Legislator Case Law & Legislation
1313/2011 AI generated

1313/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1313/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1313/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-3-99 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η κατά την 6-3-07 αποβιώσασα ενάγουσα Ζ. χήρα Ε. Β., της οποίας ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1313 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1313/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Ε., ως καθολικού διαδόχου της Ζ. χήρας Ε. Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπεκρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζέρβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2006 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ζ. χήρας Ε. Β. το γένος Κ. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2646/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 29-4-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 510 εδ.α Α.Κ. η ανάκληση της δωρεάς αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανακλήσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η τιθέμενη με αυτήν ετήσια αποσβεστική προθεσμία προς ανάκληση της δωρεάς δεν αρχίζει εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το λόγο της αχαριστίας είναι εξακολουθητικά και φθάνουν μέχρι την πράξη ανακλήσεως της δωρεάς, μπορεί δε να λήγει και με την άσκηση της αγωγής ανακλήσεως, διότι στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω περιστατικά θεωρούνται και λαμβάνονται υπόψη ως ενιαίο σύνολο, οπότε η προθεσμία προς ανάκληση αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (Α.Π. 248/2009). Εξάλλου επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών) κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1101/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-3-99 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θηβών Ασημίνας Κωστή που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η κατά την 6-3-07 αποβιώσασα ενάγουσα Ζ. χήρα Ε. Β., της οποίας ...

ο εκκαλών είναι μοναδικός, δυνάμει ... δημόσιας διαθήκης, κληρονόμος της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, προέβη σε δωρεά προς τον εφεσίβλητο, εγγονό της, της ψιλής κυριότητας του περιγραφομένου στην αγωγή ισογείου διαμερίσματος, επιφανείας 110,06 τ.μ., της επί της οδού ... στη … κειμένης διώροφης οικοδομής, παρακρατώντας η ίδια εφ' όρου ζωής την επικαρπία αυτού.

Την εν λόγω δωρεά ανακάλεσε η δωρήτρια με την από 28-11-05 εξώδικη δήλωσή της, που όπως δεν αμφισβητείται, κοινοποίησε στον εφεσίβλητο στις 30-12-05, επικαλουμένη προς αιτιολόγηση της γενομένης ανάκλησης την σε βάρος της εκ μέρους του δωρεοδόχου εγγονού της "επιδειχθείσα και αχαριστία καταδεικνύουσα προσβλητική και υβριστική συμπεριφορά καθώς και την (εναντίον της) απόπειρα βιαιοπραγίας".

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η αποδιδομένη στο δωρεοδόχο εφεσίβλητο και έλλειψη του συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς τη δωρήτρια καταδηλούσα ως άνω συμπεριφορά, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συνίσταται στη δημιουργία αναιτίων επεισοδίων σε βάρος της δωρήτριας κατά τα Χριστούγεννα του έτους 2000 και τον Ιούλιο του έτους 2004, κατά τη διάρκεια των οποίων ο εφεσίβλητος φέρεται α) να εξυβρίζει τη δωρήτρια με τις φράσεις "μαλακισμένη γριά", "καριόλα" και "πόσα χρόνια θα ζήσεις ακόμη", β) να απαιτεί τη μεταβίβαση προς αυτόν και της επικαρπίας του δωρηθέντος ακινήτου και γ) να επιχειρεί με λακτίσματα καταφερόμενα δια των άνω και κάτω άκρων του επί της εξώθυρας του δωρηθέντος διαμερίσματος να εισέλθει βιαίως σ' αυτό, αφού και ανεξάρτητα του ότι ...

δεν προκύπτει απόδειξη ότι έλαβαν χώρα τα επικαλούμενα ως άνω επεισόδια, τα τελευταία, ακόμη και στην αποκρουόμενη από το παρόν δικαστήριο περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτά έλαβαν χώρα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα ανάκλησης της ένδικης δωρεάς, καθόσον τούτο υπέκυψε στην κατ' άρθρο 510 Α.Κ.

