Legislator Case Law & Legislation
1312/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award due to conflict with special administration powers under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1312/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final arbitration award issued in 2019. The appellant argued for arbitration, but the court found that the respondent company was already under special administration, transferring all management powers to a liquidator. Consequently, the court ruled that arbitration powers could not coexist with the strict limitations of the special administrator's authority. The appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code; Article 72 of Law 4307/2014: When a company is placed under special administration, all management powers transfer to the administrator, making arbitration proceedings incompatible with the exclusive and restricted powers of the special administrator.

Keywords

AI generated
special administration arbitration award management powers conflict of authority Civil Procedure Code liquidation process dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 72 of Law 4307/2014
Article 17 of the Bankruptcy Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 741, 769 of the Civil Procedure Code
Article 577 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1312 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SOFT GILT SA", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SKL Σ. ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "SKL ΕΚΚΟΚΚΙSTIRIA ΑE", που εδρεύει στη Λιβαδειά, έχει τεθεί σε διαδικασία ειδικής διαχείρισης δυνάμει της 74/22-9-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό διαχειριστή αυτής, ήτοι τη σύμπραξη των: α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΑΙΣΓΟΥΤΕΡΧΑΟΥΣΚΟΥΠΕΡΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και β) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "PRICEWATERHOUSECOOPERS BUSINES SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Μαδαρού, Δικηγόρο και κάτοικο Χαλκίδας με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 14-3-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει της 3/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και η ίδια, δυνάμει της ιδίας αποφάσεως, έχει διορισθεί σύνδικος της άνω πτώχευσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/30-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 49/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 31-7-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2018 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η αιτούσα αλλοδαπή εταιρεία, που εδρεύει στο ...

και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι μεταξύ αυτής και της καθ' ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητης, που έχει την έδρα της στη Λιβαδειά, υπήρχε πολυετής συνεργασία, δραστηριοποιούμενες και οι δύο ως επιχειρήσεις αγοράς και πώλησης εκκοκκισμένου βάμβακα και, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους αυτής, με την από 28-30/12/2013 μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και τακτοποίησης οικονομικών εκκρεμοτήτων, συμφώνησαν τους όρους συνέχισης της συνεργασίας τους και ρύθμισαν τις οικονομικές τους εκκρεμότητες και ειδικότερα την καταβολή από την καθ' ης η αίτηση προς την αιτούσα συνολικού οφειλόμενου ποσού 1.245.327,47 δολαρίων ΗΠΑ, με βάση δε, τη σύμβαση αυτή η αιτούσα ενέγραψε, δυνάμει της 852/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, πρώτη προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 1.300.000 ευρώ σε ακίνητα της καθ' ής η αίτηση.

Ότι την ανωτέρω σύμβαση τροποποίησαν με τις μεταγενέστερες από .../2014 και .../2015 συμβάσεις τους, με την τελευταία από τις οποίες συμφώνησαν την υπαγωγή των διαφορών τους σε διαιτησία και ειδικότερα στη δικαιοδοσία της εδρεύουσας στο Λίβερπουλ της Αγγλίας, Διεθνούς Ένωσης Βάμβακος, με εφαρμοστέο δίκαιο τους κανόνες και κανονισμούς της Ένωσης αυτής.

Ότι λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει η καθ' ης η αίτηση, με την από 18-10-2017 αίτησή της, η αιτούσα εισήγαγε τη διαφορά τους στη Διεθνή Ένωση Βάμβακος και εκδόθηκε η από 31-5-2018 και με αριθμό αναφοράς ... απόφαση, με την οποία η καθ' ης η αίτηση υποχρεώθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.084.090,09 δολαρίων ΗΠΑ εντόκως, όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται.

Ότι ήδη η καθ' ής η αίτηση σε ουδεμία καταβολή προέβη έναντι της ανωτέρω οφειλής της και με την υπ' αριθμ. 74/22-9-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς τέθηκε σε διαδικασία ειδικής διαχείρισης, εκπροσωπούμενη από τον ειδικό διαχειριστή της. Με βάση το ιστορικό αυτό η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η ως άνω με αριθμό αναφοράς ...

