1313/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 550/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1206/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/12/2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1313/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχει δε γίνει παγίως δεκτό, ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ο υπάλληλος δε στερείται το σύνολο των πλεονεκτημάτων από την εργασία. Η προστασία δηλαδή δεν περιορίζεται στο να μη θίγονται μόνο τα δικαιώματά του για αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες σχέσεις χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1313 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1313/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.Α.Τ.)" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η Τράπεζα με τη επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", καθολική διάδοχος της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη στα σωματεία με την επωνυμία 1) "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑLPHA ΒΑΝΚ", 2) "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 3) "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", 4) "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑLPHA ΒΑΝΚ προερχομένων εκ της ΙΟΝΙΚΗΣ", 5) "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ EFG EUROBANK ERGASIAS" τα οποία δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 550/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1206/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/12/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 7/3/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως η τύχη των εργασιακών σχέσεων ρυθμίζεται από το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ΠΔ 572/1988 (και τώρα 4 παρ. 1 και 2 Π.Δ. 178/2002), με το οποίο η ελληνική νομοθεσία προσαρμόστηκε στην Οδηγία 77 / 187 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (νυν Ε.Ε.) της 14-2-1977. Παράλληλα, ισχύουν οι περί προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16/18-7-1920 και του άρθρου 8 του ΠΔ της 8-12-1928 (η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3239/1955 που κάλυπτε προβλήματα εφαρμογής συλλογικού δικαίου, καταργήθηκε μαζί με το Ν. 3239/55 από το Ν. 1876/90), οι οποίες είναι δημόσιας τάξης.
Έχει δε γίνει παγίως δεκτό, ότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2112/1920 ο υπάλληλος δε στερείται το σύνολο των πλεονεκτημάτων από την εργασία. Η προστασία δηλαδή δεν περιορίζεται στο να μη θίγονται μόνο τα δικαιώματά του για αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 2112. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες σχέσεις χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών.
Με άλλα λόγια καθιερώνεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Συνακόλουθα διασώζεται η εργασιακή σχέση, καθ' όλο τα περιεχόμενό της και από την άποψη αυτή η διάταξη διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του μισθωτού. Ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και διαδοχής εργοδοτών αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση (αρθρ. 68 επ.
ΠΔ 498/87). Οι εργασιακές σχέσεις, όπως όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις που είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύνονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, η οποία ως διάδοχος εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των απορροφώμενων επιχειρήσεων ως δικαιοπαρόχων εργοδοτών.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΠΔ 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφώμενων επιχειρήσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως, και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Κατά συνέπεια, μετά την απορρόφηση εταιρείας από άλλη, η τελευταία υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από κανονισμό εργασίας, εκτός αν αυτός έπαυσε να ισχύει με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο (ΑΠ 453/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και ζ εδ. α' και β' του π.δ 572/1988 "Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς εκείνη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ειδικότερα προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, ορίζονται τα εξής: "1.Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο ... 2) με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά την για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας, 3) Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε υπό τη μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική εταιρία, είτε με μορφή λογαριασμού, που λειτουργεί στα πλαίσια της επιχείρησης, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεως ισχύουν τα εξής:
Α) αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για το μεταβιβάζοντα, ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης. Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρία, ο διάδοχος ανανεώνει τη σύμβαση ασφάλισης και με αυτήν. Β) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, στην περίπτωση αυτή πληροφορεί τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη μεταβολή των όρων, διαβουλεύεται με αυτόν και με τον μεταβιβάζοντα και καταρτίζει νέα σύμβαση ασφάλισης.
Αν μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρία στις διαβουλεύσεις μετέχει και εκπρόσωπός της για να υποβάλει νέες προτάσεις προς κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη και του τυχόν πλεονάσματος μαθηματικού αποθέματος". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές τίθεται ο κανόνας ότι, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, διατηρούνται όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων και όλες οι προς αυτούς υποχρεώσεις του εργοδότη, είτε αυτές προέρχονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από κανονισμούς εργασίας, ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρηματική συνήθεια.
Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγει η προεκτεθείσα παράγραφος 3, κατά την οποία επιτρέπεται στον διάδοχο είτε να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής, με τις ανωτέρω μορφές, σύμβασης, είτε να τη συνεχίσει με τους ίδιους όρους, οπότε ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης, ή με διαφορετικούς. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται νέα διαπραγμάτευση των όρων μεταξύ του διαδόχου, των εκπροσώπων των εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση και του αρχικού εργοδότη και, αν στο σύστημα ασφάλισης μεσολαβεί ασφαλιστική εταιρία και του εκπροσώπου αυτής.
Η απόφαση του διαδόχου να αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης ή να συνεχίσει αυτήν με διαφορετικούς όρους, είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθεί και να γνωστοποιηθεί πριν από τη μεταβίβαση της επιχείρησης, διαφορετικά έχει εφαρμογή ο προαναφερόμενος κανόνας, δηλαδή της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των προς αυτούς υποχρεώσεων του εργοδότη, που πηγάζουν και από την τυχόν υφιστάμενη ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 1277/2010).
Ακόμη, με τα άρθρα 21 του ν. 281/ 1914 "περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.
Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ, σύμφωνα με το άρθρο 12 β' Εισ. Ν. ΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων κ.λ.π.", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του ν. 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λ.π.".
Έτσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού ν. 1264/ 1982, κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία, και λειτουργούν ως σωματεία.
Επομένως έχει απ' αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ.α' Α Κ., η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του Β.Δ. της 15/20.5.1920, (που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως"), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαιώματα να αποχωρήσουν από το σωματείο.
Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθ.2 Α.Κ.), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την απoχώρηση αυτή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990, "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή ΝΠΔΔ.
Κατ' εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ' αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ (ΑΠ 1466/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αρ.1, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ομοίως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του ο ποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τέλος, "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.8β ΚΠολΔ των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους.
Ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα της κρίσης με το λόγο αυτό (ΑΠ 924/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: "Με την από 1/6/2004 αγωγή του ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου το ενάγον (ήδη αναιρεσείον) ισχυρίσθηκε ότι ιδρύθηκε - συστήθηκε το 1979 και λειτουργούσε έκτοτε με το εκάστοτε ισχύον καταστατικό του, έχον ως σκοπό τη χορήγηση στα μέλη του μηνιαίου επικουρικού βοηθήματος, όταν αυτά αποχωρούν από την υπηρεσία.
Ότι ο Σύλλογος Υπαλλήλων της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος (ΤΚΕ) είχε ζητήσει την ασφάλιση σ' αυτό (ενάγον) του προσωπικού του και ότι η ως άνω Τράπεζα (ΤΚΕ) με το 1667/25-1-1983 έγγραφό της είχε γνωστοποιήσει προς το ΔΣ αυτού (ενάγοντος) ότι αποδέχθηκε την ασφαλιστική υπαγωγή των υπαλλήλων της σ' αυτό και ότι ανέλαβε τις εκ του καταστατικού του υποχρεώσεις, ήτοι την καταβολή του ισχύοντος ασφαλίστρου (εργοδοτικής εισφοράς) 3% και την παρακράτηση και απόδοση στο ταμείο της ισχύουσας εισφοράς των εργαζομένων 4% αναδρομικώς από 1/1/1983.
Ότι με την από 17/12/1982 απόφαση του ΔΣ και την από 27/1/1983 απόφαση της ΓΣ αυτού (Ταμείου) έγιναν αντίστοιχα δεκτές οι ως άνω αίτηση του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος(ΤΚΕ) και το έγγραφο της ΤΚΕ περί προσχωρήσεως της και ασφαλιστικής υπαγωγής των υπαλλήλων της στο Ταμείο. Ότι στο άρθρο 2 παρ.1 του καταστατικού του που ισχύει μετά την τροποποίηση του που εγκρίθηκε με την 43/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε ότι "Μέλη του Ταμείου γίνονται α) τα πρόσωπα που παρέχουν κάθε φορά εξαρτημένη εργασία, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με αμοιβή στην ΙΛΤΕ και στις Τράπεζες Εργασίας, Κρήτης, Κεντρικής Ελλάδος, Επαγγελματικής Πίστης, Αττικής, Επενδύσεων, Πειραιώς, Μακεδονίας-Θράκης, Αραβοελληνικής Τράπεζας, ΕΤΕΒΑ, Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας και στην Εθνική ΑΕ Διοικήσεως και Οργανώσεως, τα οποία είναι μέλη των οικείων Συλλόγων των Τραπεζών αυτών...2α.
Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται μετά την έγκριση της αιτήσεως ενδιαφερομένου από το ΔΣ του Ταμείου ..." και με βάση το άρθρο αυτό το σύνολο του προσωπικού της ΤΚΕ ασφαλιζόταν έκτοτε για τον κλάδο επικουρικής ασφάλισης στο ενάγον. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι την 30/7/1999η ΤΚΕ συχγωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ", την οποία απορρόφησε και μετέβαλε την επωνυμία της σε "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ".
Ότι η ΤΚΕ αναφέρεται στο καταστατικό του ενάγοντος ως "συμμετέχουσα τράπεζα", δεν αποτελεί μέλος του Ταμείου ή της διοικήσεως αυτού, αλλά συνδέεται συμβατικώς προς το ενάγον, ήτοι με συμβατική σχέση που αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου που καταρτίστηκε στην Αθήνα την 25/1/1983 με την αποστολή του από 25/1/1983 εγγράφου προσχωρήσεως της ΤΚΕ προς το Ταμείο και την αποδοχή εκ μέρους του τελευταίου την 27/1/1983 από τη ΓΣ του.
Ότι με την τριμερή αυτή συμβατική σχέση η εργοδότρια Τράπεζα (υποσχεθείσα) υποσχέθηκε προς το ενάγον (δέκτη της υποσχέσεως) την καταβολή της εκάστοτε ισχύουσας ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη και την παρακράτηση και απόδοση της εκάστοτε ισχύουσας ασφαλιστικής εισφοράς εργαζομένου υπέρ των εργαζομένων της (ωφελούμενοι τρίτοι).
Ότι η υπόσταση του ενάγοντος εξαρτάται από τη διατήρηση της ασφάλισης ολόκληρου του προσωπικού της εναγομένης, η δε νομική φύση της σχέσης της εναγομένης προς αυτό (ενάγον) εξακολουθεί να υφίσταται ως είχε και πρότερον και μετά την από 30/7/1999 συγχώνευση με απορρόφηση της ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ από την ΤΚΕ, αφού η απορροφήσασα ΤΚΕ συνέχισε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο υπό τη νέα πλέον επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", οι δε υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι του Ταμείου η απορροφήσασα ΤΚΕ, μετονομάσθείσα από 30/7/1999 σε "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ήτοι η εναγομένη, ως καθολική διάδοχος της ΤΚΕ, εξακολουθεί έκτοτε να βαρύνεται με τις έναντι του ενάγοντος υποχρεώσεις για την ασφάλιση του προσωπικού της και ειδικότερα με τις υποχρεώσεις για συνέχιση και μετά την 30/7/1999 της ασφαλίσεως στο Ταμείο, όχι μόνο του προσωπικού που υπηρετούσε έως 30/7/1999 στην ΤΚΕ, αλλά, πλην αυτού, και α) του προσωπικού που υπηρετούσε έως την 30/7/1999 στην απορροφηθείσα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" καθώς και β) του από 30/7/1999 και εφεξής προσλαμβανομένου από την εναγομένη Τράπεζα προσωπικού, πλην όμως, η εναγομένη, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, άλλως παρανόμως, εξακολουθεί να ασφαλίζει σ' αυτό μόνο το προσωπικό που απησχολείτο έως 30/7/1999 στην απορροφήσασα ΤΚΕ, ενώ δεν προβαίνει σε ασφάλιση του λοιπού προσωπικού της, δηλαδή ούτε του προσωπικού που υπηρετούσε στην απορροφηθεί σα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" έως 30/7/1999 ούτε του νεοπροσλαμβανομένου μετά την 30/7/1999 από αυτή (εναγομένη) προσωπικού, αλλά, αντιθέτως, το ως άνω προσωπικό των τελευταίων δύο περιπτώσεων το ασφαλίζει, αντισυμβατικά και παρανόμως στο ΙΚΑ - ΤΕΑΜ (ήδη αυτόνομο ν.π.δ.δ ΕΤΕΑΜ κατ' άρθρο 6 ν. 3029/2002).
