Supreme Court dismisses appeal regarding misinterpretation of autopsy report as matter of fact evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a construction loan dispute. The appellant argued the Court of Appeals misinterpreted an autopsy report by ignoring a missing page, claiming this constituted a reversible error. The court held that such arguments concern the evaluation of facts and evidence, which are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the evaluation of facts or the interpretation of evidence, even if the lower court made an error in its assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1313 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1313/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Παπουτσή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κων/νο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 594/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’ και 914 Α Κ, προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσείοντος για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης σε βάρος του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ...
έγινε αποκλειστικός κύριος ... κάθετης ιδιοκτησίας ... εμβαδού 1.056,95 τ. μ. και κατά ποσοστό 496,85%0 εξ αδιαιρέτου συγκύριος του ενιαίου αγρού, στον οποίο συστήθηκε η κάθετη ιδιοκτησία. Το ανωτέρω ακίνητο (αγρός) συνολικού εμβαδού 2.127,29 τ.μ, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του ... Νομού Τρικάλων, ...
και από τη βόρεια πλευρά του συνορεύει με τη δημοτική οδό και πέραν της οδού αυτής διέρχεται η ΕΟ Τρικάλων - Άρτας. Ο ενάγων, έχοντας αποφασίσει να ανεγείρει οικία εντός του ανωτέρω ακινήτου, ανέθεσε τη μελέτη ανέγερσης και την επίβλεψη αυτής στον πολιτικό μηχανικό Μ. Μ. Βάσει της μελέτης που εκπόνησε ο ανωτέρω μηχανικός εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...12-4-2004 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ν.Α.
Τρικάλων, σύμφωνα με την οποία επί της ως άνω ... κάθετης ιδιοκτησίας θα ανεγειρόταν οικία με καλυπτόμενη επιφάνεια 99,30 τ.μ., αποτελούμενη από ισόγειο όροφο και υπόγειο. Στις αρχές Ιουλίου 2005 ο ενάγων μετέβη στο κατάστημα Τρικάλων της εναγομένης και υπέβαλε αίτημα χορήγησης στεγαστικού δανείου για την ανέγερση της ανωτέρω οικίας.
Επίσης ο ενάγων, ο οποίος ήταν κάτοικος Χολαργού Αττικής, ζήτησε από τον υπάλληλο της εναγομένης υποδιευθυντή του ως άνω καταστήματός της Ε. Τ. να του συστήσει εργολάβο, προκειμένου να του αναθέσει την κατασκευή της ανωτέρω οικοδομής. Ο τελευταίος του συνέστησε τρία τουλάχιστον πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον αρχιτέκτονα μηχανικό Δ.
Τ.. Ο ενάγων, αφού ήλθε σε τον διαπραγματεύσεις με διαφόρους μηχανικούς, τελικά συνήψε με τον ως άνω Δ. Τ. την από 12-7-2005 σύμβαση έργου, με την ... οποία ο τελευταίος ανέλαβε την ανέγερση, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, όπως αυτή θα τροποποιούνταν μόνον ως προς το ύψος του υπογείου,... έναντι αμοιβής 140.865 ευρώ.
Στις 25-5-2005 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, ποσού 135.000 ευρώ, την οποία υπέγραψε για λογαριασμό τόσο του ενάγοντος όσο και της συζύγου του Φ. Θ., η οποία συμβαλλόταν ως εγγυήτρια, η δικηγόρος Τρικάλων Βασιλική Γαλαζούλα, δυνάμει ... ειδικού πληρεξουσίου ... .
Ο ανωτέρω εργολάβος Δ. Τ., περί τα μέσα Ιουλίου 2005, προτού να προβεί στην τροποποίηση της οικοδομικής άδειας και την κατάθεση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή της σχετικής δήλωσης του εργοδότη περί ανάθεσης σ’ αυτόν και της επίβλεψης της υπό ανέγερση οικοδομής, προέβη στην έναρξη των εργασιών ανέγερσης του έργου και συγκεκριμένα στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, στην κατασκευή θεμελίωσης στη ρίψη μπετόν καθαριότητας και στην κατασκευή των περιμετρικών τοιχίων του υπογείου από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Ο εργολάβος όμως, κατά παράβαση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, προέβη στη θεμελίωση και ανέγερση της οικοδομής όχι στη θέση που προβλεπόταν από την άδεια αυτή, αλλά σε εντελώς διάφορη θέση, ήτοι βορειότερα και πλησιέστερα προς τη δημοτική οδό, που διέρχεται από το βόρειο όριο του ακινήτου. Στις 25-7-2005 ο ...
