Supreme Court dismisses bank's appeal on arbitration award, upholding lower court's rejection of public order and procedural violations claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an arbitration award. The appellant argued the award violated public order and procedural rights due to the arbitrator's reliance on a prosecutor's report issued after the arbitration concluded. The court rejected these claims, noting the report was inadmissible as it was submitted post-facto and the lower court properly considered all arguments without violating due process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 897(6) and 176 of the Code of Civil Procedure; An arbitration award is not contrary to public order or good morals if the arbitrator considers all arguments, even if some are inadmissible, and procedural rights were respected throughout the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1312/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χαράλαμπο Παμπούκη, Λεωνίδα Μαραβέλη και Σταύρο Καναβάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-11-2013, 17-1-2014 και 29-1-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 5819/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 472/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 5819/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 81/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (στο εξής ...), με την από 5.6.2012 αγωγή-αίτηση διαιτησίας που απηύθυνε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που ορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στον όρο 7.9. της από 24-4-2008 Συμφωνίας Μετόχων (στο εξής Σ.Μ.), που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της άνω εταιρίας και αφετέρου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (στο εξής ΤΤ) και η οποία επιδόθηκε στο ΤΤ στις 6.6.2012, άσκησε το ερειδόμενο στον όρο 3.5 της Σ.Μ.
δικαίωμά της (put option), λόγω της επικαλούμενης παράβασης από το ΤΤ της υποχρέωσης αποκλειστικότητας στην παραχώρηση της χρήσης δικτύου από το ΤΤ στην Εταιρία, ζητώντας: α) να αναγνωρισθεί το κύρος της γενόμενης από την ίδια από 27.4.2012 καταγγελίας, και β) να υποχρεωθεί το ΤΤ να αποκτήσει τις 9.680.000 μετοχές κυριότητας της ...
στην εταιρία "..." (στο εξής Εταιρία), το αργότερο εντός 15 ημερών από την επίδοση (λήψη) της αγωγής, έναντι τιμήματος 59.325.025,50 ευρώ. Επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν έχει αυτή το ασκούμενο βάσει του όρου 3.5 της Σ.Μ. δικαίωμα, άσκησε με την ίδια αγωγή το προβλεπόμενο στον όρο 5.2.3 της Σ.Μ. δικαίωμα "put option", λόγω της επικαλούμενης υπαίτιας, εκ μέρους του ΤΤ, παραβάσεως των αναφερόμενων υποχρεώσεών του και λόγω αντισυμβατικής καταγγελίας της Σ.Μ., ζητώντας να υποχρεωθεί το ΤΤ να αποκτήσει τις 9.680.000 μετοχές κυριότητας της ...
στην Εταιρία, το αργότερο εντός 90 ημερών από την επίδοση (λήψη) της αγωγής, έναντι τιμήματος 29.662.52,75 ευρώ. Επιπλέον των ανωτέρω, η ... ζήτησε να υποχρεωθεί το ΤΤ να της καταβάλει, λόγω καταπτώσεως της συμφωνηθείσας με το άρθρο 5.2.1. της Σ.Μ. ποινικής ρήτρας, το ποσό των 3.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση πέντε ημερών από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, δηλαδή από 14-5-2012, άλλως από 18-5-2012.
Ακολούθως, το ΤΤ άσκησε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου την από 17-9-2012 ανταίτηση διαιτησίας, με την οποία ζήτησε : α) να αναγνωριστεί το κύρος της από 14-8-2012 γενόμενης εκ μέρους του καταγγελίας της Σ.Μ., β) να υποχρεωθεί η ... να του μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της (μετά των δικαιωμάτων ψήφου) στην προαναφερόμενη εταιρεία έως την 15-11-2012 έναντι συνολικού τιμήματος ενός ευρώ, και γ) να υποχρεωθεί η ...
να του καταβάλει, λόγω καταπτώσεως της συμφωνηθείσας, κατά τα άνω, ποινικής ρήτρας, το ποσό των 3.000.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 15-8-2012, άλλως από 18-9-2012. Επί της άνω αγωγής - αιτήσεως της ... και της ασκηθείσας εκ μέρους του ΤΤ ανταιτήσεως, εκδόθηκε στην Αθήνα από το Διαιτητικό Δικαστήριο η από 16-10-2013 απόφαση, η οποία κατατέθηκε στο βιβλίο Διαιτησιών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 48/2013, με την οποία κρίθηκε:
α) ότι το ΤΤ παραβίασε την υποχρέωση μη ανταγωνισμού και αποκλειστικότητας στη χρήση δικτύου που προβλεπόταν στον υπ` αρ. 6.2 όρο της Σ.Μ. και στον όρο 5 του συμφωνητικού χρήσης δικτύου και, συνακόλουθα, ότι η γενόμενη εκ μέρους της ... από 27-4-2012 καταγγελία της Σ.Μ. είναι έγκυρη, επιφέρουσα τη λύση της συμφωνίας αυτής, β) ότι θεμελιώνεται υπέρ της ...
δικαίωμα πώλησης του συνόλου των μετοχών της μετά των δικαιωμάτων ψήφου (put option) και αντίστοιχα υποχρέωση του ΤΤ να τις αποκτήσει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3.5 της Σ.Μ., γ) ότι η ..., με την κοινοποιηθείσα στο ΤΤ αίτηση - αγωγή διαιτησίας, άσκησε, εντός της οριζόμενης από τη Σ.Μ. προθεσμίας, το προβλεπόμενο από τον παραπάνω 3.5 όρο της επίδικης συμφωνίας, δικαίωμα προαιρέσεως (put option), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί υπέρ της ...
αξίωση για εκπλήρωση της ενοχής και εις βάρος του ΤΤ χρηματική οφειλή για καταβολή του τιμήματος (και αντίστοιχα υποχρέωση της ... και δικαίωμα του ΤΤ για μεταβίβαση των μετοχών της ...), δ) ότι το τίμημα που οφείλει να καταβάλει η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΤΕ" (στο εξής Νέο ΤΤ), που είχε υπεισέλθει εν τω μεταξύ στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ΤΤ, στην ...
για την αγορά των άνω μετοχών, με βάση τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους (όρος 3.5 της Σ.Μ.) και μετά από αναπροσαρμογή του τιμήματος κατ` εφαρμογήν της αρχής του άρθρου 288 του ΑΚ, αίτημα που προβλήθηκε από το ΤΤ και έγινε δεκτό από το διαιτητικό δικαστήριο, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 32.950.467.82 ευρώ, νομιμοτόκως από 22-6-2012, οπότε παρήλθαν 15 ημέρες από την επίδοση στο ΤΤ της από 5.6.2012 αίτησης- αγωγής διαιτησίας, με την οποία ασκήθηκε το δικαίωμα προαίρεσης κατά τα προβλεπόμενα στον όρο 3.5 της συμφωνίας μετόχων και κατέστη ληξιπρόθεσμη η άνω απαίτηση, και ε) ότι επιπροσθέτως το Νέο ΤΤ οφείλει να καταβάλει στη ..., λόγω καταπτώσεως της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και κατόπιν αναπροσαρμογής αυτής με εφαρμογή του άρθρου 409 του ΑΚ, που προβλήθηκε από το ΤΤ, το ποσό των 800.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 22-5-2012.
Κατόπιν αυτών έγινε δεκτή εν μέρει η από 5.6.2012 αίτηση - αγωγή διαιτησίας της ... και υποχρεώθηκε το Νέο ΤΤ να της καταβάλει α) το ποσό των 32.950.467.82 ευρώ, νομιμοτόκως από 22-6-2012 και β) το ποσό των 800.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 22-5-2012. Τέλος, με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η από 17-9-2012 ανταίτηση διαιτησίας, την οποία είχε ασκήσει το ΤΤ εναντίον της ..., αφού έγινε δεκτό ότι οι ισχυρισμοί του ΤΤ αλυσιτελώς προβάλλονται, καθόσον η Σ.Μ.
λύθηκε με την από 27.4.2012 καταγγελία της ... και δεν νοείται καταγγελία λυθείσης έννομης σχέσης. Κατά της απόφασης αυτής η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΤΕ" (Νέο ΤΤ), άσκησε κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 12.11.2013 αγωγή της, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους ζήτησε την ακύρωσή της.
Στη συνέχεια και δη την 27.12.2013 στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της άνω ενάγουσας εταιρίας υπεισήλθε η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία ακολούθως άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών:
α) την από 17.1.2014 πρώτη συμπληρωματική αγωγή, με την οποία, σε συνέχεια και συμπλήρωση του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως της πρώτης αγωγής, προέβαλε περαιτέρω λόγους ακυρώσεως της ίδιας ως άνω διαιτητικής απόφασης, και β) την από 29.1.2014 δεύτερη συμπληρωματική αγωγή, με την οποία, σε συνέχεια και συμπλήρωση των δύο πρώτων αγωγών, προέβαλε περαιτέρω λόγους ακυρώσεως της ίδιας ως άνω διαιτητικής απόφασης.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 5819/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι άνω αγωγές ως αβάσιμες. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 24.12.2014 αναίρεση και τους από 31.8.2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ` αριθ. 472/2016 απόφασή του αναίρεσε αυτήν, κατά παραδοχή των δευτέρου και όγδοου προσθέτων αναιρετικών λόγων, κατά το μέρος που απέδιδαν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη αναφορικά με την απόρριψη από την προσβαλλόμενη ως ουσιαστικά αβάσιμου λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που περιέχεται στην από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης και με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για ακυρότητα της ένδικης συμφωνίας περί διαιτησίας λόγω μη πληρώσεως της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητά της και ειδικότερα λόγω μη εγκρίσεως αυτής από τη γενική συνέλευση των μετόχων της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, και, κατόπιν αυτού, παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, κρίνοντας ταυτόχρονα ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, με την από 15-12-2016 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση τις άνω (κύρια και συμπληρωματικές) αγωγές της, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, ενώ με το από 31.3.2017 και με αριθμό κατάθεσης 2335/173/31.3.2017 δικόγραφο άσκησε πρόσθετους λόγους ακύρωσης, με τους οποίους ζήτησε την ακύρωση της αυτής ως άνω διαιτητικής απόφασης για λόγους που είναι συμπληρωματικοί στους ήδη ασκηθέντες με τις άνω αγωγές λόγους ακύρωσης, επικουρικά δε, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της διαιτητικής απόφασης, επικαλούμενη ότι η συμφωνία διαιτησίας, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπογράφηκε για λογαριασμό της δικαιοπαρόχου της από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της, με βάση σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία όμως τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισης της γενικής συνέλευσης της δικαιοπαρόχου της, η οποία δεν δόθηκε ποτέ και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία περί διαιτησίας και πρέπει να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση, διότι εκδόθηκε από διαιτητικό δικαστήριο που αντλούσε την εξουσία του από αυτή την άκυρη συμφωνία, άλλως να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της διαιτητικής συμφωνίας, διότι εκδόθηκε με βάση ανύπαρκτη συμφωνία, καθόσον ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δικαιοπαρόχου της δεν είχε την εξουσία να συνάψει τέτοια σύμβαση.
Οι εν λόγω τρεις αγωγές και οι από 31-3-2017 πρόσθετοι λόγοι συνεκδικάσθηκαν την 28-9-2017 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε ακολούθως την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 81/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι η προδιαληφθείσα 5819/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αναιρέθηκε ολικώς, ενόψει του ότι με την αναιρετική απόφαση δεν περιορίστηκε η αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, και συνεπώς δεν αποτελεί δεδικασμένο, α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 29.1.2014 συμπληρωματική αγωγή ακύρωσης, αφού κρίθηκε ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης τρίμηνης προθεσμίας, β) απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εκπρόθεσμη η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης, αυτή φέρει τον χαρακτήρα πρόσθετων λόγων που ασκούνται παραδεκτώς με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γ) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι οι από 31-3-2017 πρόσθετοι λόγοι, καθόσον ασκήθηκαν μετά την πάροδο της αποκλειστικής τρίμηνης προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 899 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενώ δεν προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων ακύρωσης διαιτητικής απόφασης εκτός της άνω αποκλειστικής προθεσμίας, και δ) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρικά σωρευόμενη από το άρθρο 901 παρ. 1 α του ΚΠολΔ αγωγή περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης.
Κατά τα λοιπά κρίθηκε ότι η από 12.11.2013 αγωγή ακύρωσης και η από 17.1.2014 συμπληρωματική αγωγή ακύρωσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δε προέβη στην έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων τους, απέρριψε στο σύνολό τους και τις δύο αυτές αγωγές ως αβάσιμες. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΜΕΡΟΣ Α'. Για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων. Α' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 897 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση και για τους σ` αυτό περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους, κατά δε το άρθρο 899 παρ. 2α ΚΠολΔ η αγωγή για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 897 αρ. 1 έως 7 ασκείται σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Εάν επομένως η αγωγή ακύρωσης, η οποία έχει χαρακτήρα διαπλαστικής αγωγής και το δι' αυτής αγόμενο προς κρίση δικαίωμα προς ακύρωση συνιστά επίσης διαπλαστικό δικαίωμα (ΑΠ 1743/2000), δεν ασκηθεί εντός της τασσόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας, απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν απαράδεκτη διότι η ως άνω προθεσμία είναι όχι μόνο αποκλειστική αλλά και αποσβεστική και, όπως συνάγεται από τα άρθρα 219, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και αφετέρου διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 1009/1988, ΑΠ 438/1978).
Τέλος, για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ο ακυρωτικός λόγος πρέπει να περιλαμβάνεται στην αγωγή, ενώ το δικαστήριο δεν μπορεί να την ακυρώσει για λόγο μη εμπεριεχόμενο στην αγωγή. Με την ακυρωτική αγωγή μπορεί να προτείνονται περισσότεροι από ένας λόγοι. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αντικειμενική σώρευση αγωγών με το ίδιο ακυρωτικό αίτημα, δηλαδή κάθε ακυρωτικός λόγος αποτελεί αγωγή ακύρωσης.
Γι' αυτό για κάθε λόγο ακύρωσης ισχύει η προαναφερόμενη τρίμηνη αποκλειστική και αποσβεστική προθεσμία.
Συνεπώς αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει και άλλη συμπληρωματική (με πρόσθετους λόγους) αγωγή, δηλαδή με λόγους διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους στηρίχθηκε η πρώτη. Με βάση επομένως τη φύση και λειτουργία της ανωτέρω προθεσμίας προκύπτει ότι για τη συμπληρωματική αγωγή των πρόσθετων λόγων ακυρώσεως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ούτε αναλογικά, το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο -αναφερόμενο στο δυνατό περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων εφέσεως- αξιώνει για το παραδεκτό αυτών να αναφέρονται στα εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια και σε εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (ΑΠ 2111/2017).
Άλλωστε, η αγωγή ακύρωσης διαιτητικής αποφάσεως δεν συνιστά ένδικο μέσο (απαγορευόμενο από τα άρθρα 895 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά αγωγή με την οποία ασκείται, όπως προαναφέρθηκε, διαπλαστικό ουσιαστικής φύσεως δικαίωμα (ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 61/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αφορά τους από 31-3-2017 πρόσθετους λόγους ακύρωσης της άνω διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 5 σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του: "Με την από 1.6.2017 ...
κλήση της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ... φέρονται προς συζήτηση οι από 31.3.2017 και με αριθμό κατάθεσης 2335/173/31.3.2017 πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης, με τους οποίους η ενάγουσα ζητά την ακύρωση της με αριθμό 48/2013 οριστικής διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16.10.2013 και καταχωρήθηκε αυθημερόν στα βιβλία διαιτησιών του Πρωτοδικείου Αθηνών για λόγους που είναι συμπληρωματικοί στους ήδη ασκηθέντες με τις από 12.11.2013, 17.1.2014 και 29.1.2014 αγωγές της, λόγους ακύρωσης...
Με το παραπάνω περιεχόμενο, οι πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, οι οποίοι αρμόδια εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 3 σκέψη της παρούσας, καθόσον ασκούνται μετά την πάροδο της αποκλειστικής τρίμηνης προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 899 παρ. 2 του ΚΠολΔ και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα αναλυτικά παραπάνω εκτέθηκαν, η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση παραδόθηκε με επιμέλεια της γραμματέως του διαιτητικού δικαστηρίου στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΤΤ, Κ.