Ζήτησε δε, βάσει τούτων, όπως παραδεκτώς περιορίσθηκαν τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής σε αναγνωριστικά, μεταξύ των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.872.693ευρώ ως οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη 4%+ασφαλισμένου 3%=7%), οι οποίες προσδιορίζονται βάσει του εκάστοτε μέσου μηνιαίου μισθού προς τους αναφερομένους για κάθε επί μέρους χρονική περίοδο εργαζομένους που υπηρετούσαν έως την 30/7/1999 στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", οι οποίοι προσαυξάνονταν κατά μέσον όρο κατά 9% ετησίως από 30/ 7/1999 και εφεξής λόγω νέων προσλήψεων από την εναγομένη κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή κατά το συνολικό χρονικό διάστημα από 30/7/1999 έως 31/ 5/2004 λόγω παραβάσεως της συμβατικής της υποχρεώσεως, άλλως ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, άλλως λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της ...".
Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής ως αόριστο. Στη συνέχεια το Εφετείο εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ανελέγκτως και σε σχέση με τα λοιπά αγωγικά αιτήματα τα εξής: "Με επιστολή του προς το ενάγον ο Σύλλογος Υπαλλήλων της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος (ΤΚΕ) ζήτησε την ασφάλιση του προσωπικού της σ' αυτό, η δε ΤΚΕ αποδέχθηκε την ασφαλιστική υπαγωγή των υπαλλήλων της στο ενάγον και ανέλαβε τις εκ του καταστατικού του υποχρεώσεις, ήτοι την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς 3% και την παρακράτηση και απόδοση στο ενάγον της ισχύουσας εισφοράς των εργαζομένων 4%.
Την 30/7/1999 η ΤΚΕ απορρόφησε (συγχώνευση με απορρόφηση) την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και μετέβαλε την επωνυμία της σε "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (την 30/7 /1999 καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ η με αριθμό Κ2-8832/30-7-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης - ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ 6357/3-8-1999). Έως την απορρόφηση της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ως προς την κοινωνική συνταξιοδοτική ασφάλιση των εργαζομένων της φορέας υποχρεωτικής κυρίας ασφάλισης ήταν το ΙΚΑ και υποχρεωτικής ασφάλισης το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, ο οποίος εξακολούθησε να υφίσταται, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 997/1979, από την ασφάλιση αυτού (ΙΚΑ-ΤΕΑΜ), εξαιρούντο μόνο αυτοί που είχαν ασφαλισθεί προ της 17/10/1999 σε άλλο φορέα επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το ενάγον.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη Τράπεζα ως διάδοχος της ΤΚΕ διατήρησε τους προερχομένους από αυτή (ΤΚΕ) υπαλλήλους στην επικουρική ασφάλιση του ενάγοντος προκειμένου να μη απολέσουν καταβληθείσες από τους ίδιους και την προκάτοχό της ασφαλιστικές εισφορές και ασφαλιστικά δικαιώματα. Αντιθέτως οι εργαζόμενοι της απορροφηθείσας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", μη έχοντας ποτέ επιλέξει την υπαγωγή τους στην επικουρική ασφάλιση του ενάγοντος υπήχθησαν υποχρεωτικά στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ.