Μ. Μ., στον οποίο, ... είχε ανατεθεί η επίβλεψη της υπό ανέγερση οικοδομής, πληροφορηθείς την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, δήλωσε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας Ν.Α. Τρικάλων ότι παραιτείται από την επίβλεψη της ανωτέρω οικοδομής. Κατόπιν αυτού με ... έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ν.Α. Τρικάλων διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών, η οποία πραγματοποιήθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα στις 29-7-2005, οπότε και κοινοποιήθηκε το ανωτέρω έγγραφο στον επικεφαλής του συνεργείου του εργολάβου Θ.
Μ., ο οποίος υπέγραψε επ’ αυτού. Κατόπιν αυτών διενεργήθηκε αυτοψία από αρμόδιο υπάλληλο της πολεοδομίας και διακόπηκαν επ’ αόριστον οι οικοδομικές εργασίες, η δε οικοδομή κρίθηκε αυθαίρετη και κατεδαφιστέα, λόγω της θεμελιώσεώς της σε θέση διαφορετική από εκείνη που προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια.
Ο ανωτέρω εργολάβος Δ. Τ., στις 29-7-2005, ημέρα Παρασκευή, αν και γνώριζε την κατά τα ως άνω διακοπή των οικοδομικών εργασιών, ζήτησε από την εναγομένη να πιστοποιήσει δια του αρμοδίου μηχανικού της την πρόοδο των εργασιών εκτέλεσης του έργου, προκειμένου να γίνει η εκταμίευση της πρώτης δόσης του δανείου.
Κατά τον ως άνω χρόνο ο ενάγων με τη σύζυγο του Φ. Θ. βρίσκονταν στην Κω για διακοπές. Η τελευταία ενεργώντας για λογαριασμό του ενάγοντος όλες τις προηγούμενες ημέρες, είχε συχνή τηλεφωνική επικοινωνία με τον ανωτέρω εργολάβο, ο οποίος τη διαβεβαίωνε ότι οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής προχωρούν κανονικά.
Επειδή, κατά πάγια τραπεζική πρακτική η πιστοποίηση γίνεται κατόπιν αιτήσεως του δανειολήπτη, ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης Ε. Τ., την ίδια ημέρα (29-7-2005), επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη σύζυγο του ενάγοντος και ρώτησε εάν συναινεί ο ενάγων να γίνει η πιστοποίηση των εργασιών ώστε εν συνεχεία να γίνει η εκταμίευση της δόσης του δανείου, η δε απάντηση που έλαβε ήταν καταφατική.
Την ίδια ημέρα (29-7-2005) επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη σύζυγο του ενάγοντος και η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος τους Βασιλική Γαλαζούλα, η οποία ρώτησε εάν ο ενάγων συναινεί στην εκταμίευση της δόσης του δανείου και στην καταβολή της στον εργολάβο και η απάντηση που έλαβε ήταν καταφατική ... Την 1-8-2005, ημέρα Δευτέρα, ο συνεργαζόμενος με την εναγομένη πολιτικός μηχανικός Θ.
Α., κατόπιν σχετικής εντολής της εναγομένης, διενήργησε αυτοψία στο ανωτέρω ακίνητο και συνέταξε ... "πιστοποίηση εκτελεσθέντων έργων", στην οποία πιστοποιούσε ότι η αξία των έργων που πραγματοποιήθηκαν στο ανωτέρω ακίνητο ανερχόταν στο ποσό των 23.232 ευρώ και η αγοραία αξία του ακινήτου στο ποσό των 51.232 ευρώ, δηλ. 28.000 ευρώ η αξία του οικοπέδου και 23.232 ευρώ η αξία των εκτελεσθέντων έργων.
Στην ως άνω πιστοποίηση δεν υπάρχει αναφορά για το γεγονός της θεμελίωσης της οικοδομής σε διαφορετική θέση από αυτή που προβλεπόταν στην οικοδομική άδεια. Την ίδια ημέρα (1-8-2005) έγινε η εκταμίευση της πρώτης δόσης του δανείου, ποσού 42.700 ευρώ,... Το ως άνω ποσό ... κατατέθηκε από την ... πληρεξούσια δικηγόρο του ενάγοντος την ίδια ημέρα (1-8-2005) και ώρα 13.00’ στον υπ’ αρ. ...