Π. στις 16.10.2013 και η προθεσμία άσκησης αγωγής ακύρωσης έληξε στις 17.1.2014, ενώ δεν προβλέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων ακύρωσης διαιτητικής απόφασης εκτός της άνω αποκλειστικής προθεσμίας... ". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι οι άνω πρόσθετοι λόγοι ακυρώσεως, διότι η αγωγή ακύρωσης είναι ένδικο βοήθημα όπως και η έφεση και συνεπώς επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων κατ' εφαρμογή του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι οι πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης συνέχονταν αναγκαστικά με τα κεφάλαια της διαιτητικής απόφασης που είχαν προσβληθεί με την αρχική αγωγή και την πρώτη συμπληρωματική αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο και όχι στην περίπτωση απόρριψης της συμπληρωματικής αγωγής πρόσθετων λόγων αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο ως ουσιαστικά απαράδεκτης λόγω μη τηρήσεως κάποιας αποκλειστικής αποσβεστικής προθεσμίας, εντός της οποίας έπρεπε να ασκηθεί δια της αγωγής το ουσιαστικό (διαπλαστικό) δικαίωμα, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.
Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο εισάγεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παραβιάσθηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 897 και 898 του ΚΠολΔ, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προαναφερόμενα οι άνω πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και το δικαίωμα της αναιρεσείουσας αποσβέσθηκε, δεν τυγχάνει δε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος με τη μη εφαρμογή του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο, αφού δεν αποκλείεται η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και δη η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών του αιτούντος την ακύρωση διαιτητικής απόφασης και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας (Ολ.ΑΠ 6/2012).
Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, καθόσον από τις παραδοχές της δεν είναι σαφές ποια διάταξη εφάρμοσε προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτοί πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.
ΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση. ΜΕΡΟΣ Β'. Για την απόρριψη της β' συμπληρωματικής αγωγής. Β' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ.1β`.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 679/2011).
Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.
Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ.ΑΠ 27/2007, ΑΠ 248/2020, ΑΠ 359/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 644/2015, ΑΠ 701/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών τις από 12.11.2013, 17.1.2014 και 29.1.2014 αγωγές της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με τις οποίες ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθ. 48/2013 διαιτητικής απόφασης. Οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την με αριθ. 5819/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία όμως αναιρέθηκε με την υπ` αριθ. 472/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν αυτού η ενάγουσα με την από 15-12-2016 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση τις άνω αγωγές της, επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 81/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι η προδιαληφθείσα 5819/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου των αγωγών με τις ακόλουθες ειδικότερα σκέψεις: "Επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, αφού οι περισσότεροι λόγοι περί ακύρωσης διαιτητικής απόφασης [άρ. 897 του ΚΠολΔ] συνιστούν περισσότερες βάσεις (κεφάλαια) του αιτήματος της, οι οποίες ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους είναι αμοιβαίως επικουρικές και με την αναιρετική απόφαση δεν περιορίστηκε η αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, η προδιαληφθείσα 5819/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε ολικώς και δεν αποτελεί δεδικασμένο και επομένως το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου των αγωγών ως προϋπόθεσης του παραδεκτού τους, θα επανεξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση διότι οι διάδικοι επανέρχονται στο πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δικονομικό στάδιο...".
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο ερεύνησε το εμπρόθεσμο των εν λόγω αγωγών ως προϋπόθεση του παραδεκτού τους και έκρινε ότι η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης (δεύτερη συμπληρωματική) είναι εκπρόθεσμη και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 16, άλλως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση την απόφαση που εξαφανίσθηκε, ως προς το εμπρόθεσμο της δεύτερης συμπληρωματικής αγωγής, απορρίπτοντας έτσι αυτήν ως απαράδεκτη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το άνω σκέλος του είναι αβάσιμος, αφού με την υπ' αριθ. 472/2016 αναιρετική απόφαση δεν περιορίστηκε η αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, αλλά η 5819/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε ολικώς και συνεπώς δεν αποτελεί δεδικασμένο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο πιο πάνω ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο, υπό την εκδοχή ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από την απόφαση που αναιρέθηκε, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί αναληθούς βάσεως ερειδόμενος, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο και απέρριψε, με την ρητή παραδοχή ότι η 5819/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου αναιρέθηκε ολικώς και δεν αποτελεί δεδικασμένο και επομένως είναι δυνατή η επανεξέταση του εμπροθέσμου της άνω αγωγής, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της.
Γ' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά τη διάταξη του άρθρου 893 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 892. Ο διαιτητής ή, αν είναι περισσότεροι οι διαιτητές, ο επιδιαιτητής ή με εντολή του ένας από τους διαιτητές, είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφό της σ' αυτούς που συνομολόγησαν τη συμφωνία διαιτησίας.
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 897 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση και για τους σ` αυτό περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους, κατά δε το άρθρο 899 § 2α ΚΠολΔ η αγωγή για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 897 αρ. 1 έως 7 ασκείται σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 του αυτού Κώδικα, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:
Ενώ η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται με την υπογραφή της από τον ή τους διαιτητές, η διαιτητική διαδικασία περατώνεται έως την παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής αποφάσεως στους συνομολογήσαντες τη διαιτησία μετά την κατάθεση του πρωτοτύπου της στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου. Ο κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιος δικηγόρος καθενός από τα μέρη, εφόσον διορίσθηκε νομίμως, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος αυτού σε όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και, επομένως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 143 και 96 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει σ' αυτόν η επίδοση της διαιτητικής αποφάσεως.
Στην έννοια της επιδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως στον, κατά τη διαιτητική δίκη, πληρεξούσιο των συνομολογησάντων τη διαιτησία περιλαμβάνεται και η παράδοση αυτής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 893 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παράδοση αυτή έχει την έννοια της κοινοποιήσεως του άρθρου 899 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών μηνών για την άσκηση αγωγή ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται (χωρίς και να αποκλείεται) επίδοση της αποφάσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ.
ΚΠολΔ, όπως τούτο συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, ιδίως για την άσκηση ενδίκων μέσων (αρθρ. 503, 518, 545, 564 ΚΠολΔ).
Συνεπώς με την παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής αποφάσεως στον κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο κάποιου διαδίκου αρχίζει η ως άνω τρίμηνη προθεσμία για την έγερση της προς ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως αγωγής του διαδίκου αυτού (ΑΠ 5/2000, ΑΠ 1009/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης (δεύτερη συμπληρωματική) είναι εκπρόθεσμη και απορριπτέα ως απαράδεκτη με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι η από 29.1.2014 και με αριθμό κατάθεσης 91/31.1.2014 συμπληρωματική αγωγή ακύρωσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την παράδοση, στις 16.10.2013, αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης από τη γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, Δ.
Φ., στον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας [εναγομένης - αντεναγομένης στη διαιτητική διαδικασία ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία '`...''] Κ. Π. και επομένως είναι απαράδεκτη. Από τα έγγραφα..... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 16 Οκτωβρίου 2013 εκδόθηκε η με αριθμό 48/2013 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου που συγκροτήθηκε νόμιμα για την επίλυση των διαφορών που αναφέρονται στην από 24.4.2008 σύμβαση -συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 7.9.
της συμφωνίας, αποτελούμενο από τους : 1] Α. Κ., Επίτιμο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ως Πρόεδρο - Επιδιαιτητή, 2] Λ. Α., Αναπληρώτρια καθηγήτρια του Εμπορικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που ορίστηκε ως διαιτητής της ανώνυμης εταιρίας ... [εδώ εναγομένης] και 3] Σ. Π., Επίτιμο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου που ορίσθηκε διαιτητής της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ...
ΑΤΕ, και ως γραμματέας προσλήφθηκε η Δ. Φ.. Το διαιτητικό Δικαστήριο εξουσιοδότησε τη γραμματέα να καταθέσει το πρωτότυπο της απόφασης στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραδώσει αντίγραφά της στους συνομολογήσαντες τη συμφωνία διαιτησίας διαδίκους. Δυνάμει της άνω εξουσιοδότησης [βλ.
αυτήν ενσωματωμένη στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης] η Γραμματέας του Διαιτητικού Δικαστηρίου, Δ. Φ., κατέθεσε το πρωτότυπο της απόφασης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως παρέδωσε, την ίδια ημέρα, στις 16.10.2013, όμοιο φωτοαντίγραφο της Διαιτητικής απόφασης, που έλαβε αριθμό 48/2013, θεωρημένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών για τη νόμιμη σήμανση και το ακριβές του φωτοαντιγράφου στους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη τελευταία σελίδα της άνω διαιτητικής απόφασης, όμοιο φωτοαντίγραφο της απόφασης παραδόθηκε στον εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης - αντενάγουσας στη διαιτητική διαδικασία ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΤΕ", Κ. Π., ο οποίος ήταν εταίρος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και υπό την ιδιότητά του αυτή είχε διοριστεί ως πληρεξούσιος και αντίκλητος της άνω τράπεζας για να την εκπροσωπήσει στην άνω διαιτητική δίκη και πράγματι την εκπροσώπησε, δυνάμει του με αριθμό 10.989/2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Σ., και η παράδοση του αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης έγινε για λογαριασμό του άνω πληρεξούσιου και αντίκλητου δικηγόρου στον υπάλληλο της δικηγορικής εταιρίας "...", Δ. Τ., ο οποίος και υπέγραψε θέτοντας την υπογραφή του κάτω από κείμενο που βρίσκεται στο τέλος της διαιτητικής απόφασης, που έχει το ακόλουθο επί λέξει περιεχόμενο: "Παραδόθηκε όμοιο φωτοαντίγραφο της διαιτητικής απόφασης 48/2013 θεωρημένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών για τη νόμιμη σήμανση και το ακριβές του φωτοαντιγράφου στον εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης - αντενάγουσας Κ.
Π. και γι' αυτόν στον Δ. Τ., υπάλληλο της δικηγορικής εταιρίας .... Αθήνα 16/10/2013 Ο παραλαβών Τ. Δ.." [ακολουθεί υπογραφή]. Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί ότι η παράδοση της διαιτητικής απόφασης έγινε πράγματι από τη Γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως επίσης δεν αμφισβητεί ότι ο παραλαβών [Δ. Τ.] ήταν υπάλληλος της δικηγορικής εταιρίας της οποίας συνεργάτης ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΤΕ"... Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 6618/2017 ένορκη βεβαίωση της Δ. Φ., η ίδια επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ''... ΑΤΕ", Κ. Π. και ο τελευταίος την ενημέρωσε ότι θα έδινε εντολή στον υπάλληλο που απασχολεί η δικηγορική εταιρία ...
για εξωτερικές δουλειές, να προσέλθει στην οικία της για την παραλαβή του αντιγράφου. Περαιτέρω καταθέτει ότι παρέδωσε στον Δ. Τ., που της δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό του Κ. Π., επικυρωμένο αντίγραφο της Διαιτητικής απόφασης, ο οποίος και υπέγραψε τη χειρόγραφη απόδειξη παραλαβής. Η άνω κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης στις 16.10.2013 ήταν νομότυπη, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, κατά την έννοια των άρθρων 893 παρ. 2, 899 παρ. 2 και 143 του ΚΠολΔ και έκτοτε άρχισε να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής ακύρωσης και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι θα έπρεπε να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή η διαιτητική απόφαση και να συνταχθεί σχετική έκθεση επίδοσης.
Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης κατά της άνω διαιτητικής απόφασης άρχισε την επόμενη ημέρα μετά την παράδοση [στις 17.10.2013] και έληξε στις 17.1.2014 και συνακόλουθα η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης είναι εκπρόθεσμη και απορριπτέα ως απαράδεκτη... ". Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και γι' αυτό απαράδεκτη η προαναφερόμενη από 29-1-2014 συμπληρωματική αγωγή, με την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε πρόσθετους λόγους ακυρώσεως, διότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 899 παρ. 2 του ΚΠολΔ απαιτείται επίδοση της διαιτητικής απόφασης κατά τα άρθρα 122 επ.
του ΚΠολΔ με δικαστικό επιμελητή, η οποία έγινε στις 25.11.2014. Επικουρικά προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1, άλλως από τον αριθμό 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι δεν απαιτείται επίδοση της διαιτητικής απόφασης κατά τα άρθρα 122 επ.
του ΚΠολΔ με δικαστικό επιμελητή, και πάλι παρά το νόμο κηρύχθηκε το ανωτέρω απαράδεκτο, διότι η παράδοση της διαιτητικής απόφασης δεν έγινε από τον επιδιαιτητή ή τον εξουσιοδοτημένο διαιτητή, όπως απαιτεί το άρθρο 893 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά από τη γραμματέα στην οικία της. Ακόμη δε επικουρικότερα προβάλλεται η αιτίαση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η παράδοση της διαιτητικής απόφασης μπορούσε να γίνει στον υπάλληλο της άνω δικηγορικής εταιρίας και δη όχι στο γραφείο του δικηγόρου αλλά στην οικία της γραμματέως, χωρίς να τηρηθεί καμία διάταξη περί επιδόσεων (άρθρα 122 επ.
ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές διατυπώσεις του) είναι αβάσιμος, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ και δεν απαιτείται επίδοση της διαιτητικής απόφασης κατά τις διατάξεις αυτές, αλλά αρκεί η παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής αποφάσεως στον κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, όπως έγινε εν προκειμένω, αφού κατά τις προαναφερθείσες ρητές παραδοχές της προσβαλλόμενης, α) το Διαιτητικό Δικαστήριο εξουσιοδότησε τη γραμματέα, Δ.
Φ., να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραδώσει αντίγραφά της στους συνομολογήσαντες τη συμφωνία διαιτησίας διαδίκους, β) δυνάμει της εξουσιοδότησης αυτής (ενσωματωμένη στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης) η άνω γραμματέας του Διαιτητικού Δικαστηρίου κατέθεσε το πρωτότυπο της απόφασης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως παρέδωσε, την ίδια ημέρα, στις 16.10.2013, όμοιο φωτοαντίγραφο της Διαιτητικής απόφασης, που έλαβε αριθμό 48/2013, θεωρημένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών για τη νόμιμη σήμανση και το ακριβές του φωτοαντιγράφου στους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, γ) αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης παραδόθηκε στον εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας Κ.
Π., ο οποίος ήταν εταίρος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και υπό την ιδιότητά του αυτή είχε διοριστεί ως πληρεξούσιος και αντίκλητος της αναιρεσείουσας για να την εκπροσωπήσει στην άνω διαιτητική δίκη και πράγματι την εκπροσώπησε, δυνάμει του με αριθμό 10.989/2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Σ., και δ) η παράδοση του αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης έγινε για λογαριασμό του άνω πληρεξούσιου και αντίκλητου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, κατόπιν εντολής του τελευταίου, στον υπάλληλο της δικηγορικής εταιρίας "...", Δ. Τ., αρμόδιο για εξωτερικές εργασίες της εταιρίας, ο οποίος προσήλθε στην οικία της άνω γραμματέως και υπέγραψε θέτοντας την υπογραφή του κάτω από κείμενο που βρίσκεται στο τέλος της διαιτητικής απόφασης.
Μάλιστα ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ίδια η άνω γραμματέας του Διαιτητικού Δικαστηρίου επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Κ. Π. και ο τελευταίος την ενημέρωσε ότι θα έδινε εντολή στον υπάλληλο, που απασχολεί η δικηγορική εταιρία ... για εξωτερικές δουλειές, να προσέλθει στην οικία της για την παραλαβή του αντιγράφου, όπως και έγινε.
Δ' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 279 ΑΚ "στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή". Έτσι, όταν ορίζεται προθεσμία για την άσκηση κάποιου δικαιώματος, η παραμέληση της οποίας συνεπάγεται την απώλεια αυτού, ενώ η άσκησή του μέσα στην προθεσμία συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος, με συνέπεια να εκπληρώνεται ο σκοπός για τον οποίο τέθηκε η εν λόγω προθεσμία και ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ανάλογα η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και να θεωρηθεί ότι συμπληρώθηκε η αποσβεστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της επιδικίας (Ολ.ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1117/2019, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 288/2010).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, επικουρικά των δεύτερου και τρίτου λόγων, η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι σε απάντηση της ένστασης της αντιδίκου της για το εκπρόθεσμο της δεύτερης συμπληρωματικής αγωγής της, υπέβαλε αντένσταση διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας με την άσκηση της πρώτης (κύριας) αγωγής της, στην οποία δεν απάντησε η προσβαλλόμενη, άλλως, αν γίνει δεκτό ότι απέρριψε σιωπηρά τον άνω ισχυρισμό της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης των άρθρων 899 παρ. 2 και 279 και 261 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός (τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική διατύπωσή του) είναι απορριπτέος, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο και απέρριψε. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, για κάθε λόγο ακύρωσης ισχύει η προαναφερόμενη τρίμηνη αποκλειστική και αποσβεστική προθεσμία.