Περαιτέρω, υπό την επικαλούμενη από το ενάγον μορφή της συμβατικής σχέσεως της ΤΚΕ με αυτό (ενάγον) και ειδικότερα υπό τη μορφή γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου, κατά την οποία η εργοδότρια Τράπεζα (ΤΚΕ) ως υποσχεθείσα, υποσχέθηκε προς το ενάγον Ταμείο, ως δέκτη της υποσχέσεως, την καταβολή της εκάστοτε ισχύουσας ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη και την παρακράτηση και απόδοση σ' αυτό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων της, ως ωφελουμένων τρίτων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συνήψε με το ενάγον οποιαδήποτε σύμβαση περί υπαγωγής του συνόλου του προσωπικού της στην επικουρική ασφάλιση ώστε να καλύπτονται από αυτή οι μετά την 30/7/1999 νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοί της.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης ούτε παράβαση επιβαλλομένη εκ του νόμου για την ασφάλιση στο ενάγον α) του προσωπικού που υπηρετούσε στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" έως 30/7/1999 και β) του νεοπροσλαμβανομένου στην εναγομένη μετά την 30/7/1999 προσωπικού.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι κατά κατάχρηση δικαιώματος η εναγομένη παρέλειψε και παραλείπει να ασφαλίσει στο ενάγον τις ως άνω δύο κατηγορίες του προσωπικού της. Εξάλλου μη αποδειχθείσης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς δεν υφίσταται κατ' ουσίαν περίπτωση ηθικής βλάβης του ενάγοντος ...". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε επίσης η ένδικη αγωγή ως προς τα λοιπά αιτήματά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώσαν αυτή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή οι υπάλληλοι της απορροφήσασας τράπεζας (ΤΚΕ) παρέμειναν ως επικουρικώς ασφαλισμένοι στο αναιρεσείον και μετά την απορρόφηση απ' αυτή της Εγνατίας Τράπεζας, ενώ οι υπάλληλοι της τελευταίας που απασχολούνταν σ' αυτή, υπήχθησαν στην επικουρική ασφάλιση του ΙΚΑ - ΤΕΑΜ, εφόσον δεν αφορούσε αυτούς η σύμβαση που είχε καταρτίσει η ως άνω ΚΤΕ πριν απορροφήσει την Εγνατία Τράπεζα με το αναιρεσείον, όπως και το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό της νέας εταιρείας που προέκυψε από την ως άνω απορρόφηση και η οποία μετά τη συγχώνευσή της με την Marfin Bank Α Ε ονομάσθηκε Marfin Εγνατία Τράπεζα (αναιρεσίβλητη), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η τελευταία είχε συνάψει σύμβαση με το αναιρεσείον περί υπαγωγής στην επικουρική ασφάλιση του δεύτερου και των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων από την νέα Τράπεζα που προέκυψε με τη συγχώνευση, με απορρόφηση (αναιρεσίβλητη), δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 του ΠΔ 572/1988 η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 2112/1920, 21 ν. 281/1914, 33 - 39 του β.δ της 15/20-5-1920, 3 παρ.1 ν. 997/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 ν.1902/ 1990, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Επίσης αβάσιμος είναι και ο από τον αριθμό 8 περ. α του ίδιου άρθρου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους της έφεσης που άσκησε το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης και με τους οποίους παραπονούνταν με τον πρώτο μεν για την απόρριψη του αγωγικού του αιτήματος περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το ποσό των 9.872.693 ευρώ ως οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και των υπαλλήλων) ως αόριστο, με τους λοιπούς δε δύο για την κατ' ουσία απόρριψη των λοιπών αγωγικών αιτημάτων του, σε σχέση με τη μη ισχύ της σύμβασης που είχε καταρτίσει αυτό με την αναιρεσίβλητη ως προς τους υπαλλήλους της απορροφηθείσας Τράπεζας (Εγνατία Τράπεζα) και του νεοπροσλαμβανομένου από τη τελευταία προσωπικού, καθόσον από τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε, ως αβάσιμους.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να υπαγάγει στην επικουρική ασφάλιση του πρώτου το προσωπικό της απορροφηθείσας σ' αυτή Τράπεζας καθώς και το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό της (αναιρεσίβλητης) : 1) Την υπ' αριθμ.