διαιτητική απόφαση της εδρεύουσας στο Λίβερπουλ της Αγγλίας Διεθνούς Ένωσης Βάμβακος, που εκδόθηκε στις 31.5.2018, σε βάρος της καθ' ής η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητης, δυνάμει της οποίας η τελευταία υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό : α) των 986.470,83 δολαρίων ΗΠΑ ως κεφάλαιο, β) των 97.620,07 δολαρίων ΗΠΑ ως τόκους επί του ως άνω κεφαλαίου και γ) το σύνολο των ως άνω ποσών (1.084.090,09 δολάρια ΗΠΑ), εντόκως.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, το οποίο απέρριψε την αίτηση, δεχόμενο ότι λόγω της θέσης της καθ' ής η αίτηση σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, κατά τα άρθρα 68 επ. Ν. 4307/2014, δεν πληρούνταν η τιθέμενη, από το άρθρο 5 παρ. 2 α' της Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης, προϋπόθεση για την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ήτοι το αντικείμενο της διαφοράς να είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο, γιατί προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ, δηλαδή στην αδυναμία της καθ' ης η αίτηση να διαθέτει ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και επομένως έπαυσε η ισχύς της προϋφιστάμενης διαιτητικής συμφωνίας.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αιτούσα - αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-3-2019 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 49/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο δέχθηκε τυπικά την έφεση και, αφού έκρινε ομοίως με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν αυτή.

Με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 4220/1961, κυρώθηκε η υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη από 10.6.1958 Σύμβαση της Νέας Υόρκης, που αφορά στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων και έχει από 14.10.1962 ισχύ νόμου, υπερέχουσα, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, των άρθρων 903, 905 και 906 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 11/2009, Ολ. ΑΠ 8/1997). Στο πεδίο ισχύος της εν λόγω Σύμβασης (η ισχύς της οποίας διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΕισΝΚΠολ.Δικ.) εμπίπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, οι διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν σε χώρα, που επίσης έχει κυρώσει τη Σύμβαση (όρος αμοιβαιότητας) και εφόσον πρόκειται περί εμπορικής διαφοράς (όρος εμπορικότητας), (ΑΠ 635/2021, ΑΠ 805/2021).

Στο άρθρο 1 παρ. 1 της προαναφερόμενης Σύμβασης της Νέας Υόρκης ορίζεται ότι "Η παρούσα σύμβασις εφαρμόζεται επί της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των διαιτητικών αποφάσεων των εκδοθεισών επί του εδάφους Κράτους διαφόρου εκείνου εν τω οποίω επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις των αποφάσεων και προερχομένων εκ διαφορών μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων...".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αλλοδαπές θεωρούνται οι διαιτητικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν σε έδαφος κράτους διαφορετικού από εκείνο, όπου ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας και η απόφαση φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 της Σύμβασης αυτής κάθε συμβαλλόμενο κράτος αναγνωρίζει τη συμφωνία με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να υποβάλλουν σε διαιτησία όλες ή ορισμένες διαφορές, οι οποίες ανεφύησαν ή θα μπορούσαν να αναφυούν μεταξύ τους, αναφορικά με τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, συμβατική ή εξωσυμβατική, η οποία αναφέρεται σε θέμα επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία.

Με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "Για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση που προβλέπεται από το προηγούμενο άρθρο, εκείνο από τα μέρη που ζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση πρέπει να προσκομίσει ταυτόχρονα με την αίτηση: α) το πρωτότυπο της αποφάσεως δεόντως βεβαιωμένο ή αντίγραφο του πρωτοτύπου αυτού που να περιέχει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του και β) το πρωτότυπο της συμφωνίας που προβλέπεται από το άρθρο 2 ή αντίγραφο που περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αυθεντικότητά του (συμφωνία για υποβολή των μερών σε διαιτησία)".