Συνεπώς, μόνον αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία αυτή, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει και άλλη συμπληρωματική (με πρόσθετους λόγους) αγωγή, δηλαδή με λόγους διαφορετικούς από εκείνους στους οποίους στηρίχθηκε η πρώτη.
Εν προκειμένω, η εν λόγω δεύτερη συμπληρωματική αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποκλειστικής και αποσβεστικής προθεσμία από την επίδοση της διαιτητικής απόφασης και συνεπώς ήταν αυτή απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και ναι μεν η κύρια αγωγή ακυρώσεως της άνω διαιτητικής απόφασης ασκήθηκε εντός της άνω προθεσμίας, πλην όμως η άσκηση της αγωγής αυτής δεν συνεπάγεται διακοπή της άνω αποσβεστικής προθεσμίας, ώστε να μη τίθεται πλέον ζήτημα προθεσμίας ασκήσεως οποιασδήποτε νέας η συμπληρωματικής αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Η διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας με την άσκηση της πρώτης αγωγής μέσα στην τρίμηνη προθεσμία, έχει την έννοια της διατήρησης του δικαιώματος και τη μη δυνατότητα πλέον συμπληρώσεως της αποσβεστικής προθεσμίας κατά τη διάρκεια της επιδικίας και όχι την απεριόριστη δυνατότητα ασκήσεως νέων αγωγών ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, όπως υπονοεί η αναιρεσείουσα, αφού, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, επί αποσβεστικής προθεσμίας εφαρμόζονται μεν αναλόγως οι διατάξεις περί παραγραφής, αλλά μόνον εφόσον επιτρέπει τούτο η φύση και η έννοια της αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή έχει ως σκοπό να τάξει λογικό όριο διάρκειας στο δικαίωμα, ανεξαρτήτως της επιμέλειας ή αδράνειας του δικαιούχου ως προς την άσκηση αυτού (ΑΠ 1117/2019).
Ε' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η δεύτερη από 29.1.2014 συμπληρωματική αγωγή της έπρεπε να κριθεί παραδεκτή ως επέχουσα θέση πρόσθετων λόγων, μη δεχόμενη δε αυτό η προσβαλλόμενη παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, διότι επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εκπρόθεσμη η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης, αυτή φέρει τον χαρακτήρα πρόσθετων λόγων που ασκούνται παραδεκτώς με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία διαλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 3 σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του: "...
Ο ισχυρισμός εξάλλου της ενάγουσας ότι σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί εκπρόθεσμη η από 29.1.2014 αγωγή ακύρωσης, αυτή φέρει των χαρακτήρα πρόσθετων λόγων που ασκούνται παραδεκτώς με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η παραπάνω διάταξη έχει εφαρμογή στο ένδικο μέσο της εφέσεως, ενώ η αγωγή ακύρωσης είναι ένδικο βοήθημα..., στο οποίο όμως εντοπίζονται και στοιχεία από τα ένδικα μέσα, εφόσον αυτή κατευθύνεται όχι σε πρωτογενή απονομή δικαιοσύνης αλλά σε έλεγχο ήδη απονεμημένης έννομης προστασίας.
Όμως, ο νομοθέτης οριοθετεί σαφώς την προθεσμία και τους λόγους άσκησης της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης και ο ασκών αυτήν μπορεί είτε να εκθέσει όλους τους λόγους ακύρωσης στο αρχικό δικόγραφο, είτε να ασκήσει άλλο δικόγραφο , εφόσον υπάρχει σχετική προθεσμία και οι αγωγές αυτές να συνεκδικαστούν.
Αντίθετη άποψη , ότι μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 520 παρ. 2 ή το άρθρο 585 παρ. 2 ως προς τη δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων ακύρωσης εκτός της αποκλειστικής τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 899 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι παρελκύει κατ' αποτέλεσμα την αποκλειστική από το άνω άρθρο προθεσμία, καθώς έτσι η αγωγή ακύρωσης με έναν λόγο θα οδηγούσε σε ενδεχόμενη μεταγενέστερη άσκηση πρόσθετου λόγου ακύρωσης εκτός της προθεσμίας αυτής.
Επί πλέον, δεν υπάρχει ασφαλές κριτήριο σχετικά με την τήρηση κάποιας προθεσμίας άσκησης των πρόσθετων λόγων. Αλλά και ο ίδιος ο δικαιολογητικός λόγος και η φύση της αγωγής ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης, σε συνδυασμό με τη μικρή αποκλειστική προθεσμία άσκησης της αγωγής αυτής, καθώς και η συνολική αυτοτελής ρύθμισή της, συνηγορούν στο συγκεντρωτικό σύστημα προβολής των λόγων ακύρωσης με το αυτοτελές δικόγραφο της αγωγής και όχι με κάποιο πρόσθετο δικόγραφο.
Πάντως, δικόγραφο με το νομικό χαρακτηρισμό "πρόσθετος λόγος ακύρωσης διαιτητικής απόφασης" εντός της τρίμηνης προθεσμίας θα θεωρηθεί ως αυτοτελής αγωγή ακύρωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις... ". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και μη δεχόμενο ότι η εκπρόθεσμη αγωγή ακύρωσης διαιτητικής πρέπει να κριθεί παραδεκτή ως επέχουσα θέση πρόσθετων λόγων, δεν έσφαλε, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, για τη συμπληρωματική αγωγή των πρόσθετων λόγων ακυρώσεως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, ούτε αναλογικά, το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο -αναφερόμενο στο δυνατό περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων εφέσεως- αξιώνει για το παραδεκτό αυτών να αναφέρονται στα εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια και σε εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, δεδομένου ότι η αγωγή ακύρωσης διαιτητικής αποφάσεως δεν συνιστά ένδικο μέσο (απαγορευόμενο από τα άρθρα 895 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά αγωγή με την οποία ασκείται διαπλαστικό ουσιαστικής φύσεως δικαίωμα.
Συνεπώς, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΣΤ' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά των άνω (υπό στοιχ. Β έως και Ε) προβαλλόμενο, η αναιρεσείουσα, επαναλαμβάνοντας πλήρως τα αναφερόμενα κυρίως στον άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζει και πάλι ότι η προσβαλλόμενη παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη τη δεύτερη συμπληρωματική αγωγή της και κακώς επανεξέτασε το θέμα του εκπροθέσμου της αγωγής αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, με την υπ' αριθ. 472/2016 αναιρετική απόφαση δεν περιορίστηκε η αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, αλλά η 5819/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε ολικώς και συνεπώς δεν αποτελεί δεδικασμένο, ενώ η εν λόγω δεύτερη συμπληρωματική αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποκλειστικής και αποσβεστικής προθεσμία από την επίδοση της διαιτητικής απόφασης και συνεπώς ήταν αυτή απορριπτέα ως απαράδεκτη. ΜΕΡΟΣ Γ'. Ανυπαρξία διαιτητικής απόφασης.
Ζ' ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, εν όλω ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη, τέτοια δε ακυρότητα υφίσταται, μεταξύ άλλων, επί μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητά της, καθώς και όταν η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 65 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να υπάρχει εξουσιοδότηση για την ενέργεια αυτής (ΑΠ 472/2016), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ.
α' ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής αποφάσεως, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται αφενός μεν η ακυρωσία και αφετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους.
Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη και πότε ανύπαρκτη, εξαρτάται από τη συνομολόγηση συμφωνίας για διαιτησία. Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφαση τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν, αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν μεν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, αλλά την επέκτειναν και στην επίλυση διαφορών, οι οποίες με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, ή βάσει του νόμου πλέον αποκλείονται από τη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφαση τους είναι όχι ανύπαρκτη, αλλ` ακυρώσιμη.
Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 811/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016, ΑΠ 217/2004). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται ότι, αναβλητική αίρεση είναι εκείνη που αναβάλλει το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας μέχρις ότου συμβεί κάποιο μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός.
Σε περίπτωση μη πληρώσεως (ματαιώσεως) της αιρέσεως αυτής, η δικαιοπραξία θεωρείται μηδέποτε γενομένη και οποιαδήποτε παροχή καταβλήθηκε για την περίπτωση πληρώσεώς της, αναζητείται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Θεωρείται δε ότι η αίρεση δεν πληρώθηκε όταν το αιρετικό γεγονός δεν έλαβε χώρα εντός του συμβατικού ή ευλόγου χρόνου και δεν είναι απαραίτητο να εξέλιπε η δυνατότητα επελεύσεώς του και στο μέλλον (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 472/2016).
Έτσι, ακυρότητα της διαιτητικής απόφασης υφίσταται, μεταξύ άλλων, επί μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητά της (ΑΠ 472/2016). Τέλος, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.α του ίδιου νόμου, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν.δ. 4237/1962, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επίτευξη του σκοπού της, ενώ κατά την παρ. 3 εδ.
α του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 ν. 3604/2007, επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 Α.Κ., προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή αλλά όργανό της.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρείας και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του διοικητικού συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 1085/2019, ΑΠ 541/2018, ΑΠ 472/2016). Καθόσον αφορά ειδικότερα την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", με το άρθρο 11 του κυρωθέντος με το ν. 3082/2002 και έχοντος ισχύ νόμου καταστατικού της, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της Εταιρίας, αποφασίζει και ενεργεί κάθε πράξη για τη διαχείριση των υποθέσεων, της περιουσίας της και τη γενικότερη επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, με εξαίρεση των θεμάτων εκείνων για τα οποία, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό αρμόδια είναι η Γενική Συνέλευση ή για τα οποία αυτή έχει αποφασίσει... 2.
Ο Πρόεδρος εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την Εταιρία. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του παρόντος, να αναθέτει το σύνολο ή μέρος των εξουσιών, περιλαμβανομένης της εξουσίας εκπροσώπησης και δέσμευσης της Εταιρίας, με εξαίρεση τις εξουσίες εκείνες που ασκούνται συλλογικά, στον Πρόεδρο, στους Αντιπροέδρους, καθώς επίσης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη ή μη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτα πρόσωπα, καθορίζοντας συγχρόνως στην παραπάνω απόφαση του την έκταση της σχετικής ανάθεσης." Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 31.3.2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αγωγής, η αναιρεσείουσα ζήτησε, κυρίως μεν να ακυρωθεί καθ' ολοκληρίαν η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, επικουρικά δε να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της απόφασης αυτής.
Ειδικότερα, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εξέθετε η αναιρεσείουσα τα εξής: Ότι η συμφωνία διαιτησίας, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιλαμβάνεται ως ρήτρα (όρος 7.9) στην από 24.4.2008 συμφωνία μετόχων που καταρτίσθηκε μεταξύ:
α) του ΤΤ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε στη συνέχεια το Νέο ΤΤ, και ήδη στη θέση του τελευταίου ως καθολική διάδοχος η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία, β) της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και γ) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ". Ότι η συμφωνία αυτή υπογράφηκε για λογαριασμό του ΤΤ από τον τότε πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου Ά.
Φ., με βάση την υπ' αριθ. 108/21.3.2008 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΤΤ, η οποία όμως ρητώς τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισης της γενικής συνέλευσης του ΤΤ, η οποία δεν δόθηκε ποτέ. Ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του ΤΤ, ως καταστατικό ή άλλως ως υποκατάστατο όργανο της εταιρίας, όταν υπέγραφε τη συμφωνία διαιτησίας, η οποία περιέχεται στη Συμφωνία Μετόχων, δεν είχε εξουσία να υπογράψει λόγω περιορισμού της εξουσίας του από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία τελούσε υπό την αίρεση εγκρίσεως από τη Γενική Συνέλευση, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ.
Ότι, συνεπώς ο υπογράψας δεν είχε την εξουσία να υπογράψει τη Συμφωνία Διαιτησίας, με αποτέλεσμα η συμφωνία αυτή να είναι άκυρη και για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί και η επίδικη διαιτητική απόφαση, η οποία εκδόθηκε από Διαιτητικό Δικαστήριο που αντλούσε την εξουσία του από αυτή την άκυρη συμφωνία.
Ότι, άλλως επικουρικά πρέπει να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία αυτής της διαιτητικής συμφωνίας, διότι εκδόθηκε με βάση ανύπαρκτη συμφωνία περί διαιτησίας, δεδομένου ότι, αφού ο Πρόεδρος του ΤΤ δεν είχε εξουσία να συνάψει τέτοια σύμβαση, η υπ' αυτού γενόμενη δήλωση βουλήσεως, που περιέχεται στην από 24.4.2008 Συμφωνία Μετόχων, δεν αποτελούσε δήλωση του ΤΤ και συνεπώς αφού δεν υπήρχε δήλωση του ΤΤ δεν υπήρξε καν σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας που περιεχόταν στον όρο 7.9 της ανωτέρω Συμφωνίας Μετόχων.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την σωρευθείσα στο άνω δικόγραφο, επικουρικά, αγωγή αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης ως μη νόμιμη, με τις εξής παραδοχές και σκέψεις: "Με την από 1.6.2017... κλήση της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας ... φέρονται προς συζήτηση οι από 31.3.2017...
πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης, με τους οποίους η ενάγουσα ζητά την ακύρωση της με αριθμό 48/2013 οριστικής διαιτητικής απόφασης... για λόγους που είναι συμπληρωματικοί στους ήδη ασκηθέντες με τις από 12.11.2013, 17.1.2014 και 29.1.2014 αγωγές της, λόγους ακύρωσης, επικουρικά δε, ζητά να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της διαιτητικής απόφασης επικαλούμενη ότι η συμφωνία διαιτησίας, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνεται ως ρήτρα [όρος 7.9] στην από 24.4.2008 συμφωνία μετόχων που καταρτίσθηκε μεταξύ ... , ότι η συμφωνία αυτή υπογράφηκε για λογαριασμό του ΤΤ από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του ΤΤ, Ά.
Φ., με βάση σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία όμως τελούσε υπό την αίρεση της έγκρισης της γενικής συνέλευσης του ΤΤ, η οποία δεν δόθηκε ποτέ και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία περί διαιτησίας και πρέπει να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση, διότι εκδόθηκε από διαιτητικό δικαστήριο που αντλούσε την εξουσία του από αυτή την άκυρη συμφωνία, άλλως επικουρικά να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της διαιτητικής συμφωνίας, διότι εκδόθηκε με βάση ανύπαρκτη συμφωνία, καθόσον ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΤΤ δεν είχε την εξουσία να συνάψει τέτοια σύμβαση.
Με το παραπάνω περιεχόμενο, οι πρόσθετοι λόγοι ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, οι οποίοι αρμόδια εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι... Εξάλλου, η επικουρικά σωρευόμενη από το άρθρο 901 παρ. 1 α του ΚΠολΔ αγωγή περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν ανυπόστατη τη συμφωνία περί διαιτησίας όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η ενάγουσα, αλλά άκυρη κατά την έννοια του άρθρου 897 περίπτωση 1 του ΚΠολΔ, καθόσον η μη πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης από την οποία έχει εξαρτηθεί η εγκυρότητά της, εν προκειμένω η μη έγκριση αυτής από τη γενική συνέλευση των μετόχων του ΤΤ, αναφέρεται σε υπαρκτή συμφωνία αλλά άκυρη".
Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, επικουρικά δε, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 901 ΚΠολΔ και 11 παρ. 1, 2 του Ν. 3082/2002.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, κυρίως μεν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον αγωγικό και θεμελιωτικό του αιτήματός της ισχυρισμό της ότι η ένδικη συμφωνία είναι ανύπαρκτη για το ΤΤ για τον άνω λόγο, επικουρικά δε, αν ήθελε κριθεί ότι απάντησε στον ισχυρισμό της και ότι η υπογραφή της Συμφωνίας Μετόχων την καθιστά άκυρη και όχι ανύπαρκτη, τότε παραβίασε τις άνω διατάξεις, διότι ο Πρόεδρος του ΔΣ δεν είχε εξουσία να υπογράψει και η Συμφωνία Μετόχων είναι ανύπαρκτη.