λογαριασμό, που διατηρούσε ο ανωτέρω εργολάβος Δ. Τ. στην εναγομένη τράπεζα. Στις 5-8-2005 ο ενάγων πληροφορήθηκε για τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, την θεμελίωση της οικοδομής σε θέση διάφορη της προβλεπόμενης από την οικοδομική άδεια, τη μη τροποποίηση της οικοδομικής άδειας ως προς το ύψος του υπογείου και τη μη κατάθεση δήλωσης στην πολεοδομική αρχή ότι ο ανωτέρω εργολάβος είναι επιβλέπων μηχανικός του έργου.
Στη συνέχεια ο εργολάβος Δ. Τ. με την από 29-8-2005 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στον ενάγοντα, κατήγγειλε τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση έργου και εγκατέλειψε το έργο, αρνούμενος να επιστρέψει το ως άνω ποσό των 42.700 ευρώ, που εισέπραξε ως αμοιβή. Κατόπιν αυτών ξεκίνησε μεταξύ του ενάγοντος και του ως άνω εργολάβου δικαστικός αγώνας στα πλαίσια του οποίου, πλην των άλλων, ασκήθηκε από τον ενάγοντα κατά του ως άνω εργολάβου αγωγή αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε ...
απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία μετά την απόρριψη της ασκηθείσας αναιρέσεως ... κατέστη αμετάκλητη και με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση από την μη εκτέλεση της μεταξύ τους συμβάσεως το ποσό των 51.759,90 ευρώ, από το οποίο ποσό 42.700 ευρώ αντιστοιχεί στο παραπάνω ποσό της δόσης του δανείου, που εισέπραξε ο εργολάβος.
Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο (29-7-2005), που ο υπάλληλος της εναγομένης Ε. Τ. τηλεφώνησε για να ρωτήσει εάν ο ενάγων συναινεί στη διενέργεια πιστοποίησης γνώριζε ότι είχε γίνει διακοπή των εργασιών από την πολεοδομία .... Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διά των προστηθέντων υπαλλήλων της διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι η εκταμίευση των δόσεων του δανείου θα γίνονταν μόνο μετά από προηγούμενη πιστοποίηση από μηχανικό της εναγομένης ύστερα από αυτοψία και σύνταξη σχετικής έκθεσης, τόσο του σταδίου των εργασιών όσο και της καλής εκτέλεσης αυτών ...
Η κατ’ εντολή της δανείστριας τράπεζας διενέργεια αυτοψίας και πιστοποίησης της προόδου των εργασιών στο δανειοδοτούμενο έργο αποσκοπεί αποκλειστικά στη διασφάλιση των συμφερόντων αυτής ώστε η αξία των εκτελεσθεισών εργασιών μαζί με την αξία του ακινήτου να ανταποκρίνεται στο ύψος της δόσης του δανείου που πρόκειται να εκταμιευθεί.
Αν πράγματι η εναγομένη είχε αναλάβει την υποχρέωση να πιστοποιήσει προς προστασία των συμφερόντων του ενάγοντος την σύμφωνη με την καλή εκτέλεση του δανειοδοτουμένου έργου ο όρος αυτός θα περιέχονταν στη δανειακή σύμβαση ή σε άλλη έγγραφη σύμβαση, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Εξάλλου ο ενάγων κατά την τηλεφωνική Επικοινωνία που είχε μέσω της συζύγου του με τον υπάλληλο της εναγομένης δεν ρώτησε καθόλου τον εν λόγω υπάλληλο (αλλά ούτε και την πληρεξούσια δικηγόρο του, στην οποία έδωσε εντολή για την εκταμίευση της δόσης του δανείου και την καταβολή της στον εργολάβο), εάν έγινε αυτοψία και πιστοποίηση των εκτελεσθεισών εργασιών από μηχανικό της τράπεζας, ούτε ζήτησε να μάθει για την αξία αυτών (εργασιών), ούτε για το ύψος της δόσης, που επρόκειτο να εκταμιευθεί και αν αυτή αντιστοιχούσε στην αξία των εκτελεσθεισών εργασιών, πράγμα που θα έπραττε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εάν πράγματι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από την εναγομένη ότι θα προέβαινε σε πιστοποίηση των εργασιών και δεν θα εκταμίευε τη δόση σε περίπτωση μη καλής εκτέλεσης του έργου.