Με το άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι : "Η αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως μπορεί να απορριφθεί μόνο με αίτηση του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση αυτή, εφόσον το μέρος προσκομίζει στην αρμόδια αρχή της χώρας όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, την απόδειξη ότι: α) τα μέρη που αναφέρονται στη συμφωνία, η οποία ρυθμίζεται από το άρθρο 2, είχαν, με βάση το δίκαιο που εφαρμόζεται σ' αυτά, κάποια ανικανότητα ή ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη με βάση το δίκαιο στο οποίο τα μέρη την έχουν υπαγάγει και αν δεν υπάρχει ένδειξη γι' αυτό, με βάση το δίκαιο της χώρας στην οποία εκδόθηκε η απόφαση ή β) εκείνο από τα μέρη εναντίον του οποίου γίνεται επίκληση της απόφασης, δεν ήταν δεόντως πληροφορημένο για τον ορισμό του διαιτητή ή για τη διαδικασία της διαιτησίας ή ότι ήταν αδύνατο για κάποιο λόγο να κάνει χρήση των μέσων που είχε στη διάθεσή του, ή γ) η απόφαση αναφέρεται σε διαφορά που δεν προβλέπεται από το συνυποσχετικό ή δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις της διαιτητικής ρήτρας, ή ότι περιλαμβάνει αποφάσεις που υπερβαίνουν τους όρους του συνυποσχετικού ή της διαιτητικής ρήτρας, ή δ) η συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήταν σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών, ή εάν δεν υπάρχει συμφωνία, ότι δεν ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της χώρας όπου έλαβε χώρα η διαιτησία, ή ε) η απόφαση δεν έχει ακόμα καταστεί δεσμευτική για τα μέρη, ή ακυρώθηκε ή έχει ανασταλεί από αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία ή κατά το δίκαιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση".

Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 5 της ως άνω Σύμβασης ορίζεται ότι "η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως θα μπορεί επίσης να απορριφθεί, αν η αρμόδια αρχή της χώρας, στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, διαπιστώνει: α) ότι κατά το δίκαιο της χώρας αυτής το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία ή β) ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της αποφάσεως θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια τάξη της χώρας αυτής".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, η δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο καλείται, με απόφασή του, να κηρύξει εκτελεστή στον τόπο του αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, δηλαδή, απόφαση, που εκδόθηκε σε έδαφος άλλου κράτους, το οποίο έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης, περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της Σύμβασης.

Ωστόσο, εκείνος κατά του οποίου γίνεται η επίκληση της αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, μπορεί να προτείνει και να αποδείξει ότι συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη Σύμβαση αυτή αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 1 αυτής, προκειμένου να επιτύχει την απόρριψη της αίτησης, τις οποίες το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπάγγελτα.

Αντίθετα όμως, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα αν το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία, κατά το δίκαιο που αυτό δικάζει, ή αν η εκτέλεση της απόφασης κρίνεται αντίθετη προς τη δημόσια τάξη της χώρας, στην οποία ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση (ΑΠ 635/2021, ΑΠ 1657/2014, ΑΠ 1658/2014, ΑΠ 1066/2007).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 869 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, η οποία για να είναι έγκυρη απαιτείται: α) ύπαρξη ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, ήτοι διαφορά που υπάρχει μεταξύ των συμβαλλομένων σχετικά με το είδος, το ύψος ή άλλα στοιχεία της παροχής και β) εκείνοι που τη συνομολογούν να έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς (ΑΠ 724/2015, ΑΠ 539/2013, ΑΠ 1737/2009, ΑΠ 1333/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου άποψη, εάν μετά τη σύναψη της συμφωνίας περί υπαγωγής ιδιωτικού δικαίου διαφοράς στη διαιτησία, ο ένας από τους ενδιαφερομένους κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, επέρχεται η παύση της ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας, όταν η υπαγομένη, με τη συμφωνία αυτή στη διαιτησία, υπόθεση, αφορά την περιουσία του πτωχεύσαντος και τούτο διότι ο πτωχός από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Πτωχευτικού Κώδικα, της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, η δε εξουσία διάθεσης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά την κατάρτιση της συμφωνίας περί διαιτησίας, αλλά και κατά το χρόνο υποβολής της υπόθεσης στο διαιτητικό δικαστήριο (ΑΠ 1183/1985, ΑΠ 1188/1985), ενώ ούτε ο σύνδικος έχει απεριόριστη εξουσία διάθεσης, αλλά μόνο στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που προβλέπονται στον Πτωχευτικό Κώδικα, στις οποίες δεν εμπίπτει η υπαγωγή διαφοράς στη διαιτησία.