Ωστόσο, από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σύνολο των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και κατέληξε στην κρίση ότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν ανυπόστατη τη συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά άκυρη κατά την έννοια του άρθρου 897 περ. 1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από το προαναφερθέν περιεχόμενο του πρώτου πρόσθετου λόγου, συνάγεται ότι οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι δεν είναι λόγοι που συνεπάγονται το ανύπαρκτο της συμφωνίας διαιτησίας, καθόσον ο ισχυρισμός της ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
του ΤΤ, ως καταστατικό ή άλλως ως υποκατάστατο όργανο της εταιρίας, όταν υπέγραφε τη συμφωνία διαιτησίας, η οποία περιέχεται στη Συμφωνία Μετόχων, δεν είχε εξουσία να υπογράψει λόγω περιορισμού της εξουσίας του από την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία τελούσε υπό την αίρεση εγκρίσεως από τη Γενική Συνέλευση, κάτι το οποίο δεν έγινε ποτέ, συνεπάγεται την ακυρότητα της συμφωνίας και όχι το ανύπαρκτο αυτής.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και κατόπιν αυτού απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω επικουρικά ασκηθείσα αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 70, 901 περ. α' ΚΠολΔ και 11 παρ. 1, 2 του Ν. 3082/2002, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και της εμπεριεχόμενης σ' αυτό αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, και συνεπώς ο αντίθετος έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον ίδιο έβδομο λόγο αναιρέσεως και δη κατά τα επικουρικά προβαλλόμενα τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο σκέλη του αποδίδονται στην προσβαλλόμενη α) η από το άρθρο 559 αρ. 20, άλλως αρ. 19, ΚΠολΔ αιτίαση ότι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση της υπ' αριθ. 108/21-3-2008 απόφασης του ΔΣ του ΤΤ, β) η από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ αιτίαση της μη συμμόρφωσης προς την υπ' αριθ. 472/2016 αναιρετική απόφαση, γ) η από το άρθρο 559 αρ. 1, άλλως αρ. 19, ΚΠολΔ αιτίαση της μη εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παρότι έκρινε ότι υπήρχε ανάγκη ερμηνείας της, με συνέπεια να ερμηνεύσει εσφαλμένα την άνω απόφαση του Δ.Σ.
του ΤΤ και ευθέως και εκ πλαγίου, δ) η από το άρθρο 559 αρ. 1, άλλως αρ. 19, ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 901 περ. α του ΚΠολΔ, επειδή, για την περίπτωση που εθεωρείτο ότι ο ισχυρισμός της αφορούσε αίρεση εγκρίσεως από τη ΓΣ του ΤΤ της άνω συμφωνίας, δέχθηκε ότι μία σύμβαση που τελεί υπό αίρεση είναι σύμβαση υπαρκτή αλλά άκυρη, ενώ είναι ανύπαρκτη, καθόσον η μη πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης δεν είναι λόγος ακυρότητας ή ακύρωσης, αλλά είναι λόγος ανυπαρξίας της και ε) η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι, αν τυχόν γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απάντησε στον ισχυρισμό που είχε προτείνει, τότε υπέπεσε αναμφίβολα σε κάποια από τις πλημμέλειες που αναφέρονται στα σκέλη 2-6 και πάντως υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19.
Όλες αυτές οι αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενες, καθόσον ως προς την επικουρικά ασκηθείσα ένδικη αναγνωριστική αγωγή δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αφού η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, ούτε για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης, ούτε για μη συμμόρφωση προς την άνω αναιρετική απόφαση, η οποία σημειωτέον καμία σχέση δεν είχε με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή, αφού αυτή ασκήθηκε μεταγενέστερα, αλλά μόνο με την ακυρότητα ή μη της ένδικης περί διαιτησίας συμφωνίας λόγω μη πληρώσεως της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητα της, ούτε για εσφαλμένη ερμηνεία όρου της άνω συμβάσεως, ούτε για εσφαλμένη εφαρμογή των άνω διατάξεων. Ειδικά δε καθόσον αφορά το έκτο σκέλος του άνω λόγου αναίρεσης, δεν έσφαλε το Εφετείο ως προς την εφαρμογή των άρθρων 201, 180 ΑΚ και 901 περ. α' ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μία σύμβαση που τελεί υπό αναβλητική αίρεση (που δεν πληρώθηκε) είναι σύμβαση υπαρκτή αλλά άκυρη και όχι ανύπαρκτη. ΜΕΡΟΣ Δ'. Κύρια και πρώτη συμπληρωματική αγωγή. Ι. Λόγοι για υπέρβαση εξουσίας και παύση ισχύος Δ.Α.. Η' Λόγος για υπέρβαση εξουσίας. (β' λόγος της από 17.1.2004 αγωγής) (και α' λόγος της από 12.11.2013 αγωγής) Για αίτημα αγωγής-αίτησης ως προς τις μετοχές.
Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της επιλογής τους.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών πράξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 ΚΠολΔ, προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ` άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.
Β ΚΠολΔ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως, κατ` άρθρο 897 επ.ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 738/2019, ΑΠ 398/2018).
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο, το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία ή κείται πέραν αυτής, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφασή τους για την παραδοχή ή την απόρριψη αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν όχι στα πραγματικά περιστατικά τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν, αλλά σε άλλα, που μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές τους γνώσεις, ήτοι όταν υποπίπτουν στη δικονομική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Για την κρίση, δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια που θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των διαδίκων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία της διαιτησίας και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση (ΑΠ 1361/2018, ΑΠ 98/2016, ΑΠ 662/2011).
Περαιτέρω, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 888/2019). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, ως σύμφωνο προαιρέσεως νοείται η, συνιστάμενη κατ' ενάσκηση της συμβατικής ελευθερίας, ιδιόμορφη προπαρασκευαστική ενοχική σύμβαση μεταξύ δικαιούχου και δεσμευόμενου, με την οποία παρέχεται στον δικαιούχο η εξουσία να επιφέρει με μονομερή δήλωσή του, την κατάρτιση ή παράταση μιας άλλης, κύριας σύμβασης (ως επί το πλείστον πωλήσεως ή μισθώσεως) με τον δεσμευόμενο.
Η διαπλαστική αυτή εξουσία καλείται δικαίωμα προαιρέσεως, το οποίο ως εκ τούτου αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα, ασκούμενο με μονομερή δήλωση βουλήσεως του δικαιούχου, απευθυντέα προς τον δεσμευόμενο. Συνήθως στην πράξη το σύμφωνο προαιρέσεως και το εξ αυτού απορρέον δικαίωμα προαιρέσεως ενσωματώνονται σε κάποια άλλη κύρια σύμβαση (λ.χ αγοραπωλησίας μετοχών, μισθώσεως κ.λ) υπό τη μορφή της ειδικότερης συμβατικής ρήτρας.
Με την περιέλευση της δήλωσης περί ασκήσεως του δικαιώματος στον δεσμευόμενο (ΑΚ 176) εντός της συμβατικώς προβλεπόμενης ή ερμηνευτικώς συναγόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, η κατάρτιση της σκοπηθείσας κύριας σύμβασης τελειούται και τότε τίθεται σε ισχύ το περιεχόμενό της, γεννώνται δηλαδή τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν εξ αυτής (εάν λ.χ πρόκειται για πώληση, γεννώνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ΑΚ 513 επ. 534 επ).
Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που είχε το Διαιτητικό Δικαστήριο από τη διαιτητική συμφωνία. Ότι ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της από 12-11-2013 αγωγής της και το δεύτερο λόγο της από 17-1-2014 αγωγής της, ισχυρίστηκε ότι, αν και το αίτημα της αγωγής της ...
προς το Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν να υποχρεωθεί το ΤΤ να αποκτήσει τις 9.680.000 μετοχές κυριότητάς της (...) στην Εταιρία "...", μετά των δικαιωμάτων ψήφου, το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της αγωγής, έναντι τιμήματος 59.325.025,50 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας, το Διαιτητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υποχρέωσε το Νέο ΤΤ να καταβάλει στη ...
το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ, εντόκως από 22-6-2012, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση των μετοχών, χωρίς δηλαδή να υποχρεώνεται αντίστοιχα η ... να παραδώσει στο Νέο ΤΤ τις επίμαχες μετοχές, αποσυνδέοντας έτσι, την καταβολή του παραπάνω ποσού από την μεταβίβαση των μετοχών, κάτι που αντιτίθεται στην αμφοτεροβαρή φύση της σύμβασης πώλησης που ενεργοποιήθηκε και ουδέποτε είχε ζητήσει η ...
και επομένως η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου και αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Με αυτά τα δεδομένα και με επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι δεν απάντησε καθόλου στον δεύτερο λόγο της από 17-1-2014 αγωγής της και σε κρίσιμο σημείο του πρώτου λόγου της από 12-11-2013 αγωγής της, β) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 4 του ΚΠολΔ και γ) ότι, επικουρικά, περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 12.11.2013 αγωγής και της από 17.1.2014 συμπληρωματικής αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα τόσο με τον πρώτο λόγο της κύριας αγωγής της όσο και με τον δεύτερο λόγο της συμπληρωματικής αγωγής της προέβαλε τον αυτό ισχυρισμό περί εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης καθ' υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, λόγω του ότι αποφάνθηκε για διαφορετικό αντικείμενο από αυτό που υπέβαλε στο διαιτητικό δικαστήριο η αντίδικός της.
Αναφορικά με το ζήτημα αυτό το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Το αντικείμενο της δίκης ενώπιον του παραπάνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, με βάση την από 5-6-2012 αγωγή - αίτηση διαιτησίας της ... αφορούσε: α) στην αναγνώριση του κύρους της γενόμενης, την 27-4-2012, από τη ...
καταγγελίας της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων, λόγω παραβάσεως συμβατικής υποχρεώσεως του ΤΤ, β) στην αξίωση της ... για καταβολή του τιμήματος των μετοχών, από τη σύμβαση πωλήσεως των επίμαχων μετοχών, που καταρτίστηκε με μόνη την άσκηση εκ μέρους της του συμβατικά προβλεφθέντος υπέρ αυτής για την υπαίτια παράβαση της συμφωνίας μετόχων από το αντισυμβαλλόμενο ΤΤ, διαπλαστικού δικαιώματος προαιρέσεως -put option.
Ειδικότερα, με την αναφερόμενη στο αίτημα της από 5-6-2012 αγωγής - αιτήσεως της ..., φράση "να υποχρεωθεί η εναγόμενη όπως αποκτήσει τις 9.680.000 μετοχές κυριότητας της εταιρίας μας στην Εταιρία μετά των δικαιωμάτων ψήφου το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της παρούσας", η εδώ εναγομένη άσκησε το προβλεπόμενο από τον υπ' αρ. 3.5 όρο της συμφωνίας μετόχων "δικαίωμα προαιρέσεως - put option", που επέφερε την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως των επίμαχων μετοχών και γ) στην αξίωση της ...
για καταβολή της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, λόγω καταπτώσεως αυτής... Στην προκειμένη περίπτωση, η νομιμότητα της άσκησης του δικαιώματος προαιρέσεως αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα του Διαιτητικού Δικαστηρίου και το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ ως τίμημα της πώλησης των μετοχών, όπως σαφώς συνάγεται και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ειδικότερα, στη σελίδα 47 της προσβαλλομένης αναφέρεται : " άρα, με την άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης από τη ..., δημιουργήθηκε υπέρ αυτής αξίωση για εκπλήρωση της ενοχής και εις βάρος του ΤΤ χρηματική οφειλή για καταβολή του τιμήματος [και αντίστοιχα υποχρέωση της ... και δικαίωμα του ΤΤ για μεταβίβαση των μετοχών της ...].
Άρα το ΤΤ οφείλει κατ` αρχήν στη ... 54.917.446,36 ευρώ, ενώ έχει αξίωση για μεταβίβαση 9.680.000 μετοχών της ... ονομαστικής αξίας εκάστης 0,30 ευρώ που αντιστοιχούν στο 50% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρίας.'' Και στη σελίδα 56 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται επίσης: " Για την υποχρεωτική εξαγορά των μετοχών της ...
από το ΤΤ λόγω νόμιμης και εμπρόθεσμης άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης από την πρώτη , το ΤΤ οφείλει να καταβάλει στη ... 32.950.467,82 ευρώ νομιμοτόκως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την προβλεπόμενη στον όρο 3.5 της συμφωνίας δήλη ημέρα". Επομένως, η υποχρέωση του ΤΤ να καταβάλει το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ στη ..., συνδέεται σαφώς με την αντίστοιχη υποχρέωση της ...
να παραδώσει και μεταβιβάσει την κυριότητα των μετοχών της στην Εταιρία προς το ΤΤ, αποτελεί το τίμημα των μετοχών αυτών και τα ζητήματα αυτά υπάγονται κατά τον υπ` αρ. 7.9 όρο της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων στην εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου, διότι αφορούν στην έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων στην άνω συμφωνία μετόχων, με βάση και την από 5-6-2012 αγωγή - αίτηση της ...
και το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε κινούμενο εντός των ορίων, που του παρείχε η από 24-4-2008 διαιτητική συμφωνία και ο νόμος. Εξάλλου, η αξίωση παραδόσεως των επίμαχων μετοχών στην ενάγουσα δεν αποτέλεσε αντικείμενο της, κατά τα άνω, διαιτητικής δίκης, καθόσον το ΤΤ ή το ΝΕΟ ΤΤ δεν την προέβαλε, είτε αυτοτελώς με την ασκηθείσα ανταίτησή του, είτε με ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), η αποδοχή της οποίας (εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις) θα είχε ως συνέπεια την καταδίκη του Νέου ΤΤ στην πληρωμή του τιμήματος με τον όρο ταυτόχρονης παραδόσεως σε αυτό των επίμαχων μετοχών από την ....
Ενόψει αυτών, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αναφερόμενος παραπάνω, πρώτος λόγος της από 12-11-2013 κρινόμενης αγωγής. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία, που ακολούθησε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου η δικαιοπάροχος της ενάγουσας (ΤΤ και Νέο ΤΤ) παραστάθηκε προσηκόντως και δεν εμποδίστηκε, με κάποιο τρόπο, να ασκήσει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ);
την οποία, σημειωτέον, δύναται να ασκήσει η ενάγουσα και στο στάδιο της εκτελέσεως, με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού η ένσταση αυτή στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο ..., στερούμενη εξ αυτού του λόγου του δικαιώματος ακροάσεώς της (897 περ. 5, 886 παρ.2 του ΚΠολΔ). Επίσης, από μόνη τη μη ταυτόχρονη καταδίκη της ...
σε παράδοση των μετοχών με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υφίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αντίθεση στα χρηστά ήθη και σε κανόνες δημοσίας τάξεως (897 περ. 6 ΚΠολΔ), όπως αυτή αναλύεται στη σχετική μείζονα πρόταση. Επομένως, αβασίμως ισχυρίζεται τα αντίθετα η ενάγουσα με τα σχετικά κεφάλαια των δευτέρου (2.25) και τρίτου (3.1- 3.12) λόγων της από 12-11-2013 αγωγής, καθώς επίσης και με τον δεύτερο λόγο της από 17-1-2014 αγωγής, οι οποίοι συνεπώς κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι...".
Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, όπως αυτός προβλήθηκε αρχικά με τον πρώτο λόγο της από 12.11.2013 αγωγής της και στη συνέχεια και συμπληρωματικά και με τον δεύτερο λόγο της από 17.11.2014 αγωγής της και τον απέρριψε, με την ρητή παραδοχή ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε κινούμενο εντός των ορίων, που του παρείχε η από 24-4-2008 διαιτητική συμφωνία και ο νόμος, απορρίπτοντας εν τέλει τόσο τον πρώτο λόγο της από 12.11.2013 αγωγής όσο και τον δεύτερο λόγο της από 17.11.2014 αγωγής.