Αντίθετα προέκυψε ότι ο ενάγων είχε πεισθεί απόλυτα από τον εργολάβο, με τον οποίο είχε επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες, ότι αυτός έχει εκτελέσει κανονικά μέρος του έργου και εδικαιούτο αντίστοιχης αμοιβής γι’ αυτό και έδωσε εντολή στην πληρεξούσια δικηγόρο του για την εκταμίευση της δόσης του δανείου και την καταβολή της στον εργολάβο, χωρίς προηγουμένως να προβεί σε κανένα έλεγχο (είτε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, είτε δια των υπαλλήλων της εναγομένης είτε δια τρίτου προσώπου) για την επαλήθευση των ανωτέρω διαβεβαιώσεων του εργολάβου ...
Η παράλειψη του πολιτικού μηχανικού Θ. Α., στον οποίο η εναγομένη είχε αναθέσει δυνάμει συμβάσεως έργου τη διενέργεια αυτοψίας και πιστοποίησης της προόδου των οικοδομικών εργασιών στο ακίνητο του ενάγοντος, να αναφέρει στην πιστοποίηση, που συνέταξε, ότι το κτίσμα είχε ανεγερθεί σε διαφορετική θέση από αυτή που προβλεπόταν από την οικοδομική άδεια ...
δεν γεννά ευθύνη της εναγομένης έναντι του ενάγοντος, ιδίως διότι, αφενός η εν λόγω πιστοποίηση αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην εξασφάλιση αυτής (εναγομένης) για το εκταμιευθέν ποσό της δόσης του δανείου, αφετέρου ο ενάγων κατά την επικοινωνία του με τον υπάλληλο της εναγομένης στις 29-7-2005 και έως την εκταμίευση της δόσης την 1-8-2005, δεν ζήτησε πληροφορίες από τους προστηθέντες της εναγομένης σχετικά με τις εκτελεσθείσες από τον εργολάβο εργασίες ή την αξία αυτών και αυτοί του απέκρυψαν την αλήθεια".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ακολούθως, ότι δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης Τράπεζας έναντι του ενάγοντος, ούτε με τη μορφή της παραβάσεως της συναλλακτικής υποχρέωσης για πρόνοια και ασφάλεια, και απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν η παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με σφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.
Τούτο διότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεν ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης.
Ειδικότερα, εφόσον κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση στεγαστικού δανείου, για τον έλεγχο της νομιμότητας του εκτελούμενου από τον, επιλογής του αναιρεσείοντος, αρχιτέκτονα μηχανικό Δ.
Τ., έργου, η παράλειψη του προστηθέντος υπαλλήλου της τράπεζας κατά την, κατ’ εντολήν της, διενεργηθείσα υπ’ αυτού αυτοψία και πιστοποίηση εκτελεσθέντων έργων, να προβεί και σε έλεγχο της νομιμότητας του εκτελούμενου έργου και ειδικότερα αν αυτό αναγείρεται σύμφωνα με την παρασχεθείσα στον αναιρεσείοντα οικοδομική άδεια, δεν καταφάσκει αδικοπρακτική συμπεριφορά, αντίθετη με το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, αφού κατά την κοινή τραπεζική πρακτική, σκοπός της πιστοποίησης των εκτελεσθεισών εργασιών, είναι μόνον η διασφάλιση ότι το έργο που εκτελέσθηκε ανταποκρίνεται στο ύψος της δόσης του δανείου που πρόκειται να εκταμιευθεί.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, εφόσον οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου, η παράβαση των οποίων και μόνο θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1β ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 1-8-2005 εκθέσεως αυτοψίας με το να μη δεχθεί ότι, εκτός από την δεύτερη σελίδα αυτής που ανέγνωσε, υπήρχε και προηγούμενη σελίδα, γεγονός που προκύπτει κατά τον αναιρεσείοντα από την αναφορά στην αναγνωσθείσα σελίδα της εκθέσεως αυτοψίας, της φράσης "της παραπάνω οικοδομής", την οποία (προηγούμενη σελίδα) δεν προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας η αναιρεσίβλητη και από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προέκυπτε η ευθύνη της τελευταίας ως προς την εκταμίευση του ποσού του στεγαστικού δανείου στον εργολάβο Δ.
Τ.. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι, υπό τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, σε κάθε περίπτωση δε, διότι υπό την επίφαση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση των ίδιων ως άνω περιστατικών, προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, το με την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής υποβληθέν αίτημα του αναιρεσείοντος, να προσκομίσει η αναιρεσίβλητη Τράπεζα την ως άνω πρώτη σελίδα της εκθέσεως αυτοψίας, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι οι αιτήσεις των διαδίκων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2014 αίτηση του Χ. Θ. για αναίρεση της 594/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