αυτεπαγγέλτως λαμβανομένη υπόψιν αποσβεστική προθεσμία, ενόψει του ότι από το χρόνο που έλαβαν χώρα αυτά και τα πληροφορήθηκε η δωρήτρια (το αργότερο τον Ιούλιο του έτους 2004) μέχρι την κατά τα άνω γενομένη ανάκληση (31-12-05) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του έτους. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η διάπραξη εκ μέρους του εφεσιβλήτου ούτε του επικαλουμένου από τη δωρήτρια ως λαβόντος χώρα κατά μήνα Ιούλιο του 2005 ετέρου επεισοδίου, κατά τη διάρκεια του οποίου φέρεται ο δωρεοδόχος αφενός να την εξυβρίζει απευθύνοντάς της τη φράση "πόσο θα ζήσεις ακόμη" και αφετέρου να επιχειρεί να βιαιοπραγήσει εναντίον της "με κλωτσιές", καθόσον αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κανένα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ... .

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν αποδείχθηκε η αποδιδομένη στον εφεσίβλητο δωρεοδόχο "υπαίτια, προσβλητική και εξυβριστική" έναντι της δωρήτριας συμπεριφορά στην οποία θεμελιώνεται η γενομένη ανάκληση, η τελευταία πάσχει ακυρότητα ως εκ της ουσιαστικής αβασιμότητας του επικληθέντος λόγου, με αποτέλεσμα την ...

κατ' ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της εγκυρότητας της εν λόγω ανάκλησης". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, καθολικού διαδόχου της αρχικά ενάγουσας, κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή εκείνης (της αρχικά ενάγουσας) για αναγνώριση της εγκυρότητας της ανακλήσεως της δωρεάς.

Ενόψει όλων των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως - με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 510 Α.Κ.

διαχώρισε αυθαίρετα τα επί μέρους περιστατικά που διαλαμβάνονταν στην αγωγή και συνιστούσαν το λόγο της αχαριστίας και δέχθηκε ότι τα τελεσθέντα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2004 είχαν παραγραφεί, ενώ στην πραγματικότητα όλα τα περιστατικά ήταν εξακολουθητικά και έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως ενιαίο σύνολο, με συνέπεια η προθεσμία προς ανάκληση να αρχίζει από την τέλεση του τελευταίου παραπτώματος (τον Ιούλιο του έτους 2005) και να μην έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο της ανακλήσεως της δωρεάς (στις 31-12-2005) - είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος, αφού, εκτός από την (όντως εσφαλμένη) αιτιολογία ότι τα περιστατικά που έλαβαν χώρα μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2004 είχαν υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 510 Α.Κ., στην προσβαλλομένη διαλαμβάνεται και η επάλληλη αιτιολογία ότι αυτά σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν, που αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της και που δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ.α) ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ.β) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 100/2010, Α.Π. 694/2009). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που ελήφθη ή δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο, καθώς και ότι αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί δε η γενική αναφορά ότι δεν ελήφθη υπόψη ολόκληρο το δικόγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση: α) με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αναφέρει τα ίδια περιστατικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω για τη θεμελίωση του πρώτου λόγου αναιρέσεως και β) με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το εφετείο κατ' ουσίαν δεν εξέτασε όσα διαλαμβάνονταν στα δικόγραφα της αγωγής και της εφέσεως, μη εξετάζοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εφόσον κατά τα ανωτέρω θεώρησε ότι η ανάκληση έλαβε χώρα μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 510 Α.Κ., δεν εξέτασε τα έγγραφα που επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε ο ίδιος και η αρχικώς ενάγουσα και αφορούσαν τη χρονική περίοδο μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2004, καθώς και δεν εκτίμησε ορθά το νόμιμο αποδεικτικό μέσο της ενόρκου βεβαιώσεως της Ο.

