1313/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1313/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (11.1.2006), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο αυτού στην αναιρεσίβλητη εταιρία, οι δε αναιρεσείοντες στις από 29.1.2006 προτάσεις τους στο παρόν δικαστήριο ανέφεραν αορίστως ότι το πρόσθετο δικόγραφο "κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στην αντίδικο".
Full text
Απόφαση 1313 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1313/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κοινοπραξίας Τεχνικών Έργων με την επωνυμία "Κοινοπραξία ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ Ε-ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗΣ Ε" που εδρεύει στο Ρέθυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ............και ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βρανά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΛΟΥΣΟΣ-ΣΗΦΑΚΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαμπέτα Δρόσου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-1999 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 732/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2004 αίτησή τους και τους από 10-1-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 1-2-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Στέφανου Γαβρά, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και εκείνος που προτείνεται από τον εισηγητή και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α΄ του άρθρου 569 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαραδέκτους (Ολ.ΑΠ 143/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου (11.1.2006), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο αυτού στην αναιρεσίβλητη εταιρία, οι δε αναιρεσείοντες στις από 29.1.2006 προτάσεις τους στο παρόν δικαστήριο ανέφεραν αορίστως ότι το πρόσθετο δικόγραφο "κοινοποιήθηκε εμπρόθεσμα στην αντίδικο".
Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
ΙΙ. Επειδή, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ιδίου κώδικα, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 § 2 εδ.
β΄ ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης ή της αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή. Έτσι μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.
Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 Εμπ.Ν., 874 ΑΚ και 112 Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει, ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων.
Επομένως, χωρίς την έστω και σιωπηρή κατάρτιση της με το άνω περιεχόμενο σύμβασης, δεν αρκεί για την ύπαρξη του αλληλόχρεου λογαριασμού η τήρηση από το ένα ή και από τα δύο μέρη της συναλλακτικής σχέσης λογαριασμού κατά τους κανόνες της λογιστικής, που απεικονίζει τις εκατέρωθεν χρεώσεις. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει της διάταξης του άρθρου 262 § 1 ΚΠλΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, στην περίπτωση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, βάσει τιμολογίων πωλήσεως - δελτίων αποστολής, για την ορισμένη προβολή από τον καθού με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ενστάσεως, περί του ότι το επιδικασθέν με αυτή ποσό αποτελεί επιμέρους κονδύλιο αλληλοχρέου λογαριασμού και όχι το κατάλοιπο αυτού, απαιτείται η επίκληση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατάρτισης μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθού η ανακοπή σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού με το ως άνω περιεχόμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-1999 ανακοπή τους κατά των με αρ. ....... και ...... διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης βάσει των αναφερομένων σ'αυτές ....... και ......... τιμολογίων - δελτίων αποστολής, για ποσά αντιστοίχως 595.381 και 586.460 δρχ., προέβαλαν τα εξής: 1) ότι έχουν εξοφλήσει τα ποσά των ένδικων τιμολογίων με τμηματικές καταβολές προς την καθής και 2) ότι στα προσκομισθέντα από την τελευταία στο δικαστήριο αντίγραφα των τιμολογίων αναγράφεται ότι το τίμημα πιστώθηκε για εξήντα ημέρες, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναγράφεται στα πρωτότυπα τούτων, ώστε η εξ αυτών οφειλή δεν ήταν ληξιπρόθεσμη.
Πλην της απλής αναφοράς στην ανακοπή, ότι για τις μεταξύ αυτών συναλλαγές, η αναιρεσίβλητη τηρούσε καρτέλα - ανοικτό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούσε τις χρεώσεις και πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω τιμολόγια, δεν γίνεται λόγος σ'αυτήν (ανακοπή) ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού με την αναφερθείσα έννοια και ότι τα επιδικασθέντα με τις προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής ποσά αποτελούν επιμέρους κονδύλια αυτού και όχι κατάλοιπο που προέκυψε κατά το κλείσιμο, το οποίο και μόνο μπορούσε να επιδιώξει η καθής, βάσει ρητής περί αυτού συμφωνίας τους.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις ανακοπές, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε τους λόγους αυτών κατ' ουσία. Ήδη, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με το αναιρετήριο, ότι μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης καταρτίσθηκε σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού περί καταχωρίσεως σ'αυτόν των μεταξύ τους δοσοληψιών σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, με την έννοια ότι αυτές (δοσοληψίες) απέβαλαν από της καταχωρίσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, μόνο το κατάλοιπο.