Επισημαίνεται ότι με την υπ' αριθμ. 2234/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν μεταβλήθηκε η ανωτέρω νομολογιακή άποψη και τούτο διότι, η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 4047/2006), που έκρινε ότι η διαιτητική συμφωνία παραμένει σε ισχύ μετά την πτώχευση ενός των μερών, δεν είχε προσβληθεί με λόγο αναίρεσης και ως εκ τούτου ο Άρειος Πάγος στην περίπτωση εκείνη, θεωρώντας ως ισχυρή τη συμφωνία, (εφόσον κατά το μέρος αυτό η εφετειακή απόφαση δεν είχε προσβληθεί με αναιρετικό λόγο), έκρινε μόνο επί του ζητήματος στο οποίο αφορούσε ο προβληθείς αναιρετικός λόγος και ειδικότερα αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της αναστολής των ατομικών διώξεων κατά του πτωχού προς ικανοποίηση πτωχευτικής απαίτησης, δεν συνιστούν κανόνες δημόσιας τάξης, κατά την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ, με συνέπεια η παραβίασή τους να μην καθιστά ακυρώσιμη την ημεδαπή διαιτητική απόφαση, κατ' άρθρο 897 αριθμός 6 ΚΠολΔ, ήτοι έκρινε τελικά επί ζητήματος, που δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη.

Περαιτέρω, με το Ν. 4307/2014 εισήχθη η έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, που ρυθμίζεται στις διατάξεις του κεφαλαίου τέταρτου, των άρθρων 68 έως 77, του νόμου αυτού, με σκοπό την εκποίηση και μεταβίβαση, εν λειτουργία, του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείριση επιχείρησης, ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων), ή περιουσιακών της στοιχείων, εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για την ικανοποίηση των πιστωτών της.

Ειδικότερα, στο άρθρο 68 του νόμου αυτού ορίζονται τα εξής: Άρθρο 68: " Ι. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπάγεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου [...]. 2.

Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. [...]". Στο άρθρο 70 ορίζεται ότι : "1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. [...]".

Στο άρθρο 71 ορίζεται ότι : "1. Το δικαστήριο αποδέχεται την αίτηση εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 68 παράγραφοι 1 και 2. Το δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφασή του τον προτεινόμενο στην αίτηση ειδικό διαχειριστή. [...]". Στο άρθρο 72 ορίζεται ότι: "1. Η αποδοχή της αίτησης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης καθ' όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης [...]. 2.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολό της στον διοριζόμενο ειδικό διαχειριστή. [...]". Και τέλος, στο άρθρο 73 ορίζεται ότι: "1. Ο ειδικός διαχειριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της δημόσιας αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή υπόμνημα προσφοράς [...] 3.

Το συντομότερο δυνατόν από την εγκατάστασή του, ο ειδικός διαχειριστής διενεργεί δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της υπό ειδική διαχείριση επιχείρησης ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων της επιχείρησης (κλάδων) ή περιουσιακών της στοιχείων εφόσον αυτά δεν αποτελούν κλάδους. [...]".

Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι με το Ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον Πτωχευτικό Κώδικα (προϊσχύσαντα Ν. 3588/2007) έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης για την εκκαθάριση εν λειτουργία υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμφερή κατά το σκοπό και τη δομή της, ή απολύτως συναφή διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διάταξης του άρθρου 106 περ.

ια' του ΠτΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του Ν. 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4013/2011 και μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ3 παρ. 16 του Ν. 4336/2015. Η ρυθμιζόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικασία, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων του έχοντος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησής του, ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων), ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του.

Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περατώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώχευση. Η θέσπιση της έκτακτης αυτής διαδικασίας ειδικής διαχείρισης υπηρετεί επιτακτικό σκοπό γενικού ενδιαφέροντος, ήτοι την αποφυγή απαξίωσης της επιχείρησης και τη μεγιστοποίηση των πιθανοτήτων εκποίησης αυτής (ή κλάδων της ή επιμέρους περιουσιακών της στοιχείων) σε λειτουργία, προς το σκοπό:

α) προστασίας του περιουσιακού συμφέροντος των πιστωτών και δη του Δημοσίου, των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και των χρηματοδοτικών φορέων, το οποίο έγκειται στην κατά το δυνατόν πληρέστερη ικανοποίηση των χρηματικών ενοχικών αξιώσεων, που διατηρούν κατά του οφειλέτη, και β) διατήρησης της επιχείρησης του οφειλέτη επ' ωφελεία της απασχόλησης και της εθνικής οικονομίας εν γένει.