Σ. κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα: α) ο δεύτερος ως αόριστος, δεδομένου ότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη συγκεκριμένη πλημμέλεια, ήτοι αν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ποια, ούτε αν αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) ο όγδοος: 1) κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο οι ισχυρισμοί του που περιέχονται στην αγωγή και την έφεση, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα οι περιεχόμενοι στην αγωγή και την έφεση ισχυρισμοί που δεν ελήφθησαν υπόψη, ενώ δεν αρκεί για τη θεμελίωσή του η αόριστη αναφορά ότι το εφετείο "κατ' ουσίαν δεν εξέτασε όσα διαλαμβάνονταν στα δικόγραφα της αγωγής και της εφέσεως" και 2) κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.

Ούτε μπορεί να εκτιμηθεί κατά το τελευταίο αυτό μέρος του ως παραδεκτός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. διότι αφενός μεν δεν εξειδικεύονται τα έγγραφα που κατά τον αναιρεσείοντα δεν ελήφθησαν υπόψη, αφετέρου δε όσον αφορά την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση, εμμέσως ο αναιρεσείων ομολογεί ότι αυτή ελήφθη υπόψη, αφού ισχυρίζεται ότι δεν εκτιμήθηκε ορθώς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Α.Π. 39/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση: α) με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αναφέρει τα ίδια περιστατικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω για τη θεμελίωση του πρώτου λόγου αναιρέσεως και β) με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε το περιστατικό του Ιουλίου 2005, ενώ τούτο αποδείχθηκε για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο λόγους που συνίστανται σε εκτίμηση αποδείξεων. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα: α) ο τρίτος ως αόριστος, δεδομένου ότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη πλημμέλεια, ήτοι αν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ποια, ούτε αν αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) ο πέμπτος διότι με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι ως έγγραφα κατ' αυτήν νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (όπως η αγωγή) ούτε άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις ή οι μαρτυρικές καταθέσεις (Α.Π. 1009/2010, 1030/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και έβδομο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του δικογράφου της αγωγής, δεχόμενη ότι κατά την αγωγή οι προσβλητικές συμπεριφορές του εναγομένου έλαβαν χώρα το αργότερο τον Ιούλιο του έτους 2004, ενώ πράγματι η αρχικά ενάγουσα ισχυριζόταν ότι αυτές έλαβαν χώρα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2005 (τέταρτος λόγος), β) της ένορκης βεβαιώσεως της Ο. Σ., δεχόμενη ότι αυτή βεβαίωσε ότι η Δ. Β. ήταν παρούσα ως αυτόπτης μάρτυρας κατά το επεισόδιο του Ιουλίου του έτους 2005, ενώ πράγματι αυτή δεν είχε βεβαιώσει τούτο και γ) της καταθέσεως στο ακροατήριο της μάρτυρος Δ. Β., δεχόμενη ότι αυτή κατέθεσε ότι ήταν παρούσα ως αυτόπτης μάρτυρας κατά το επεισόδιο του Ιουλίου του έτους 2005, ενώ πράγματι αυτή δεν είχε καταθέσει τούτο (έβδομος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. δεν νοούνται η αγωγή, οι ένορκες βεβαιώσεις και οι μαρτυρικές καταθέσεις.

Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1153/2010). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Α.Π. 1/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.17 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, εφόσον αφενός δέχεται ότι το περιστατικό του Ιουλίου του έτους 2005 επιβεβαιώνεται πλήρως από την προσκομισθείσα από αυτόν ένορκη βεβαίωση αλλά δεν γίνεται πειστικό λόγω δήθεν αντίθετης καταθέσεως της δήθεν αυτόπτου μάρτυρος.

Ο λόγος αυτός, όπως επιχειρείται να θεμελιωθεί, ήτοι από το άρθρο 559 αριθ.17 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων με αυτόν δεν επικαλείται αντιφάσεις στο διατακτικό της προσβαλλομένης αλλά στο σκεπτικό της. Αλλά και αν εκτιμηθεί ως λόγος από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αντιφάσεις τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 2646/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