Επομένως, ο προκείμενος όγδοος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά έκρινε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 4 του ΚΠολΔ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη μη υπέρβαση της εξουσίας εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου και την εντός των πλαισίων της διαιτητικής ρήτρας κρίση του, παρά τα όσα αντίθετα και γι' αυτό αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του όγδοου λόγου αναιρέσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις αιτιολογίες, δεχόμενο τη μη συνδρομή του από την αναιρεσείουσα επικαλούμενου λόγου ακυρότητας της ένδικης διαιτητικής απόφασης, αφενός με την επιστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση ότι τα με την από 5-6-2012 αίτηση της αναιρεσίβλητης καταχθέντα προς κρίση ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ζητήματα εμπίπτουν στην εξουσία του τελευταίου κατά την προβλεπόμενη με τη σχετική ρήτρα διαιτησίας (όρος 7.9 της από 24-4-08 συμβάσεως των μετόχων) και αφετέρου της παραδοχής ότι το αίτημα της υποβληθείσας στο Διαιτητικό Δικαστήριο αίτησης της αναιρεσίβλητης συνίστατο μόνο στην υποχρέωση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (ΤΤ) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό ως τίμημα της πωλήσεως από την αναιρεσίβλητη προς την ως άνω δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας των μετοχών, η οποία (πώληση) καταρτίστηκε στο πλαίσιο του, κατά τον όρο 3.5 της παραπάνω συμφωνίας των μετόχων, προβλεπόμενου δικαιώματος προαιρέσεως (put option), ασκηθέντος από την αναιρεσίβλητη δια της διαληφθείσας στο αιτητικό της προς το διαιτητικό δικαστήριο υποβληθείσας αίτησης, η οποία δεν είχε την έννοια της υποχρέωσης καταβολής από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας (ΤΤ) του συμφωνημένου τιμήματος υπό τον όρο της ταυτόχρονης μεταβίβασης από την αναιρεσίβλητη των παραπάνω μετοχών, αφού η τελευταία μπορούσε να θεμελιώσει σχετική ανταίτηση ή ένσταση της αγοράστριας αναιρεσείουσας είτε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου είτε και αργότερα κατά το στάδιο της εκτελέσεως.
Επομένως, ο ίδιος όγδοος λόγος αναιρέσεως και κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Θ' Λόγος αναίρεσης.
(α' λόγος της από 17.1.2004 αγωγής) Παύση ισχύος διαιτητικής συμφωνίας.
Στις διατάξεις των άρθρων 885 αρ. 2 και 897 αρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην ίδια, 1.......2) αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας που ορίστηκε από την ίδια τη συμφωνία ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης......" και ότι "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση για τους επομένους λόγους 1......2) αν εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαυσε να ισχύει".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση και όταν εκδόθηκε αφού είχε περάσει η συμφωνημένη από τα συμβαλλόμενα μέρη προθεσμία έκδοσής της. Η καθοριζόμενη από τα μέρη, κατά την έγγραφη συμφωνία της διαιτησίας, προθεσμία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης είναι δυνατό, αναλόγως με τη βούληση των μερών, να αποτελεί είτε διαλυτική προθεσμία, εντός της οποίας οι διαιτητές οφείλουν να εκπληρώσουν την παροχή τους, να εκδώσουν δηλαδή τη διαιτητική απόφαση, και η παρέλευσή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση, συνεπάγεται την παύση της συμφωνίας διαιτησίας, είτε ενδεικτική προθεσμία, η παρέλευση της οποίας δεν συνεπάγεται και την παύση της συμφωνίας για διαιτησία.
Η ενδεικτική φύση αυτής της προθεσμίας, αν τέτοια βούληση των μερών δεν προκύπτει σαφώς, μπορεί να προκύπτει από το ότι τα μέρη ανέθεσαν στους διαιτητές την παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και πέραν της προθεσμίας που έχει ορισθεί, χωρίς τη συναίνεση εκείνων (μερών). Η παύση της ισχύος της διαιτητικής συμφωνίας επέρχεται με την παρέλευση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έλαβε χώρα μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία ορίσθηκε νέα προθεσμία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς.
Τέτοια σιωπηρή νέα συμφωνία των μερών είναι έγκυρη καίτοι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, υπάρχει δε και όταν οι διάδικοι ή ο έχων ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρος τους, μετά την παρέλευση της προθεσμίας, εμφανισθούν ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και συμμετάσχουν στη διαιτητική διαδικασία, χωρίς να προβάλουν την ήδη επελθούσα παύση της συμφωνίας για διαιτησία (ΑΠ 1975/2009, ΑΠ 170/2000).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 870 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η διαιτητική συμφωνία αποτελεί ιδία δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση στην οποία αναφέρεται, είναι δε ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη, έστω και αν ενσωματώνεται στο ίδιο κείμενο.
Η αυτοτέλεια αυτή της διαιτητικής συμφωνίας, που έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κυρίας συμβάσεως, σε περίπτωση ακυρότητας της τελευταίας δεν συμπαρασύρει, εκ του λόγου τούτου και μόνο, σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου, η οποία να ορίζει, ότι καθίσταται αναγκαίως ή αυτοδικαίως άκυρη η διαιτητική συμφωνία, οσάκις είναι άκυρη και η σύμβαση ή η έννομη σχέση στην οποία αφορά.
Αντίθετα, μάλιστα, η ανωτέρω παθογένεια της ενοχής του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το αντικείμενο της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δίκης (ΑΠ 359/2018, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 877/2000). Τέλος, κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της από 17.1.2014 αγωγής της, ισχυρίστηκε ότι με την από 27.4.2012 καταγγελία της ..., έπαυσε να ισχύει η συμφωνία μετόχων, πλην όμως η ... άσκησε το δικαίωμα προαιρέσεως που παρείχε η διαιτητική συμφωνία μετά την καταγγελία και δη στις 5.6.2012, σε χρόνο δηλαδή που είχε παύσει να ισχύει η συμφωνία μετόχων και κατ' επέκταση η ρήτρα διαιτησίας που εμπεριεχόταν ως όρος 7.9 στη συμφωνία μετόχων.
Ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο είχε εξουσία να κρίνει μόνο το υποβληθέν αίτημα για το κύρος της καταγγελίας της συμφωνίας μετόχων, αφού δε διαπίστωσε την εγκυρότητα της καταγγελίας έπαυσε η δικαιοδοσία του, ως εκ τούτου δε υφίσταται ο λόγος ακυρώσεως από τον αριθμό 2 του άρθρου 897 ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθμό 4 του ίδιου άρθρου.
Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την από 17-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης για ακύρωση της αναφερόμενης αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της από 17-1-2014 κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, αφενός μεν διότι, εκδόθηκε σε χρόνο που η συμφωνία για τη διαιτησία έπαυσε να ισχύει, λόγω της εκ μέρους της ...
καταγγελίας της κύριας συμβάσεως, αφετέρου δε διότι, το δικαίωμα προαιρέσεως της ... ασκήθηκε μετά την καταγγελία της και τη λύση της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων, σε χρόνο δηλαδή, που δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθώς, όπως αναπτύχθηκε και στο οικείο κεφάλαιο της μείζονος σκέψεως της παρούσας, η συμφωνία περί διαιτησίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της κύριας συμβάσεως, στις πλείστες δε περιπτώσεις αναδίδει τις συνέπειές της μετά τη λήξη της κύριας συμβάσεως και λόγω ακριβώς της παθογένειας αυτής.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, από το σαφές περιεχόμενο της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων, αποδεικνύεται ότι υπήχθησαν στη Διαιτησία όλες οι διαφορές ή διενέξεις σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων ή με την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, χωρίς δηλαδή να γίνεται κάποια διάκριση για τις διαφορές, που τυχόν θα προέκυπταν από αυτήν μετά τη λήξη της, στις οποίες συγκαταλέγεται και η με το άνω αντικείμενο επίδικη διαφορά.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι διάδικοι, με το από 20.6.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμπλήρωσαν τον εμπεριεχόμενο στη συμφωνία μετόχων συμβατικό όρο περί υπαγωγής της διαφοράς τους σε διαιτησία [όρο 7.9 της συμφωνίας μετόχων] διευκρινίζοντας μάλιστα στο κεφάλαιο VIII του άνω από 20.6.2012 συμφωνητικού ότι: '`τα μέρη αποφασίζουν από κοινού με το παρόν να συμπληρώσουν και διευκρινίσουν την προβλεπόμενη από τον όρο 7.9 της συμφωνίας μετόχων συμφωνία περί υπαγωγής του συνόλου των διαφορών τους στη διαιτησία, προκειμένου να κριθούν οριστικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι προεκτεθείσες διαφορές τους, καθώς και όποια άλλη τυχόν απορρέει από την ερμηνεία ή την εφαρμογή της συμφωνίας μετόχων ή είναι σχετική με αυτήν, συμπεριλαμβανομένων προφανώς και όλων των αιτιάσεων και αιτημάτων της ..., τα οποία διαλαμβάνονται στην άνω αναφερόμενη από 5.6.2012 αγωγή- αίτηση διαιτησίας καθώς και των συμπεριληφθησομένων σε τυχόν ανταγωγή - ανταίτηση του ΤΤ".
Δηλαδή, ενώ εκκρεμούσε ήδη η από 5.6.2012 αγωγή - αίτηση διαιτησίας της ... ενώπιον του Διαιτητικού δικαστηρίου, οι διάδικοι επιβεβαίωσαν πανηγυρικά την εγκυρότητα και ισχύ της συμφωνίας περί διαιτησίας και την εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου να επιλύσει τη διαφορά που κατήχθη ενώπιον του και είναι αβάσιμα τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα περί παύσεως της ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας.
Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του σχετικού λόγου ακύρωσης, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η ανατροπή των όσων ανέλεγκτα για το θέμα αυτό δέχθηκε το διαιτητικό δικαστήριο, σχετικά με τη νομιμότητα της ασκήσεως εκ μέρους της ...
του δικαιώματος προαιρέσεως, ανεξαρτήτως της ορθότητας της κρίσεως αυτής, διότι από την από 24-4-2008 συμφωνία μετόχων προβλεπόταν ρητά για την περίπτωση της συμβατικής παραβάσεως από το ένα μέρος η δυνατότητα του άλλου μέρους, όχι μόνο να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά επιπροσθέτως και να ασκήσει το αναφερόμενο σε αυτή δικαίωμα προαιρέσεως [όροι 5.1 , 5.2.3.
και 3.5. της συμφωνίας μετόχων].". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, όπως αυτός προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της από 17.11.2014 αγωγής και τον απέρριψε, με την ρητή παραδοχή ότι δεν έπαυσε η εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στην από 17.1.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας πρώτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, περί παύσεως της ισχύος της συμφωνίας περί διαιτησίας, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, αφού ρητά δέχεται αφενός μεν ότι στη Διαιτησία υπήχθησαν όλες οι διαφορές ή διενέξεις σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων ή με την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, χωρίς δηλαδή να γίνεται κάποια διάκριση για τις διαφορές, που τυχόν θα προέκυπταν από αυτήν μετά τη λήξη της, στις οποίες συγκαταλέγεται και η με το άνω αντικείμενο επίδικη διαφορά, αφετέρου δε ότι οι διάδικοι, με το από 20.6.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμπλήρωσαν τον εμπεριεχόμενο στη συμφωνία μετόχων συμβατικό όρο περί υπαγωγής της διαφοράς τους σε διαιτησία, επιβεβαιώνοντας έτσι πανηγυρικά την εγκυρότητα και ισχύ της συμφωνίας περί διαιτησίας και την εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου να επιλύσει τη διαφορά που κατήχθη ενώπιον του.
Από τις ίδιες δε αυτές παραδοχές δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε οποιοδήποτε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον περιληφθέντα στην επίμαχη σύμβαση όρο διαιτησίας και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί μη λήψεως υπόψη ουσιώδους ισχυρισμού της, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων του άρθρου 897 του ΚΠολΔ και περί παραλείψεως προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙ. Λόγοι για αντίθεση σε δημόσια τάξη και χρηστά ήθη. Ι' Λόγος για αντίθεση στη δημόσια τάξη.
(ε' λόγος της από 17.1.2004 αγωγής) Μη λήψη υπόψη ποινικής διαδικασίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και ειδικότερα, εκτός άλλων, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη (§ 6). Ως "χρηστά ήθη" νοούνται οι κανόνες οι οποίοι εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς (Ολ.ΑΠ 10/1991, ΑΠ 1819/2013).
Εξάλλου, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ.
Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Επίσης, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως. (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 359/2018).
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο άνω λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται όταν η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ολ.
ΑΠ 13/1995). Λαμβανομένων, όμως, υπόψη και των λοιπών διατάξεων του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης, της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η ρηθείσα παράβαση πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 716/2019, ΑΠ 40/2010).
Με τις ίδιες δε παραδοχές παραδεκτά επισκοπούμενες, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ερευνάται η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 716/2019). Με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη πρέπει να προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της και γι' αυτό δεν δέχθηκε σειρά γεγονότων που είχε προτείνει και σχετίζονταν με την ποινική εξέλιξη της υπόθεσης, απορρίπτοντας έτσι σειρά ακυρωτικών λόγων που είχαν προτείνει, μεταξύ των οποίων τον πέμπτο λόγο της από 17.1.2014 αγωγής της, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω της διαιτητικής απόφασης, λόγω της αντίθεσής της στη δημόσια τάξη.
Επ' αυτού το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της ίδιας από 17.1.2014 αγωγής της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, το Διαιτητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αγνόησε τους ισχυρισμούς του ΤΤ, περί παραβάσεως εκ μέρους της ... της συμβατικής της υποχρεώσεως, για εξασφάλιση δωρεάν διαφημιστικού χρόνου, τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του..., ενώ στο από 9.12.2013 πόρισμα της Εισαγγελέως διαφθοράς, το οποίο ερεύνησε τη συμφωνία με τη ...
που ήχθη σε διαιτησία και με βάση το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του βασικού μετόχου της ... για σειρά αδικημάτων, υιοθετούνται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, που απορρίφθηκαν από το Διαιτητικό δικαστήριο σχετικά με την παράβαση εκ μέρους της ... της συμβατικής της υποχρέωσης για παραχώρηση δωρεάν διαφημιστικού χρόνου, την εμφάνιση με τεχνητό τρόπο μεγαλύτερων κερδών από τα πραγματικά, τη μη λήψη υπόψη επισφαλών προβλέψεων.
Με βάση αυτά ζητεί την ακύρωση της άνω αποφάσεως, λόγω αντιθέσεως στη δημόσια τάξη και στα χρηστά ήθη (897 περ.6 ΚΠολΔ) ... Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικνύεται ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που νομίμως τέθηκαν υπόψη του εκδόσαντος αυτή Διαιτητικού Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από αυτό...
Ειδικά όσον αφορά την επίκληση εκ μέρους της ενάγουσας του από 9.12.2013 εισαγγελικού πορίσματος, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου ακύρωσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαραδέκτως το επικαλείται και το προσκομίζει , διότι αυτό δεν τέθηκε υπόψη του διαιτητικού Δικαστηρίου, ούτε θα ήταν άλλωστε δυνατό, αφού εκδόθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στην από 17.1.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας πέμπτο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, για μη λήψη υπόψη της ποινικής δικογραφίας, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 897 περ. 6 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα και με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης μείζονα σκέψη, η αντίθεση προς τις διατάξεις δημόσιας τάξης πρέπει να προκύπτει ευθέως και αποκλειστικά από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης στο σύνολό της, και όχι από μεταγενέστερα περιστατικά και αποδεικτικά μέσα που δεν είχαν τεθεί υπόψη του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω που, κατά την αναιρεσείουσα, τα επικαλούμενα περιστατικά προέκυψαν μεταγενέστερα από την ποινική εξέλιξη της υπόθεσης και συνεπώς νομίμως δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΑ' Λόγος αναίρεσης.
(β' και γ' λόγοι της αρχικής και β' λόγος από 17.1.2004 αγωγής) Στέρηση δικαιώματος ακροάσεως.
Κατά το άρθρο 897 περ. 5 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση και αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892. Η πρώτη από αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται τα μέρη να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους".
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως και των δύο πλευρών. Η πρώτη από αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς διαδίκους, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο.
Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφ` ετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν (Ολ.
ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 40/2010). Με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της προβληθείσας προς θεμελίωση των όγδοου και ένατου λόγων αναιρέσεως υπερβάσεως εκ μέρους του Διαιτητικού Δικαστηρίου της εξουσίας που του παρασχέθηκε από τη διαιτητική συμφωνία, η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 886 παρ. 2, ΚΠολΔ, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6, κρίνοντας ότι δεν στερήθηκε το δικαίωμα ακρόασης ως προς τη μη προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), και ότι η απόφαση δεν είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, με συνέπεια να απορρίψει τους σχετικούς 2ο και 3ο λόγους της αρχικής αγωγής και τον 2ο λόγο της συμπληρωματικής αγωγής της.
Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο για το συγκεκριμένο ζήτημα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία, που ακολούθησε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου η δικαιοπάροχος της ενάγουσας (ΤΤ και Νέο ΤΤ) παραστάθηκε προσηκόντως και δεν εμποδίστηκε, με κάποιο τρόπο, να ασκήσει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), την οποία, σημειωτέον, δύναται να ασκήσει η ενάγουσα και στο στάδιο της εκτελέσεως, με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού η ένσταση αυτή στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο ..., στερούμενη εξ αυτού του λόγου του δικαιώματος ακροάσεώς της (897 περ. 5, 886 παρ.2 του ΚΠολΔ).
Επίσης, από μόνη τη μη ταυτόχρονη καταδίκη της ... σε παράδοση των μετοχών με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υφίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αντίθεση στα χρηστά ήθη και σε κανόνες δημοσίας τάξεως (897 περ. 6 ΚΠολΔ), όπως αυτή αναλύεται στη σχετική μείζονα πρόταση. Επομένως, αβασίμως ισχυρίζεται τα αντίθετα η ενάγουσα με τα σχετικά κεφάλαια των δευτέρου (2.25) και τρίτου (3.1- 3.12) λόγων της από 12-11-2013 αγωγής, καθώς επίσης και με τον δεύτερο λόγο της από 17-1-2014 αγωγής, οι οποίοι συνεπώς κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμους τους ανωτέρω περιεχόμενους στις ένδικες αγωγές της αναιρεσείουσας λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 897 αρ. 5, 886 παρ. 2 και 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, αφού αφενός μεν δέχθηκε προηγουμένως ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε κινούμενο εντός των ορίων, που του παρείχε η από 24-4-2008 διαιτητική συμφωνία και ο νόμος, αφετέρου δε ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου η δικαιοπάροχος της ενάγουσας (ΤΤ και Νέο ΤΤ) παραστάθηκε προσηκόντως και δεν εμποδίστηκε, με κάποιο τρόπο, να ασκήσει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), με συνέπεια να μη μπορεί να γίνει λόγος ούτε για στέρηση του δικαιώματος ακρόασης της αναιρεσείουσας ως προς τη μη προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), ούτε για αντίθεση της απόφασης, εξ αυτού του λόγου, στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα. ΙΒ' Λόγος αναίρεσης.
(β' λόγος της αρχικής αγωγής) Για μηδενική αξία μετοχών. Με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6, κρίνοντας ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, με συνέπεια να απορρίψει τον σχετικό 2ο λόγο της αρχικής αγωγής της, με τον οποίο απέδιδε στην διαιτητική απόφαση αντίθεση στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, επειδή επιδίκασε ένα υπέρογκο ποσό στην αναιρεσίβλητη για μετοχές που στην πραγματικότητα είχαν μηδενική αξία.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με τον δεύτερο λόγο της από 12.11.2013 αγωγής του το ΤΤ ζητούσε, επικουρικά, την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη σε σχέση με το επιδικασθέν ποσό για την αγορά μετοχών. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον άνω δεύτερο λόγο της αρχικής αγωγής με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, με το υπό στοιχεία 2.1 - 2.24 κεφάλαιο του δευτέρου λόγου της από 12-11-2013 κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη (897 περ. 6 του ΚΠολΔ), διότι με αυτή υποχρεώνεται να καταβάλει το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, για την αγορά μετοχών, των οποίων η αξία είναι μηδενική, αφού :
α) η Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος στην υπ` αρ. 11/21-5- 2013 συνεδρίασή της όρισε ότι η αξία της συμμετοχής του ΤΤ στην εταιρεία "..." [50%] είναι μηδενική και β) υφίσταται ανάγκη αναπροσαρμογής των κερδών επί των οποίων, κατά την επίδικη συμφωνία, υπολογίζεται το τίμημα, λόγω αταξιών στη λογιστική τους τήρηση, δοθέντος ότι η παραπάνω εταιρεία εμφανιζόταν τεχνητά κερδοφόρα κατά τη χρήση του 2011 και μάλιστα κατά το ποσό των 1.322.274 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ζημιογόνα εξαιτίας της σημαντικής επιδεινώσεως του χαρτοφυλακίου της και της αναγκαιότητας λήψεως πρόσθετων προβλέψεων ύψους 7.300.000 ευρώ, σε συνδυασμό με το ότι έπρεπε ληφθούν υπόψη στις χρηματοδοτήσεις της εταιρείας τα αγοραία επιτόκια δανεισμού κατά τα έτη 2009 - 2011, αφού η ...
απέκρυψε αθέμιτα από το ΤΤ την επιστολή (580/10-3-2009) της Διευθύνσεως Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία καλείτο η "..." να εξεύρει άλλες πηγές χρηματοδοτήσεως πέραν του ΤΤ (25% για το έτος 2009 και 50% για τα έτη 2010 και 2011), που θα της χορηγούνταν με λιγότερους ευνοϊκούς όρους σε σχέση με εκείνες που της χορηγούσε, κατά τα κρίσιμα έτη, το ΤΤ.
Με βάση τα παραπάνω και επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα ότι, αγνοήθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο και το υποβληθέν από την ίδια [ενάγουσα] αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την πραγματική οικονομική κατάσταση και αξία της Εταιρίας, ισχυρίζεται ότι, το περιεχόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαγνωστικό πόρισμα του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως προς το ύψος του καταβλητέου από το Νέο ΤΤ για την αγορά των εν λόγω μετοχών, τιμήματος είναι αντίθετο στα χρηστά ήθη.
Όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας υπό στοιχ. 4, η ρηθείσα παράβαση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης και επί τη βάσει των πραγματικών δεδομένων, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από τη διάταξη του άρθρου 897 παρ. 6 του ΚΠολΔ, και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης.
Εξάλλου, αναφορικά με τον υπολογισμό του τιμήματος το Διαιτητικό Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες αιτιολογίες: VI. ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΤΤ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ. 10.1. Ως προς τον καθορισμό του ύψους του καταβλητέου τιμήματος για την απόκτηση των μετοχών της ..., εφαρμοστέος τυγχάνει ο όρος 3.5 της Συμφωνίας.
Κατά τον όρο αυτόν "ειδικά για την περίπτωση της τυχόν παράβασης της υποχρέωσης αποκλειστικότητας στην παραχώρηση της χρήσης του δικτύου του από το ΤΤ στην ΕΤΑΙΡΙΑ, όπως η υποχρέωση αυτή οριοθετείται στη Σύμβαση Χρήσης Δικτύου που επισυνάπτεται στην παρούσα ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I, συμφωνείται ότι θα θεμελιώνεται υπέρ της ...
δικαίωμα πώλησης του συνόλου των μετοχών της μετά των δικαιωμάτων ψήφου [put option] και αντιστοίχως υποχρέωση του ΤΤ να τις αποκτήσει. Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα [put option] θα ασκείται εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα [60] ημερών από τη γνώση της παράβασης με έγγραφη δήλωση της ... προς το ΤΤ. Το ΤΤ θα αποκτά τις μετοχές μετά των δικαιωμάτων ψήφου το αργότερο εντός [15] ημερών από τη λήψη της δήλωσης, έναντι τιμήματος ίσου προς το γινόμενο του ποσοστού της μεταβιβαζόμενης συμμετοχής του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΑΙΡΙΑΣ επί το εικοσαπλάσιο [20 φορές] μέσο όρο των κερδών προ φόρων, όπως φαίνονται αυτά στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της ΕΤΑΙΡΙΑΣ των τριών τελευταίων κλεισμένων και ελεγμένων εταιρικών χρήσεων [ήτοι των αμέσως προηγούμενων εκείνης εντός της οποίας ασκείται το δικαίωμα put option].". 10.2.
Κατά τα διαλαμβανόμενα από τη ..., το τίμημα εξαγοράς του ποσοστού της εταιρικής συμμετοχής της στο εταιρικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των ευρώ 59.325.025 ευρώ, ήτοι το μισό του εικοσαπλάσιου του μέσου όρου κερδών της τριετίας 2009, 2010 και 2011 (του εν λόγω μέσου όρου ανερχόμενου στο ποσό των ευρώ 5.932.502,55 ευρώ).
Στο ως άνω μέσο όρο η ... κατέληξε συνυπολογίζοντας τα κέρδη προ φόρων για το έτος 2009 (ύψους 8.969.779,78 ευρώ), τα κέρδη προ φόρων για το έτος 2010 (ύψους 7.505.454,13) και τα κέρδη προ φόρων 2011 (ύψους 1.322.273,75 ευρώ), σύμφωνα με τις κλεισμένες και ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας για τις οικείες χρήσεις, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας.
Το ως άνω ποσό των 59.325.025 ευρώ ζητά η ενάγουσα να της καταβληθεί με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την παρέλευση 15 ημερών από την επίδοση της διαιτητικής αγωγής. 10.3. Το ΤΤ ισχυρίζεται, αντιθέτως, ότι ο υπολογισμός από τη ... του τιμήματος των ασκηθέντων δικαιωμάτων προαίρεσης είναι εσφαλμένος και ανακριβής, διότι, από αποκλειστική υπαιτιότητα της ...
δεν έχουν γίνει οι εκ του νόμου απαιτούμενες προβλέψεις ύψους 7.300.000 ευρώ στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας για την κάλυψη επισφαλειών, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται ανακριβώς αυξημένα τα κέρδη και επομένως το τίμημα. Οι μη επαρκείς προβλέψεις οφείλονται, κατά το ΤΤ αφενός στην εφαρμογή της διαδικασίας συγχώνευσης κατηγοριών οφειλετών από πιστωτικές κάρτες (System bucket merge), αφετέρου σε παράλειψη αναφοράς ρυθμίσεων καρτούχων.
Περαιτέρω, το ΤΤ επικαλείται ότι τα κέρδη εμφανίζονται αυξημένα λόγω της απόκρυψης της επιστολής της ΤτΕ και της δι' αυτής ακύρωσης της συμβατικής υποχρέωσής του να χρηματοδοτεί την Εταιρεία άνω του 50%: για το λόγο αυτό, τα κέρδη της Εταιρείας εμφανίζονται τεχνητά αυξημένα κατά 375.890 ευρώ το 2009, κατά 4.979.911 το 2010 και κατά 6.195.822 το 2011.
Επικουρικώς, το ΤΤ προβάλλει, επίσης, αίτημα αναπροσαρμογής του τιμήματος μεταβίβασης των μετοχών δυνάμει των διατάξεων των άρθ. 388 και 288 του ΑΚ. 10.4 Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της απόδειξης και ανταπόδειξης ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν καθώς και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προέκυψαν τα ακόλουθα: 10.5 Σύμφωνα με τον όρο 3.5 της Συμφωνίας, ως βάση υπολογισμού του τιμήματος λαμβάνεται ο μέσος όρος των κερδών προ φόρων όπως εμφαίνονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας των τριών τελευταίων κλεισμένων και ελεγμένων οικονομικών χρήσεων, ήτοι εν προκειμένω των χρήσεων 2009, 2010 και 2011.
Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για την χρήση από 1.1.2009 έως 31.12.2009 εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο στις 23 Μαρτίου 2010 με το πρακτικό υπ` αριθ. 264 της Εταιρείας και στη συνέχεια από την τακτική γενική συνέλευση της Εταιρείας. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για την χρήση από 1.1.2010 έως 31.12.2010 εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο στις 30 Απριλίου 2011 με το πρακτικό υπ` αριθ. 276 της Εταιρίας και στη συνέχεια από την τακτική γενική συνέλευση της Εταιρείας.
Αντιθέτως, οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις για την χρήση από 1.1.2011 έως 31.12.2011 εγκρίθηκαν μεν από το Διοικητικό Συμβούλιο στις 27 Απριλίου 2012 με το πρακτικό υπ` αριθ. 287 της Εταιρείας, δεν έχουν όμως ελεγχθεί και δεν έχουν υποβληθεί, ούτε βεβαίως εγκριθεί από τη γενική συνέλευση, διότι η τελευταία δεν έχει ακόμη συγκληθεί. 10.6.
Όσον αφορά τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των ετών 2009 και 2010, οι ισχυρισμοί του ΤΤ περί τεχνητής αυξήσεως των κερδών και άρα εσφαλμένης αποτύπωσης των αποτελεσμάτων των χρήσεων, δεν προβάλλονται νομίμως και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Και τούτο διότι, για τα ως άνω έτη, υφίστανται ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν από το νόμιμο ελεγκτή της εταιρίας (την ...
Ορκωτοί Ελεγκτές Α.Ε. για την εταιρική χρήση του 2009 και την ... για την εταιρική χρήση του 2010) με σύμφωνη γνώμη, και εν συνεχεία εγκρίθηκαν από τη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας, κατά τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία. Ακολούθως δε η Γενική Συνέλευση ενέκρινε και τη διανομή κερδών (με τη μορφή μερισμάτων) στους μετόχους της Εταιρείας βάσει των ίδιων οικονομικών καταστάσεων.
Επισημαίνεται ότι οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο και ελέγχονται από τους ελεγκτές, αποκτούν νομική ισχύ από την έγκρισή τους από τη Γενική Συνέλευση ... Σε περίπτωση που υπάρχει ελαττωματικός ισολογισμός λόγω μη τήρησης του ορθού τρόπου αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας ώστε αυτός να εμφανίζει πιο ευνοϊκή εικόνα από την πραγματική, και ο ισολογισμός αυτός εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση, η απόφαση αυτή πάσχει ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 35β παρ.1 Κ.Ν.2190/1920 ...
Όμως η ελαττωματικότητα αυτή της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης θεραπεύεται, εάν δεν προβληθεί η ακυρότητα εντός αποσβεστικής προθεσμίας ενός έτους από την καταχώρισή της στο MAE (βλ. άρθρο 35β παρ.4 Κ.Ν.2190/1920). Ο λόγος ύπαρξης της αποσβεστικής προθεσμίας είναι ότι η ασφάλεια των συναλλαγών απαιτεί να υπάρχει βεβαιότητα ότι, έστω μετά την παρέλευση ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, οι αποφάσεις αυτές δεν θα μπορούν πλέον να προσβληθούν.
Με την παρέλευση της ενιαυσίας προθεσμίας ιάσεως, η τυχόν άκυρη απόφαση ισχυροποιείται αναδρομικώς και επέρχεται η νομική μεταλλαγή της απόφασης από άκυρη σε έγκυρη ... Αποτέλεσμα της αναδρομικής ισχυροποίησης είναι η αποκατάσταση του κύρους όλων των νομικών πράξεων, που είναι μεταγενέστερες της αρχικής άκυρης απόφασης και εδράζονται σε αυτήν ...
Δεδομένου λοιπόν ότι για τις δύο πρώτες εταιρικές χρήσεις υπάρχουν ελεγμένες και εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες είναι επιπλέον απρόσβλητες λόγω του, ότι έχει παρέλθει η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να διερευνήσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς του ΤΤ και να ελέγξει την ορθότητα των οικονομικών καταστάσεων των ετών 2009 και 2010. 10.7.
Όσον αφορά ειδικότερα τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του έτους 2011, λεκτέα τα ακόλουθα: Οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις έχουν μεν, όπως προαναφέρθηκε, συνταχθεί και εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας με το πρακτικό υπ'αριθ. 287/27.4.2012, δεν έχουν όμως ελεγχθεί από τον ορκωτό ελεγκτή της Εταιρείας, εν προκειμένω για την ελεγκτική χρήση 2011 από την ελεγκτική εταιρεία ....
Έτσι, οι δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις του έτους 2011 αναφέρουν σχετικά με την απαιτούμενη κατά το νόμο έκθεση ελέγχου ότι υπήρξε "βάση για αδυναμία έκφρασης γνώμης", σε αντίθεση με τις προηγούμενες εταιρικές χρήσεις (2009, 2010) όπου οι εκθέσεις ελέγχου των ελεγκτών είχαν ολοκληρωθεί και δοθεί με σύμφωνη γνώμη.
Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι ο προηγούμενος έλεγχος των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων από τους ελεγκτές είναι προϋπόθεση του κύρους της έγκρισής τους από τη Γενική Συνέλευση (άρθρο 36 παρ. 2 Κ.Ν. 2190/1920), οι οικονομικές καταστάσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του όρου 3.5.
της Συμφωνίας. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν έχουν υποβληθεί ούτε εγκριθεί από την τακτική γενική συνέλευση, όργανο με αποκλειστική κατά νόμο αρμοδιότητα για την έγκριση του ισολογισμού και την διάθεση των ετησίων κερδών (άρθρο 34 παρ. 1 περ. γ, δ Κ.Ν. 2190/1920). Με βάση τα ανωτέρω, η οικονομική χρήση του 2011 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "κλεισμένη και ελεγμένη" κατά την έννοια του όρου 5.3.