Πρόκειται, επομένως, κατά κυριολεξία, για μία μη οικειοθελή για την επιχείρηση, που έχει παύσει τις πληρωμές της, προπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία, η οποία ξεκινά με πρωτοβουλία των πιστωτών, αντιστοιχούντων, κατ' ελάχιστον, στο 40% των οφειλομένων απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων και ένας χρηματοδοτικός φορέας, με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρησης, ενόσω η ίδια συνεχίζει τη λειτουργία της, υπό τη διαχείριση του ειδικού διαχειριστή, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, με σκοπό την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού τιμήματος προς ικανοποίηση των πιστωτών της επιχείρησης.

Η εκκαθαριστική αυτή διαδικασία είναι μία ταχεία διαδικασία, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα οφείλει είτε να οδηγήσει σε εκποίηση το 90% του ενεργητικού της, υπό διαχείριση επιχείρησης, είτε, σε περίπτωση αποτυχίας, να οδηγήσει την επιχείρηση σε πτώχευση, υπό την έννοια δε αυτή χαρακτηρίζεται ως προπτωχευτική διαδικασία, αφού η αποτυχία της οδηγεί σε πτώχευση (ΑΠ 441/2022, ΑΠ 1335/2020).

Συνέπειες της δημοσίευσης της απόφασης που δέχεται την αίτηση υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης είναι : α) η παύση της συνολικής εξουσίας των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης (νομικού προσώπου), ήτοι της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου, β) η άμεση -από τη δημοσίευση- ανάληψη καθηκόντων εκ μέρους του διορισθέντος διαχειριστή, στον οποίο περιέρχεται το σύνολο των εξουσιών διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης του φορέα αυτής, νομικού προσώπου, με δημιουργούμενη κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης του άρθρου 17 του Πτωχευτικού Κώδικα, με την παράγραφο 1 εδαφ.

α' του οποίου ειδικότερα ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του (πτωχευτική απαλλοτρίωση), την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος" και γ) η αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης, καθ` όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του Ν. 4174/2013 "Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας".

Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4307/2014 θεσπίζει ρητώς την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις, ως προς όλους του πιστωτές και δη τόσο τους εγχειρόγραφους, όσο και τους ενέγγυους, εισάγοντας έτσι ειδική ρύθμιση στην παραπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, αντιθέτως με τα ισχύοντα επί πτώχευσης (άρθρα 25, 26 του Πτωχ.

Κωδ.). Σύμφωνα με τα ανωτέρω και λόγω του χαρακτήρα της, ως προπτωχευτικής, της συλλογικής διαδικασίας ικανοποίησης των πιστωτών της επιχείρησης, που έχει παύσει τις πληρωμές της, στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης εφαρμόζονται, εκτός των ειδικών διατάξεων του Ν. 4307/2014, παράλληλα οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, όταν κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη γραμματική ή την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 4307/2014, οπότε οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ισχύουν συμπληρωματικά (ΑΠ 441/2022, ΑΠ 1335/2020).

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση θέσης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, παύει η ισχύς της μεταξύ τους διαιτητικής συμφωνίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της πτώχευσης, καθόσον συντρέχει και στην περίπτωση της ειδικής διαχείρισης η ίδια δικαιολογητική αιτία, αφού, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης περί θέσης της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, δημιουργείται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης του άρθρου 17 του Πτωχευτικού Κώδικα και ο τεθείς σε ειδική διαχείριση δεν έχει εξουσία διοίκησης και διαχείρισης, ήτοι και διάθεσης της περιουσίας του, η οποία περιέρχεται στο σύνολό της στο διοριζόμενο ειδικό εκκαθαριστή.

Επιπλέον των ανωτέρω, στην περίπτωση της ειδικής διαχείρισης οι εξουσίες του ειδικού διαχειριστή, οι οποίες του ανατίθενται από το νόμο και οι οποίες σχετίζονται πρωτίστως με την καθημερινή διαχείριση της επιχείρησης, που εξακολουθεί να λειτουργεί και με την εκποίησή της ως συνόλου, ή επιμέρους κλάδων, ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων αυτής, είναι περιορισμένες, σε σχέση μάλιστα με αυτές του συνδίκου τόσο από άποψη χρόνου (69 Ν. 4307/2014), όσο και από άποψη αυστηρών περιορισμών και διατυπώσεων, με τους οποίους συνοδεύεται η άσκηση των εξουσιών του (72 επ.

