατάρτισε τις από 9-5-2008, 10-7-2008 και 11-8-2008 πλαστές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες, αφού ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας της εγκαλούσας και ότι κατέβαλε σ’ αυτήν τις νόμιμες αποδοχές των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου 2008, αντίστοιχα, ήτοι, 545,43 ευρώ, για την περίοδο Απριλίου 2008, 502,02 ευρώ, για την περίοδο Ιουνίου 2008 και 525, 23 ευρώ, για την περίοδο Ιουλίου 2008, στην συνέχεα έθεσε επ’ αυτών, κάτω από την ένδειξη "Υπογραφή εργαζομένου", κατ’ απομίμηση, χωρίς κανένα δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή της εγκαλούσας, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπάλληλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά και τις δικαστικές αρχές, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι η ως άνω εκπροσωπούμενη απ’ αυτήν εταιρεία κατέβαλε δήθεν στην εγκαλούσα τους μισθούς των προαναφερόμενων μηνών.

Ακολούθως, έκανε χρήση των πλαστών αυτών αποδείξεων πληρωμής αφού, τις επέδειξε τόσο στους αρμοδίους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όσο και στην εγκαλούσα, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε στην τελευταία τις αποδοχές των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2008. Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης που παρατίθεται κατά πιστή μεταφορά του ότι το Δικαστήριο "

Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη του, ότι στην Αθήνα, την 9-5-2008, την 10-7-2008 και την 11-8-2008 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών.

Ειδικότερα, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..., στην οποία εργαζόταν η εγκαλούσα Ε. Τ., κατάρτισε τις από 9-5-2008, 10-7-2008 και 11-8-2008 πλαστές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες, αφού ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας της εγκαλούσας και ότι κατέβαλε σ’ αυτήν τις νόμιμες αποδοχές των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου 2008, αντίστοιχα, ήτοι 545,43 ευρώ, για την περίοδο Απριλίου 2008, 502,02 ευρώ, για την περίοδο Ιουνίου 2008 και 525,23 ευρώ, για την περίοδο Ιουλίου 2008, στη συνέχεια έθεσε επ’ αυτών, κάτω από την ένδειξη "Υπογραφή εργαζομένου", κατ’ απομίμηση, χωρίς κανένα δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή τής εγκαλούσας, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά και τις δικαστικές αρχές, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι η ως άνω εκπροσωπούμενη απ’ αυτήν εταιρεία κατέβαλε δήθεν στην εγκαλούσα τους μισθούς των προαναφερόμενων μηνών.

Ακολούθως, έκανε χρήση των πλαστών αυτών αποδείξεων πληρωμή^’ , αφού τις επέδειξε τόσο στους αρμόδιους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όσο και στην εγκαλούσα, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε στην τελευταία τις αποδοχές, των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2008. Στη συνέχεια την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία.

Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει, με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι’ αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13γ’ , 14, 16, 17, 26 παρ. 1, 27, 98, 216 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε δε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ουδέ στέρησε την απόφαση του αυτή ως νομίμως βάσεως.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, παράνομα και αυθαίρετα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, χωρίς να έχει κανένα προς τούτο δικαίωμα κατήρτισε, με την ιδιότητα της ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...", στη οποία εργαζόταν η εγκαλούσα Ε.

Τ., τις από 9-5-2008, 10-7-2008 και 11-8-2008 πλαστές αποδείξεις πληρωμής, περί καταβολής σε αυτή των νομίμων αποδοχών της των μηνών Απριλίου, Ιουνίου, και Ιουλίου 2008 αντίστοιχα, δηλαδή 545,43 ευρώ για τον Απρίλιο 2008, 502,02 ευρώ για τον Ιούνιο 2008 και 525,23 ευρώ για τον Ιούλιο 2008. Αιτιολογείται δε η κρίση του με την παραδοχή ότι κατάρτισε απ’ αρχής τις ανωτέρω πλαστές αποδείξεις πληρωμής, συνισταμένης της πλαστότητάς τους στα εξής:

κατάρτισε τις από 9-5-2008, 10-7-2008, και 11-8-2008 αποδείξεις, αφού ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας της εγκαλούσας και ότι κατέβαλε σ’ αυτήν τις νόμιμες αποδοχές των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου 2008, αντίστοιχα δηλαδή 545,43 ευρώ για τον Απρίλιο 2008, 502,02 ευρώ για τον Ιούνιο 2008 και 525,23 ευρώ για τον Ιούλιο 2008, και στη συνέχεια, έθεσε επ’ αυτών, κάτω από την ένδειξη "Υπογραφή εργαζομένου" κατ’ απομίμηση, χωρίς κανένα δικαίωμα, εντολή ή συναίνεση, την υπογραφή της εγκαλούσας, Αιτιολογείται επίσης η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για το δόλο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, με την παραδοχή ότι στην διάπραξη της ανωτέρω εγκληματικής πράξης προέβη με σκοπό να προσκομίσει τις άνω πλαστές αποδείξεις και να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά και τις δικαστικές αρχές, ότι η ως άνω εκπροσωπούμενη από αυτήν εταιρεία, κατέβαλε δήθεν στην εγκαλούσα τους μισθούς των προαναφερομένων μηνών, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε προβεί σε ουδεμία σχετική καταβολή προς αυτήν.

Στη συνέχεια δε έκανε χρήση αυτών αφού τις επέδειξε τόσο τους αρμοδίους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όσο και στην εγκαλούσα, ισχυριζόμενη ότι κατέβαλε στην τελευταία τις αποδοχές των μηνών Απριλίου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους 2008. Επομένως οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ.

Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό την επίφαση της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα και είναι για τον λόγο αυτό απαράδεκτοι.

Ακολούθως, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2016 αίτηση της Α. Η., του Ν., κατοίκου ..., που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 15324/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