πρωτ. 156 από 17-12-1982 επιστολή του Συλλόγου Υπαλλήλων της ΤΚΕ προς το ΔΣ του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε την ασφάλιση του προσωπικού της πρώτης στο δεύτερο, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. 1667/25.1.1983 έγγραφο της ΤΚΕ με το οποίο γνωστοποιούσε στο ΔΣ του αναιρεσείοντος ότι αποδέχθηκε την ασφαλιστική υπαγωγή του προσωπικού της σ' αυτό, 3) την από 17.12. 1982 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του Συλλόγου των Υπαλλήλων της ΤΚΕ περί ασφαλιστικής υπαγωγής τους σ' αυτό καθώς και το άνω έγγραφο της ΤΚΕ και την από 27.1.1983 απόφαση της ΓΣ του αναιρεσείοντος, 4) το καταστατικό του αναιρεσείοντος, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή του με την με αριθμό 43/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος που δόθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχεται στα οικεία πρακτικά, 6) την υπ' αριθ. 9429/2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης ..., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 7) την υπ' αριθμ. 9733/2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης ..., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν για τη εξενεχθείσα κρίση του, υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμά με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και αν δεν μνημονεύονται ειδικά, και από τη ρητή μνεία της προσβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δικ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης με επίκληση αυτής της διάταξης, ψέγεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του, την ένδικη αγωγή ως αόριστη, ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης Τράπεζας να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.872.693 ευρώ που αποτελούνταν από τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές (εργοδότη 4% + ασφαλισμένου προσωπικού 3%) σε εκτέλεση της σύμβασης που κατάρτισε η ΤΚΕ, η οποία συγχωνεύθηκε, με απορρόφηση, με την Εγνατία Τράπεζα και προέκυψε αυτή (αναιρεσίβλητη), με το αναιρεσείον, και σε εκτέλεση της οποίας ανέλαβε η άνω ΤΚΕ να υπαγάγει το προσωπικό της στην ασφάλιση αυτού, της συμβάσεως αυτής ούσης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω αγωγή και τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, γνησίας συμβάσεως υπέρ τρίτου, ως τέτοιου νοουμένου του προσωπικού της ΤΚΕ και μετά τη συγχώνευση και τη σύσταση της αναιρεσίβλητης και της τελευταίας, η οποία αποτελεί την υποσχεθείσα και το δε αναιρεσείον τον δέκτη της υπόσχεσης αυτής.
Με βάση όμως το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και σε σχέση με το προλεχθέν αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στο αναιρεσείον τις ως άνω ασφαλιστικές εισφορές αυτής, ως εργοδότριας και του προσωπικού της, ως ασφαλισμένων τρίτων, αυτή ήταν ως προς το αίτημα αυτό αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν προσδιορίζονταν ειδικότερα ο ακριβής συνολικός αριθμός των υπαλλήλων, παλαιών και νέων, τους οποίους υποχρεούνταν η αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με την εκτεθείσα σύμβαση, ούτε ποιος ήταν ακριβώς ο μηνιαίος μισθός καθενός απ' αυτούς, με βάση τον οποίο θα υπολογίζονταν οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές και ασφαλισμένων υπαλλήλων), αλλά απλώς αναφέρεται στην αγωγή ένας μέσος μηνιαίος μισθός, ούτε επίσης προσδιορίζεται επακριβώς ο αριθμός των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων από την 30/7/1999 και εφεξής, αλλά αναφέρεται μόνο αορίστως ένας μέσος όρος αριθμού προσλαμβανομένων σε ποσοστό 9% ετησίως, με συνέπεια να μη μπορεί να αμυνθεί η αναιρεσίβλητη κατά της ως άνω αξίωσης του αναιρεσείοντος.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή και κατά το εκτεθέν αγωγικό αίτημα, ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο αυτής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2009 αίτηση του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ.Α.Τ.) για αναίρεση της 1206/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