του ίδιου νόμου) και δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υπαγωγή σε διαιτητική διαδικασία, διαφοράς της τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση επιχείρησης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 49/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στην προκειμένη περίπτωση η εδρεύουσα στην Ελβετία αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα), δραστηριοποιούμενη στον τομέα της μεσολάβησης και εμπορίας εκκοκκισμένου βάμβακος σε διεθνές επίπεδο και η εδρεύουσα στη Λιβαδειά καθής (ήδη αναιρεσίβλητη), δραστηριοποιούμενη στον ίδιο τομέα της αγοράς και πώλησης εκκοκκισμένου βάμβακος κατήρτισαν αρχικά την υπογραφείσα στη Γενεύη από την αιτούσα στις 28.12.2013 και στη Λιβαδειά από την καθής στις 30.12.2013, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και τακτοποίησης οικονομικών εκκρεμοτήτων, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, συμφωνήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας και καθορίστηκαν οι οικονομικές υποχρεώσεις της καθής προς την αιτούσα σε περίπτωση μη τήρησης των εξ αυτής συμβατικών της υποχρεώσεων.

Η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε αρχικά με την υπογραφείσα στη Γενεύη στις 23.9.2014 από την αιτούσα και στη Λιβαδειά από την καθής στις 24.9.2014, συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκε η αναβολή εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων εκάστου μέλους, οι οποίες απέρρεαν από την παραπάνω σύμβαση για ένα έτος και εν συνεχεία με την υπογραφείσα στη Γενεύη από την αιτούσα στις 12.7.2015 και στη Λιβαδειά από την καθής στις 14.7.2015, δεύτερη τροποποιητική συμφωνία με την οποία συμφωνήθηκε η περαιτέρω αναβολή εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων εκάστου μέλους που απέρρεαν από τις προμνησθείσες κύρια και πρώτη τροποποιητική σύμβαση.

Με την τελευταία τροποποιητική συμφωνία συμφωνήθηκε επιπλέον η υπαγωγή των όποιων τυχόν διαφορών προκύψουν από την κύρια σύμβαση και τις τροποποιητικές αυτής σε διαιτησία και ειδικότερα στη δικαιοδοσία της Διεθνούς Ένωσης Βάμβακος που εδρεύει στο Λίβερπουλ με εφαρμοστέο δίκαιο τους κανονισμούς και κανόνες της ένωσης αυτής (ICA Bylaws and Ryles).

Λόγω της μη τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η καθής, η αιτούσα με την από 18.10.2017 αίτησή της εισήγαγε, όπως όριζε η μεταξύ τους υπογραφείσα δεύτερη τροποποιητική σύμβαση, τις μεταξύ διαδίκων διαφορές σε διαιτησία ενώπιον της Διεθνούς Ένωσης Βάμβακος. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό αναφοράς ...

διαιτητική απόφαση. Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε με την ένδικη αίτηση να αναγνωρισθεί η ισχύς και να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η ως άνω διαιτητική απόφαση. Κατά το χρόνο όμως που η αιτούσα υπέβαλε την αίτηση για υπαγωγή των μεταξύ των δύο εταιριών διαφορών σε διαιτησία η καθής με την υπ' αριθμ. 74/22.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (καταχωρηθείσα στο ΓΕΜΗ στις 10.10.2017, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.

πρωτ 1380/10.1.2017 έγγραφο του Γραφείου Μητρώου του Επιμελητηρίου Βοιωτίας), είχε ήδη υπαχθεί στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68 επ. ν 4307/2014, η οποία δεν έχει εισέτι περατωθεί. Με τη θέση της σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης η καθής απώλεσε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, στερούμενη στο εξής την εξουσία να διαθέσει ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και επομένως έπαυσε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η ισχύς της προϋφιστάμενης διαιτητικής συμφωνίας.

Έτσι κατά το χρόνο που η διαφορά υπήχθη σε διαιτησία (μετά την υπαγωγή της καθής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης) δεν υπήρχε σε ισχύ διαιτητική συμφωνία και επομένως το αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία κατά το ημεδαπό δίκαιο. Δε συνέτρεχε δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5 παρ. 2α της ΣυμβΝΥ, ήτοι το αντικείμενο της διαφοράς να είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο.