Και ότι στην ερευνώμενη περίπτωση, τα ποσά των επίμαχων δύο τιμολογίων με την είσοδό τους στον αλληλόχρεο λογαριασμό απώλεσαν την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούσε να επιδιωχθεί η είσπραξή τους αυτοτελώς με αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής. Ενόψει αυτών οι αναιρεσείοντες με τους τρεις πρώτους λόγους της αναιρέσεως πλήττουν την προσβαλλομένη για τις από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ήτοι: 1) γιατί παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντα "πρωτοδίκως και κατ' έφεση" ισχυρισμό περί του ότι μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης συμφωνήθηκε και τηρήθηκε αλληλόχρεος λογαριασμός, κονδύλια του οποίου απετέλεσαν και τα ένδικα τιμολόγια, τα οποία έτσι έχασαν την αυτοτέλειά τους, ώστε κατέστη αδύνατη η δημιουργία χωριστής εξ αυτών απαιτήσεως, 2) γιατί παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 874 ΑΚ, 112 Εισ.Ν.ΑΚ, 669 ΕΝ, 47 και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, περί συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, 3) γιατί παρά το νόμο (άρθρα 623, 624 § 1 ΚΠολΔ) δεν κήρυξε άκυρες τις προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής, οι οποίες εκδόθηκαν βάσει των άνω μεμονωμένων κονδυλίων του αλληλοχρέου λογαριασμού και 4) γιατί διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ήτοι ότι νομίμως εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής, καίτοι δέχθηκε την ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων "της άνω συναλλακτικής σχέσης και της περί αυτής τήρησης αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς όμως να τον αναφέρει ή χαρακτηρίζει ως τοιούτο" (τρίτος λόγος αναιρετηρίου).
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι. Ο πρώτος (559.8) ως απαράδεκτος, διότι σχετικός ισχυρισμός (περί συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των μερών με την ανωτέρω έννοια) δεν προβλήθηκε με την ανακοπή, ούτε με δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, αλλά το πρώτον με την έφεση και την αναίρεση, ήτοι απαραδέκτως.
Και οι λοιποί (δεύτερος, τρίτος) ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε την ύπαρξη σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και καταχώρισης σ'αυτόν, ως μεμονωμένων κονδυλίων, των ποσών των ενδίκων τιμολογίων, πράγμα όμως που δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της.
Σημειώνεται, ότι οι άνω λόγοι αναιρέσεως βρίσκονται, άλλωστε, σε αντίφαση με τον πρώτο λόγο ανακοπής, ότι οι αναιρεσείοντες εξόφλησαν τα φερόμενα ήδη ως "μεμονωμένα" ποσά των ένδικων τιμολογίων, με τμηματικές καταβολές προς την αναιρεσίβλητη.
ΙΙΙ. Επειδή, για τη θεμελίωση του εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε κατά παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, να ανάγονται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να έχει δηλαδή επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου περί αποδείξεως ή μη του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άνω άρθρο πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω τιμολογίων, με το να δεχθεί ότι στα πρωτότυπα αυτών δεν αναγράφεται ότι πιστώθηκε το τίμημα, ενώ πράγματι αναγράφεται σ'αυτά "τιμολόγιο Ε.Π.", ήτοι ότι πιστώθηκε το τίμημα τούτων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής (με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι στα πρωτότυπα των τιμολογίων δεν αναγράφεται "πίστωση 60 ημέρες", όπως αναγράφεται στα προσκομισθέντα στο δικαστήριο αντίγραφα αυτών), ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι όπως συνομολογούν οι ανακόπτοντες, αλλά και αποδεικνύεται, στα πρωτότυπα των τιμολογίων δεν αναγράφεται ότι το τίμημα πιστώθηκε, συνεπώς ότι αυτό ήταν καταβλητέο με την παράδοση των πραγμάτων (άρθρο 513 ΑΚ) και ως εκ τούτου η αξίωση της καθής ήταν απαιτητή κατά το χρόνο έκδοσης των διαταγών πληρωμής.
Συνεπώς, ενόψει του περιεχομένου του σχετικού (δεύτερου) λόγου ανακοπής και της αιτιολογίας με την οποία αυτός απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, δεν θεμελιώνεται εδώ ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως (559 αρ. 20 ΚΠολΔ), ο οποίος, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε, σχετικώς με την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες (αγοραστές) ένσταση εξοφλήσεως, και τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες κατέβαλαν στην καθής η ανακοπή, όπως συνομολογείται και προκύπτει και από τον προαναφερθέντα λογαριασμό, ποσό 341.112 δρχ. στις 18.5.1998 και ποσό 1.000.000 δρχ. με την παράδοση στις ...... ισόποσης επιταγής λήξης ......., η οποία και εξοφλήθηκε. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η καταβολή του παραπάνω ποσού του 1.341.112 δρχ. θα καταλογιζόταν σε χρέη μεταγενέστερα του επιδίκου χρέους των 595.381 δρχ. για το οποίο είχε εκδοθεί το με αριθμό ....... τιμολόγιο, και όχι στο χρέος αυτό". Υπό την διατύπωση αυτή, το ουσιαστικό δικαστήριο αιτιολόγησε σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του για την αβασιμότητά της περί εξοφλήσεως του ενδίκου χρέους ενστάσεως. Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο προβληθείς υπό του Εισηγητού λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο οποίος συναρτάται προς τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες (απαραδέκτως κατά τα ανωτέρω πρόσθετο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη (δανείστρια) εταιρία δεν είχε προβάλει τον προαναφερθέντα ισχυρισμό περί συμφωνίας της με τους αναιρεσείοντες για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών στα επιμέρους χρέη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.10.2004 αίτηση και το από 10.1.2006 δικόγραφο των προσθέτων περί αυτής λόγων των αναιρεσειόντων για αναίρεση της 732/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