Το άρθρο αυτό (5 παρ. 2α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το πρωτόδικο δικαστήριο και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Σημειώνεται ότι εκ προφανούς παραδρομής στο τέλος της αποφάσεως (σελ. 17) γίνεται μνεία περί μη συνδρομής, λόγω της παύσεως της ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας, της προϋποθέσεως του άρθρου 5 παρ. 2β και όχι του άρθρου 5 παρ. 2α, που πράγματι εφάρμοσε το πρωτόδικο δικαστήριο, αν και αμέσως μετά (τη λανθασμένη αριθμητική αναγραφή) παρατίθεται κατά λέξη διευκρινιστικά το κείμενο του άρθρου 5 παρ. 2α και επομένως δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το άρθρο αυτό ερμήνευσε και εφάρμοσε το πρωτόδικο δικαστήριο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η έφεση...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 49/2019 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 7/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία είχε απορριφθεί, κατά τα προεκτιθέμενα, η ένδικη από 31-7-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 867 ΚΠολΔ, 5 παρ. 2 περ. α' της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, 17 του Πτωχευτικού Κώδικα και 68 επ.

του Ν. 4307/2014 και ειδικά το άρθρο 72 του τελευταίου αυτού νόμου, επειδή δέχθηκε, εσφαλμένα, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι η συμφωνία περί διαιτησίας παύει να ισχύει μετά την κήρυξη σε πτώχευση ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη και ότι δεν μπορεί να γίνει προσφυγή στο διαιτητικό δικαστήριο, για το λόγο ότι ο πτωχός από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και δεν έχει εξουσία διάθεσης αυτής, ότι ο σύνδικος δεν μπορεί να καταρτίσει συμφωνία για διαιτησία, καθώς και ότι τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της θέσης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε παύει και στην περίπτωση αυτή, η ισχύς της διαιτητικής συμφωνίας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ορθά υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε, στις διατάξεις αυτές, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, όπως αναλύθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι δεν συνέτρεχε στην ένδικη υπόθεση, [προκειμένου να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα η ως άνω διαιτητική απόφαση της Διεθνούς Ένωσης Βάμβακος, που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης], η αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη προϋπόθεση, που θέτει το άρθρο 5 παρ. 2 περ.

α' της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, ήτοι το αντικείμενο της διαφοράς να είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο, διότι, μετά τη θέση της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, αυτή απώλεσε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, στερούμενη έτσι στο εξής την εξουσία να διαθέσει ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και επομένως έπαυσε η ισχύς της προϋφιστάμενης διαιτητικής συμφωνίας.

Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο ότι : α) με τη θέση της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης αυτή απώλεσε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, στερούμενη στο εξής την εξουσία να διαθέσει ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και επομένως έπαυσε η ισχύς της προϋφιστάμενης διαιτητικής συμφωνίας, β) έτσι, κατά το χρόνο που η διαφορά υπήχθη σε διαιτησία (μετά την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης) δεν υπήρχε σε ισχύ διαιτητική συμφωνία και επομένως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία, κατά το ημεδαπό δίκαιο και γ) δεν συνέτρεχε, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση η και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη προϋπόθεση, που θέτει το άρθρο 5 παρ. 2 α' της ΣυμβΝΥ, ήτοι το αντικείμενο της διαφοράς να είναι επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, εάν μετά τη σύναψη της συμφωνίας περί υπαγωγής ιδιωτικού δικαίου διαφοράς στη διαιτησία, ο ένας από τους ενδιαφερομένους κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, επέρχεται η παύση της ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας και τούτο διότι, ο πτωχός από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Πτωχευτικού Κώδικα, της εξουσίας διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία (εξουσία διάθεσης) πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά την κατάρτιση της συμφωνίας περί διαιτησίας, αλλά και κατά το χρόνο υποβολής της υπόθεσης στο διαιτητικό δικαστήριο, ενώ ούτε ο σύνδικος, ο οποίος δεν έχει απεριόριστη εξουσία διάθεσης, μπορεί να υπαγάγει διαφορά στη διαιτησία, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και στην περίπτωση θέσης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, όπως συνέβη στην ένδικη υπόθεση με την αναιρεσίβλητη, παύει η ισχύς της προϋφιστάμενης μεταξύ τους διαιτητικής συμφωνίας, καθόσον συντρέχει και στην περίπτωση της ειδικής διαχείρισης η ίδια δικαιολογητική αιτία, αφού, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, δημιουργείται κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης του άρθρου 17 του ΠτΚ και ο τεθείς σε ειδική διαχείριση και στην ένδικη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, δεν έχει εξουσία διοίκησης και διαχείρισης, ήτοι διάθεσης της περιουσίας της, η οποία περιέρχεται στο σύνολό της στο διοριζόμενο ειδικό εκκαθαριστή και, επομένως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δεκτικό ρύθμισης με διαιτησία, σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο, ως εκ τούτου δε, δεν συντρέχει η προαναφερόμενη και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη προϋπόθεση, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 περ.

α' της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, για την κήρυξη εκτελεστής στην Ελλάδα της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, που εκδόθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, το Εφετείο, καταλήγοντας, με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, στο προαναφερθέν πόρισμά του, ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ορθά υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε, στις διατάξεις αυτές, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως.

Συνεπώς, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και, εκ τούτου, απορριπτέος. Ακολούθως, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 επ.

και πιο ειδικά του άρθρου 72 του Ν. 3407/2014, 867 ΚΠολΔ, 5 παρ. 2 περ. α' της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και 17 Πτωχευτικού Κώδικα, επειδή δέχθηκε, εσφαλμένα, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα στο Ν. 4307/2014 γενικώς και όχι μόνο όπου ρητώς οι διατάξεις του Ν. 4307/2014 παραπέμπουν στον Πτωχευτικού Κώδικα για αναλογική εφαρμογή του και ότι συνεπώς από το χρονικό σημείο υπαγωγής της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης τόσο αυτή, όσο και ο ειδικός διαχειριστής της στερούνταν της εξουσίας να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς και έτσι παύει να ισχύει η συμφωνία περί διαιτησίας.

Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι, μετά τη θέση της αναιρεσίβλητης σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, αυτή απώλεσε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της, στερούμενη στο εξής την εξουσία να διαθέσει ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της πτώχευσης και, επομένως, αυτό δεν ήταν επιδεκτικό ρύθμισης με διαιτησία, κατά το ημεδαπό δίκαιο και έτσι έπαυσε η ισχύς της προϋφιστάμενης διαιτητικής συμφωνίας, οι ανωτέρω δε παραδοχές της τελούν σε νομική ακολουθία και πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, λόγω του χαρακτήρα της ως προπτωχευτικής, εφαρμόζονται, εκτός των ειδικών διατάξεων του Ν. 4307/2014, παράλληλα οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, όταν κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη γραμματική ή την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 4307/2014, οπότε οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ισχύουν συμπληρωματικά και έτσι τυγχάνει παράλληλης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 17 του Πτωχευτικού Κώδικα, η οποία δεν αποκλείεται από τη γραμματική και την τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του Ν. 4307/2014, δεδομένου ότι, όπως, κατά τα προεκτιθέμενα, προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του Ν. 4307/2014, με την άμεση -από τη δημοσίευση- ανάληψη καθηκόντων εκ μέρους του διορισθέντος διαχειριστή, περιέρχεται σε αυτόν το σύνολο των εξουσιών διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης του φορέα αυτής, νομικού προσώπου, η δε τεθείσα σε ειδική διαχείριση αναιρεσίβλητη δεν έχει εξουσία διοίκησης και διαχείρισης, ήτοι διάθεσης της περιουσίας της, η οποία περιέρχεται στο σύνολό της στο διορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή και έτσι, και στην περίπτωση της ειδικής διαχείρισης, δημιουργείται κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης της διάταξης του άρθρου 17 του Πτωχευτικού Κώδικα, η εφαρμογή της οποίας συνεπώς δεν αποκλείεται στη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, ενώ, όπως επίσης προεκτέθηκε, οι εξουσίες του ειδικού διαχειριστή, οι οποίες σχετίζονται με την καθημερινή διαχείριση της επιχείρησης και έχουν το συγκεκριμένο σκοπό, που ορίζεται από το νόμο και δη την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου, ή επιμέρους κλάδων, ή ακόμα και κατ' ιδίαν περιουσιακών στοιχείων αυτής, είναι περιορισμένες, σε σχέση μάλιστα με αυτές του συνδίκου τόσο από άποψη χρόνου, όσο και από άποψη αυστηρών περιορισμών και διατυπώσεων, με τους οποίους συνοδεύεται η άσκηση των εξουσιών του (72 επ.

του ίδιου νόμου) και δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υπαγωγή σε διαιτητική διαδικασία, διαφοράς, της τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση επιχείρησης.

Συνεπώς, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και, εκ τούτου, απορριπτέα.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, η οποία έχει ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και εκπροσωπήθηκε από την σύνδικο - πληρεξούσια δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 30-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/30-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