της Συμφωνίας, και συνεπώς τα κέρδη προ φόρων της εν λόγω χρήσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του μέσου όρου κερδών της κρίσιμης τριετίας 2009-2011. Για τους παραπάνω λόγους, παρέλκει η εξέταση από το Διαιτητικό Δικαστήριο των ισχυρισμών του ΤΤ περί μη λήψης των απαιτούμενων προβλέψεων από τον Απρίλιο του 2011 και εντεύθεν. 10.8.
Ως εκ περισσού επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί του ΤΤ περί λήψεως ανεπαρκών προβλέψεων δεν αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό. Η εναγόμενη-ανταιτούσα επικαλείται ότι κατόπιν δειγματοληπτικού ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από τις υπηρεσίες της σε 1.769 κάρτες της Εταιρείας (και ο οποίος περιλαμβάνεται στο υπ` αριθμ. 1804/14.06.2012 Πόρισμα Εσωτερικού Ελέγχου), η Εταιρεία τήρησε την τακτική συγχώνευσης των κουβάδων (SMB), με τρόπο που να εμφανίζει λιγότερες προβλέψεις και άρα ελαφρυμένο παθητικό σε σχέση με αυτό που θα όφειλε να παρουσιάζει.
Εκ του λόγου τούτου και εξαιτίας της παράλειψης αναφοράς ρυθμίσεων καρτούχων, η Εταιρεία θα έπρεπε, κατά το ΤΤ, να έχει εγγράψει επιπλέον προβλέψεις 7.300.000 ευρώ για την οικονομική χρήση 2011. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ωστόσο, ότι το δείγμα των 1769 καρτών που ελέγχθησαν σε σύνολο 180.000 είναι ανεπαρκές για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ..., είναι δε χαρακτηριστικό ότι το ΤΤ δεν προχώρησε σε περαιτέρω έλεγχο, παρά την οικονομική σημασία της επικαλούμενης πλημμέλειας, ώστε να σχηματίσει πλήρη εικόνα για την έκταση των απαιτούμενων προβλέψεων, ούτε υπήρξε σχετική εισήγηση από τα αρμόδια στελέχη του.
Οι πληροφορίες είναι προφορικές από στελέχη της εταιρίας και αναφέρουν (αορίστως) ένα αριθμό προβληματικών καρτών περίπου 14.000 ... Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο εσωτερικός ελεγκτής της Εταιρείας που είχε ορισθεί από το ΤΤ δεν είχε διαπιστώσει το πρόβλημα, αν και θα μπορούσε... Εξάλλου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι η Εταιρεία όφειλε να λάβει επιπλέον προβλέψεις 7.300.000 ευρώ.
Στην από 5.10.2012 επιστολή του προς το ΤΤ, ο ορκωτός ελεγκτής της PWC Μ. Ψάλτης αναφέρει μεν ότι οι σχηματισθείσες προβλέψεις υπολείπονταν των πραγματικών κατά περίπου 7,4 εκ. ευρώ, στη συνέχεια όμως δηλώνει ότι "[...] λαμβάνοντας υπόψη ότι έως και σήμερα δεν έχουμε προβεί στην έκδοση της σχετικής Έκθεσης Ελέγχου για τη χρήση του 2011, [...] ο έλεγχος μας παραμένει σε εκκρεμότητα και το παραπάνω εύρημα δεν δύναται να θεωρηθεί οριστικό".
Είναι επίσης απορίας άξιο ότι ο Διευθυντής Διαχείρισης Κινδύνων του ΤΤ Α. Χ., υπέβαλε δύο ετήσιες εκθέσεις για το έτος 2011 επί Θεμάτων αρμοδιότητας της Μονάδας Διαχείρισης Κινδύνων, με ταυτόσημο περιεχόμενο, αλλά με διαφορετικά συμπεράσματα. Έτσι η μεν πρώτη που παρουσιάστηκε στο ΔΣ της Εταιρείας στις 10/2/2012 και κοινοποιήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 16/2/2012, συμπεραίνει ότι η αναμενόμενη ζημία του χαρτοφυλακίου της 31.12.2011 καλύπτεται επαρκώς από το σύνολο των λογιστικών προβλέψεων, ενώ η δεύτερη (με ημερομηνία αποστολής 11.5.2012, μεταγενέστερη της καταγγελίας της ...) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι "λόγω της επιδείνωσης του εν λόγω χαρτοφυλακίου με την αύξηση των καθυστερήσεων και την αναμενόμενη χαμηλή πρακτικότητα των αθετημένων καρτών, προτείνετε [sic] ένα μέρος της αναμενόμενης ζημίας για το επόμενο έτος να εγγραφεί στις προβλέψεις του 2011, [...] και το ποσό αυτό ανέρχεται σε €7εκ περίπου [...]".
Τέλος ενώ το Πόρισμα ελέγχου της ΤτΕ που συντάχθηκε υπό τη διεύθυνση του επιθεωρητή ..... κάνει επίσης λόγο για επιπλέον προβλέψεις 7εκ. ευρώ (σελ. 26), η ΤτΕ δεν επέβαλε τέτοια υποχρέωση στην Εταιρεία. 10.9 Αλλά ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχε αποδειχθεί η εσφαλμένη κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων (πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω), δεν εμπίπτει στην εξουσία του Δικαστηρίου να διαμορφώνει ή να αναμορφώνει τα αποτελέσματα και τις οικονομικές καταστάσεις μίας εταιρείας.
Λείπει στο νόμο διάταξη που να αναγνωρίζει στο δικαστήριο τέτοια διαμορφωτική επέμβαση. Η αρμοδιότητα αυτή εντάσσεται στη γενική εξουσία διαχείρισης του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας. Το Δικαστήριο μπορεί μόνο να διαπιστώνει αν και σε ποια έκταση εμφιλοχώρησε ελάττωμα κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων και να προβαίνει ενδεχομένως σε ακύρωση της οικείας απόφασης της γενικής συνέλευσης (άρθ. 35α παρ. 2 στοιχ.
Β). Στην περίπτωση αυτή, τα αρμόδια εταιρικά όργανα οφείλουν να προβούν στην εκ νέου κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων.
Εν προκειμένω βεβαίως δεν συντρέχει τέτοια ανάγκη, τουλάχιστον για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι οι επίμαχες καταστάσεις δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3.5. της Συμφωνίας και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του τιμήματος εξαγοράς των μετοχών της ....., κατόπιν της άσκησης δικαιώματος προαίρεσης από την τελευταία. 10.10 Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο αποφασίζει να λάβει υπόψη του μόνο τα αποτελέσματα προ φόρων των ετών 2009, 2010 και όχι του 2011, ακολουθώντας κατά τα λοιπά τον τύπο που τα ίδια τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενέταξαν στη Συμφωνία τους.
Με βάση τον τύπο αυτό το τίμημα ισούται "προς το γινόμενο του ποσοστού της μεταβιβαζόμενης συμμετοχής του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΤΑΙΡΙΑΣ επί το εικοσαπλάσιο (20 φορές) μέσο όρο των κερδών προ φόρων όπως φαίνονται αυτά στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της ΕΤΑΙΡΙΑΣ των τριών τελευταίων κλεισμένων και ελεγμένων εταιρικών χρήσεων".
Δεδομένου ότι η μεταβιβαζόμενη συμμετοχή της ... αντιστοιχεί στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρίας, ήτοι στις 9.680.000 μετοχές της ... ονομαστικής αξίας εκάστης 0,30€, καθώς και ότι θα ληφθούν υπόψη τα κέρδη προ φόρων μόνο των ετών 2009,2010 κατόπιν των ανωτέρω συλλογισμών, ο μαθηματικός τύπος και το αποτέλεσμά του διαμορφώνονται ως εξής: [(κέρδη προς φόρων 2009 + κέρδη προ φόρων 2010 / 3] X 20 φορέςΧ50%, ήτοι [(8.969.779,78 ευρώ + 7.505.454,13 ευρώ )/ 3 ] X 20 φορές χ 50% , ήτοι 54.917.446,36 ευρώ.
VII ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΑΚ 388, 288 ... 11.5. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχει στην παρούσα υπόθεση λόγος παρέμβασης στην ενοχή με βάση την ΑΚ 28 8. Διαπιστώνεται καταρχάς ότι από την υπογραφή της Συμφωνίας και εντεύθεν εμφιλοχώρησε μία βαθύτατη οικονομική κρίση, η οποία επηρέασε ουσιωδώς την τραπεζική αγορά:
οι εμπορικές τράπεζες αποκλείστηκαν από τις χρηματαγορές λόγω της κλονισμένης φερεγγυότητας της Ελλάδας, οι καταθέσεις μειώθηκαν, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν δραματικά, ενώ το κόστος του χρήματος αυξήθηκε σημαντικά ... Αν και η οικονομική κρίση δεν συνιστά, γενικευμένα και αόριστα, ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου των υφιστάμενων συμβάσεων που να δικαιολογεί αυτοτελώς τη διορθωτική επέμβαση της ΑΚ 288 ..., εν προκειμένω συντρέχουν ειδικές συνθήκες που, ως απόρροια της κρίσης, επενέργησαν στη σχέση των μερών.
Το ΤΤ υπέστη σημαντική ζημία λόγω συμμετοχής του στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, ενώ μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είχε πρόσβαση στα κεφάλαια του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μόνη πηγή χρηματοδότησής του ήταν ο E.L.A., ενώ τα ίδια κεφάλαιά του είχαν μειωθεί δραματικά ...
Επίσης προκύπτει ότι η ως άνω οικονομική κρίση είχε επηρεάσει και την αξία της Εταιρείας (ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου της οποίας αποτελεί αντικείμενο μεταβίβασης), ιδίως λόγω της επιδείνωσης του χαρτοφυλακίου αυτής με την αύξηση των καθυστερήσεων ιδίως από τα μέσα του 2011 και εντεύθεν, καθώς και λόγω της χαμηλής εισπραξιμότητας των αθετημενών καρτών. 11.6.
Ωστόσο ο ισχυρισμός του ΤΤ ότι η εφαρμογή της ΑΚ 288 πρέπει να οδηγήσει σε καθορισμό συμβολικού τιμήματος ενός (1) ευρώ δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. Επισημαίνεται καταρχάς ότι τα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία Μετόχων μέρη επέλεξαν, απολαμβάνοντας εξίσου ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη (δεδομένου ότι αμφότερες είναι εταιρείες διακεκριμένες στο χώρο που δραστηριοποιούνται) να χρησιμοποιήσουν ως βάση υπολογισμού του τιμήματος εξαγοράς των μετοχών, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης, την κερδοφορία της Εταιρείας, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη και να κατανέμεται ο οικονομικός κίνδυνος όπως αυτός αποτυπώνεται στα οικονομικά αποτελέσματα της Εταιρείας.
Τα μέρη δηλ, δεν συμφώνησαν σε ένα σταθερό ή εκ των προτέρων καθορισμένο τίμημα, αλλά σε μία πιο ευέλικτη μέθοδο η οποία λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη ή μη κερδοφορίας της Εταιρείας. Όπως εξετέθη δε ανωτέρω, τουλάχιστον οι κλεισμένες και ελεγμένες εταιρικές χρήσεις 2009 και 2010 ήταν κερδοφόρες για την Εταιρεία, γεγονός που δεν μπορεί να αγνοηθεί από το Δικαστήριο, διότι τίποτα δεν εμποδίζει μία εταιρεία ακόμη και εν μέσω κρίσης να επιβιώνει ή, έτι περαιτέρω, να παράγει κέρδη (έστω και περιορισμένα σε σχέση με το παρελθόν).
Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση, δεν επιρρίπτεται εκ των προτέρων σε έναν εκ των δύο συμβαλλομένων μερών κάποιος ειδικός κίνδυνος που να καθιστά υπέρμετρα επαχθή την παροχή του. Η άσκηση του νομίμως ερειδόμενου στη Συμφωνία Μετόχων δικαιώματος προαίρεσης εξαρτάται από την προσήκουσα ή μη συμβατική συμπεριφορά του άλλου μέρους.
Έτσι όμως, το ίδιο το μέρος μπορεί να επηρεάσει το αν θα ασκηθεί από τον αντισυμβαλλόμενό του το δικαίωμα αυτό. Όσο το ίδιο εκπληρώνει τις εκουσίως αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις του, δεν τίθεται ζήτημα νομίμου καταγγελίας της συμβάσεως και ασκήσεως του εξ αυτής απορρέοντος δικαιώματος προαίρεσης. 11.7.
Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εν προκειμένω λόγος διορθωτικής παρέμβασης στον προσδιορισμό του οφειλόμενου τιμήματος, σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ακολούθων παραμέτρων : ι) της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε το ΤΤ λόγω συμμετοχής του στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων PSI, ίί] της σταδιακής αύξησης του κόστους χρήματος, iii] της μείωσης της αξίας της Εταιρείας όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, κυρίως λόγω της επιδείνωσης του χαρτοφυλακίου πιστωτικών καρτών, της αύξησης των καθυστερήσεων και της αναμενόμενης χαμηλής εισπραξιμότητας, ίν) αλλά και του χαρακτήρα του τιμήματος ως μιας κεκαλυμμένης κατ` αποκοπή αποζημιώσεως μη συνδεόμενης με την απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Οι παράμετροι αυτές δικαιολογούν μείωση του οφειλόμενου τιμήματος για την εξαγορά των μετοχών της ... κατά ποσοστό 40%, το οποίο θεωρείται εύλογο και ανταποκρινόμενο στις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ούτως ώστε το αρχικό ποσό των 54. 91 7.446,36 ευρώ αυτό να αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 32.950.467,82 ευρώ (ήτοι το 60% του αρχικού ποσού), το οποίο το ΤΤ οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως κατά τα οριζόμενα στο οικείο κεφάλαιο της παρούσας απόφασης.
Περαιτέρω, στο υπό στοιχείο XII κεφάλαιο της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως το Διαιτητικό Δικαστήριο, αναφερόμενο σε όλους τους παραπάνω λόγους, για τους οποίους τα αποτελέσματα της χρήσεως του 2011 δεν ελήφθησαν από αυτό υπόψη για τον υπολογισμό του τιμήματος εξαγοράς των μετοχών της ... από το ΤΤ και δεχόμενο το "απρόσβλητο των οικονομικών καταστάσεων των ετών 2009 και 2010" απέρριψε το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, το οποίο είχε υποβάλει με τις προτάσεις του το ΤΤ προκειμένου να εκτιμηθεί το ύψος των κερδών της Εταιρίας επί των οποίων πρέπει να υπολογισθεί το ύψος του τιμήματος των μετοχών.
Ενόψει τούτων, το Διαιτητικό Δικαστήριο υπολόγισε το ύψος της οφειλής του ΤΤ με βάση τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλόμενων στην από 24-4-2008 συμφωνία μετόχων, που προέβλεπε συγκεκριμένο τρόπο προσδιορισμού του τιμήματος και όχι καθορισμό εύλογου ποσού, ως ανταλλάγματος , απορρίπτοντας αιτιολογημένα το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και περαιτέρω, προχώρησε και σε μείωση αυτού, κατά 40%, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (288 ΑΚ), κατά μερική ουσιαστική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, έτσι ώστε από την αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεώς του σε συνδυασμό και με το διατακτικό της ουδεμία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αντίθεση στα χρηστά ήθη να προκύπτει.
Όσα εξάλλου ισχυρίζεται η ενάγουσα στο κεφάλαιο με στοιχ. 2.1.- 2.24 του δευτέρου λόγου της από 12-11-2013 κρινόμενης αγωγής, περί μηδενικής αξίας της Εταιρίας και των μετοχών, είναι ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμοι και επομένως έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ανελέγκτως έχουν κριθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση αυτής.
Επομένως, ο λόγος αυτός της από 12-11-2013 αγωγής πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. .". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στην αρχική αγωγή της αναιρεσείουσας δεύτερο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη προταθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς, καθόσον δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς παραδοχές, καλύπτουσες το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, την εγκυρότητα της προσβληθείσας διαιτητικής απόφασης, απορρίπτοντας, με τις υποστηρίζουσες την (απορριπτική) κρίση αυτή ορθές ως άνω αιτιολογίες, τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους η τελευταία επαναφέρει με το αναιρετήριο δικόγραφο, επιχειρώντας να θεμελιώσει επ' αυτών τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ προβαλλόμενες παραπάνω αιτιάσεις, πλην όμως αβασίμως, ενόψει του ότι ο προβληθείς από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός περί μηδενικής αξίας των μετοχών ερευνήθηκε και απορρίφθηκε με τη διαιτητική απόφαση, της οποίας η κρίση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, αφού η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας από το διαιτητικό δικαστήριο δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι δυνατή η λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της διαιτητικής απόφασης.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον προκείμενο δωδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΓ' Λόγος αναίρεσης.
(γ' λόγος αρχικής και δ' λόγος συμπληρωματικής αγωγής) Για επιδικασθέν τίμημα πωλήσεως μετοχών - Ποινική ρήτρα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και ειδικότερα, εκτός άλλων, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης (αρ. 6). Αντίθεση της διαιτητικής απόφασης στη δημόσια τάξη υπάρχει όταν παραβιαστεί, μεταξύ άλλων και η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, κατά την οποία "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει.
Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Ειδικότερα, κατά το Ελληνικό δίκαιο, μολονότι ο χαρακτήρας της αποζημιώσεως είναι, κατά κανόνα, αμιγώς αποκαταστατικός, η επιδίκαση πρόσθετου χρηματικού ποσού, λόγω ποινής, εις βάρος του κακόπιστου οφειλέτη δεν απαγορεύεται γενικά. Έτσι, επιτρέπεται η συνομολόγηση ποινής εις βάρος του οφειλέτη σε περίπτωση υπαίτιας, εκ μέρους του, αθετήσεως της συμβάσεως (άρθρα 404 επ ΑΚ), οπότε η ποινή καταπίπτει ανεξάρτητα από την πραγματική ζημία και πέραν αυτής (άρθρα 405 παρ. 2 και 407 του ΑΚ).
Δεν μπορεί επομένως, να θεωρηθεί αντίθετη στη δημόσια τάξη διαιτητική απόφαση, που επιδίκασε ποινή πέραν της αποζημιώσεως. Η προσαύξηση όμως της πραγματικής ζημίας με "ποινή" υπέρ του δανειστή δεν είναι ανεκτή από την Ελληνική δημόσια τάξη όταν είναι υπέρμετρη, όταν δηλαδή ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, που προκύπτουν από την διαιτητική απόφαση και ανάγονται στο είδος και στη σημασία της αθετήσεως από τον οφειλέτη, στο βαθμό και στο μέγεθος της υπαιτιότητάς του, στα συμφέροντα του δανειστή, τα οποία προσβλήθηκαν ή διακυβεύονται, στην ηθική και οικονομική κατάσταση των μερών και στις ειδικές περιστάσεις, εμφανίζεται ως δυσανάλογα μεγάλη.
Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, η οποία προβλέπει τη δικαστική μείωση στο "προσήκον μέτρο" της δυσανάλογα μεγάλης (υπέρμετρης) ιδιωτικής ποινής, που είχε συμφωνηθεί από τα μέρη, είναι εντόνως δημοσίας τάξεως και αποτελεί ειδικότερη έκφανση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως κάθε προφανούς, κατά την άσκηση των ιδιωτικών δικαιωμάτων, υπερβάσεως των ορίων, που τάσσονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 17/1999 ). Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αρ. 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρα 409 και 288 ΑΚ, καθώς και με αντιφατική αιτιολογία και μη εξέταση των ισχυρισμών της περί μηδενικής αξίας των μετοχών, παρότι υπήρχαν πλήθος στοιχείων εντός και εκτός της διαιτητικής απόφασης, απέρριψε τον τρίτο λόγο (της αρχικής αγωγής της) και τον τέταρτο λόγο (της συμπληρωματικής αγωγής της) ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, με τους οποίους ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω απόφασης, λόγω της αντίθεσής της στη δημόσια τάξη, διότι το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ που επιδικάστηκε εις βάρος της, παρά το χαρακτηρισμό του ως κεκαλυμμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης για την, λόγω πωλήσεως, μεταβίβαση των μετοχών της στην αναιρεσείουσα, φέρει το χαρακτήρα ποινικής ρήτρας, για την οποία δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 409 ΑΚ, αλλά το μη εφαρμοστέο 288 ΑΚ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους άνω λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται με τους συναφείς κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου λόγους: α) με τον τέταρτο λόγο της από 17-1-2014 αγωγής ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιδικάζεται το ποσό των 32.950.467,82 ευρώ, υπέρ της ..., αντίκειται σε κανόνες δημοσίας τάξεως και στα χρηστά ήθη, αφού αυτό το ποσό αποτελεί στην πραγματικότητα ποινική ρήτρα και έτσι, πέραν της ποινικής ρήτρας των 800.000 ευρώ, αυτή υποχρεώνεται να καταβάλει και δεύτερη ποινική ρήτρα για την ίδια συμβατική παράβαση της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και β) με το υπό στοιχεία 3.13-3.19 κεφάλαιο του τρίτου λόγου της από 12-11-2013 αγωγής ότι, η ίδια απόφαση επιδικάζοντας το άνω ποσό των 32.950.467,82 ευρώ, υπέρ της ..., παραβίασε τον κανόνα δημοσίας τάξεως του άρθρου 409 του ΑΚ, δεδομένου ότι το ποσό αυτό αποτελεί στην πραγματικότητα ποινική ρήτρα και υφίσταται τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στο ποσό αυτό που επιδικάστηκε και στην πραγματική αξία των μετοχών, που είναι μηδενική, και έπρεπε το Δικαστήριο να περιορίσει τον πολλαπλασιαστή [εικοσαπλάσιο του μέσου όρου κερδών των τριών τελευταίων ετών] πράγμα που δεν έκανε και κατέστη η απόφαση ακυρωτέα κατ` άρθρο 897 περ 6 του ΚΠολΔ.
Πλην όμως, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, από την οποία και μόνο σε συνδυασμό και με το διατακτικό της αποφάσεως ελέγχεται η επικαλούμενη παράβαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο επιδίκασε το παραπάνω ποσό, ως συμφωνηθέν μεταξύ των μερών τίμημα από σύμβαση πωλήσεως, για το οποίο έκρινε, αφενός μεν ότι έχει το χαρακτήρα κεκαλυμμένης κατ' αποκοπή αποζημιώσεως, ενόψει του συμβατικά αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού του, αφετέρου δε, ότι πρέπει να μειωθεί στο, κατά την κρίση του, ανταποκρινόμενο στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ οφειλόμενο από το ΤΤ ποσό των 32.950.467,82 ευρώ.
Με την αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παραβιάζονται κανόνες δημοσίας τάξεως, ούτε υπάρχει αντίθεση στα χρηστά ήθη, διότι, αφενός μεν το επιδικασθέν ποσό των 32.950.467,82 ευρώ δεν αποτελεί ποινή, αλλά τίμημα, που έχει το χαρακτήρα κεκαλυμμένης αποζημιώσεως, πέραν της οποίας επιτρέπεται, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, η επιδίκαση και πρόσθετου χρηματικού ποσού ως ποινής, αφετέρου δε, επί του συμφωνηθέντος, ως άνω, τιμήματος δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ , ενώ εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το Διαιτητικό Δικαστήριο εκτίμησε επί της ουσίας το υπέρμετρο αυτού στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό της και το μείωσε σε ποσοστό 40% σε σχέση με το ποσό που προέκυπτε από τον αντικειμενικό προσδιορισμό του με την εφαρμογή του μαθηματικού τύπου που περιέχεται στη συμφωνία μετόχων.
Από δε τις περιστάσεις αυτές δεν προκύπτει δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία των μετοχών και στο επιδικασθέν τελικά ποσό αγοράς τους. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί της μηδενικής αξίας των μετοχών απορρίφθηκαν από το διαιτητικό Δικαστήριο ως αβάσιμοι και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, η παραδοχή πραγματικών περιστατικών και ισχυρισμών που απορρίφθηκαν από το διαιτητικό Δικαστήριο κατ' ουσίαν, ισοδυναμεί με αναδίκαση της ουσίας της υπόθεσης που εκ των πραγμάτων καταλήγει στην ανατροπή της οριστικότητας της επίλυσης της διαφοράς από το διαιτητικό δικαστήριο, ανατρέποντας το θεμέλιο στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη κατά τη συνομολόγηση της διαιτητικής ρήτρας και δεν επιτρέπεται μέσω της διάταξης του άρθρ. 897 περ. 6 του ΚΠολΔ.
Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. .". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμους τους άνω λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 409 και 288 του ΑΚ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη προταθέντες από την αναιρεσείουσα ισχυρισμούς, καθόσον δέχθηκε με πλήρεις και σαφείς παραδοχές, καλύπτουσες το πραγματικό των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, την εγκυρότητα της προσβληθείσας διαιτητικής απόφασης, απορρίπτοντας, με τις υποστηρίζουσες την (απορριπτική) κρίση αυτή ορθές ως άνω αιτιολογίες, τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους η τελευταία επαναφέρει με το αναιρετήριο δικόγραφο, επιχειρώντας να θεμελιώσει επ' αυτών τις από το άρθρο 559 αρ. 1, 19 και 8 ΚΠολΔ προβαλλόμενες παραπάνω αιτιάσεις, πλην όμως αβασίμως, ενόψει του ότι από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, από την οποία και μόνο σε συνδυασμό και με το διατακτικό της αποφάσεως ελέγχεται η επικαλούμενη παράβαση, το Διαιτητικό Δικαστήριο επιδίκασε το παραπάνω ποσό, όχι ως ποινή εις βάρος του ΤΤ για την υπαίτια εκ μέρους του παράβαση του όρου 3.5 της Σ.Μ., αλλά ως συμφωνηθέν μεταξύ των μερών τίμημα από σύμβαση πωλήσεως, που φέρει το χαρακτήρα κεκαλυμμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης, ενόψει του συμβατικά αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού του, επί του συμφωνηθέντος δε, ως άνω, τιμήματος δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, ενώ εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το Διαιτητικό Δικαστήριο εκτίμησε επί της ουσίας το υπέρμετρο αυτού στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, που αναφέρονται στο σκεπτικό της και το μείωσε σε ποσοστό 40% σε σχέση με το ποσό που προέκυπτε από τον αντικειμενικό προσδιορισμό του με την εφαρμογή του μαθηματικού τύπου που περιέχεται στη Σ.Μ..
Καμία δε αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι το ως άνω επιδικασθέν ποσό αποτελεί τίμημα από σύμβαση πωλήσεως και της εν συνεχεία αναφοράς ότι αυτό φέρει το χαρακτήρα κεκαλυμμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης, καθόσον και η αναφορά στον χαρακτήρα αυτό του τιμήματος της πώλησης των μετοχών συνδέεται με την παραδοχή περί συμβατικά αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού του τιμήματος της πώλησης και σε καμία περίπτωση με την παραδοχή ότι πρόκειται περί ποινικής ρήτρας.
Τέλος, ο προβληθείς από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός περί μηδενικής αξίας των μετοχών ερευνήθηκε και απορρίφθηκε με τη διαιτητική απόφαση, ενώ δεν είναι δυνατή η λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της διαιτητικής απόφασης. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΔ' Λόγος αναίρεσης.
(γ' λόγος αρχικής αγωγής) Για ποινική ρήτρα - 800.000 ευρώ.
Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 409 ΑΚ, απέρριψε τον τρίτο λόγο της αρχικής αγωγής της, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω της αντίθεσής της στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, σε σχέση με το επιδικασθέν εις βάρος της ποσό των 800.000 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Επίσης, με το υπό στοιχεία 3.20 - 3.23 κεφάλαιο του τρίτου λόγου της από 12-11-2013 αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, λόγω αντιθέσεώς της στη δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 409 του ΑΚ, καθόσον επιδικάστηκε με αυτή, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 800.000 ευρώ, το οποίο είναι εξαιρετικά δυσανάλογο, ενώ λαμβανομένου υπόψη του ότι, η διαπιστωθείσα παράβαση του ΤΤ περί μη ανταγωνισμού, είχε μηδενικό κόστος για τη ..., καθώς και του ότι, η τελευταία ουδέποτε πριν την υπαγωγή της διαφοράς στη Διαιτησία είχε διαμαρτυρηθεί για το θέμα αυτό, θα έπρεπε να μειωθεί η επιδικασθείσα ποινική ρήτρα στο ποσό του ενός ευρώ, που αποτελεί και το προσήκον μέτρο.
Περί του ζητήματος αυτού η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι: " 13.4 Το ''δυσανάλογα μεγάλο" ως προϋπόθεση εφαρμογής της ΑΚ 409, κρίνεται ότι συντρέχει εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των παραμέτρων που αναφέρθηκαν ήδη ανωτέρω κατά την εφαρμογή της ΑΚ 288, και ειδικότερα: η σύγκριση της ποινής προς την αντιπαροχή (τις μεταβιβαζόμενες μετοχές) δεδομένης της μείωσης της οικονομικής αξίας της Εταιρείας, η σχετικώς περιορισμένη χρονικά έκταση της συμβατικής παράβασης, η εκτιμώμενη ζημία του δανειστή (εν προκειμένω της ...) από την αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου ΤΤ που αποτέλεσε και τον λόγο γενέσεως σε βάρος του της ποινικής ρήτρας καθώς και οι ανάγκες των μερών και ιδίως η δυσμενής οικονομική κατάσταση του οφειλέτη ΤΤ, ενόψει της συμμετοχής του στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (PSI). 13.5 Κατόπιν των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κατά παραδοχή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμου του αιτήματος για αναπροσαρμογή της ποινικής ρήτρας μειώνει το ποσό αυτής στο ποσό των οκτακόσιων χιλιάδων ευρώ (800.000 €), το οποίο οφείλει να καταβάλει το ΤΤ στη ...
νομιμοτόκως κατά τα αμέσως κατωτέρω οριζόμενα". Επομένως, το Διαιτητικό Δικαστήριο, κατ` εφαρμογήν του άρθρου 409 του ΑΚ, μείωσε το αρχικά συμφωνηθέν ποσό της ποινικής ρήτρας από τα 3.000.000 ευρώ στις 800.000 ευρώ, κατόπιν σταθμίσεως των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και αφού έλαβε υπόψη όλες τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό του περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, με βάση τις οποίες δεν υφίσταται, από την κρίση του αυτή, αντίθεση στον κανόνα δημοσίας τάξεως του άρθρου 409 του ΑΚ.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της από 12.11.2013 αγωγής της αναιρεσείουσας ισχυρισμό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ως προς το επιδικασθέν εις βάρος της, ως ποινική ρήτρα, ποσό των 800.000 ευρώ, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 409 ΑΚ, ως προς την εξειδίκευση του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής", αφού στην πιο πάνω κρίση του κατέληξε μετά από έλεγχο αν η προσαύξηση που τελικά επιδικάστηκε λόγω ποινής, επιπλέον της πραγματικής ζημίας, είναι υπέρμετρη, ενόψει των πιο κριτηρίων, και αφού έλαβε υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, με βάση τις οποίες δεν υφίσταται αντίθεση στον κανόνα δημοσίας τάξεως του άρθρου 409 του ΑΚ. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΕ' Λόγος αναίρεσης.
(γ' λόγος αρχικής αγωγής) Για το ζήτημα επιδικάσεως τόκων.
Με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 341, 345 και 346 ΑΚ, απέρριψε τον τρίτο λόγο της αρχικής αγωγής της, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω της αντίθεσής της στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, σε σχέση με τους επιδικασθέντες εις βάρος της τόκους.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, με το υπό στοιχεία 3.24 - 3.27 τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου λόγου της από 12-11-2013 αγωγής η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, λόγω αντιθέσεώς της σε κανόνες δημοσίας τάξεως, των άρθρων 341, 345 και 346 του ΑΚ αλλά και στα χρηστά ήθη ως προς τους επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας.
Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η επιδίκαση με την εν λόγω απόφαση τόκων επί του ποσού του τιμήματος των μετοχών των 32.950.467,82 ευρώ από 22-6-2012 είναι αντίθετη : α) στους δημοσίας τάξεως κανόνες των άρθρων 341, 345 και 346 του ΑΚ, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή του τιμήματος, αφού δεν της έχουν παραδοθεί οι αντίστοιχες μετοχές, δικαιούται να προβάλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος από το άρθρο 374 του ΑΚ και η ...
τελεί σε αδυναμία εκπλήρωσης της οφειλής της από τη σύμβαση πώλησης, καθώς δεν έχει τη φυσική κατοχή των μετοχών και δεν μπορεί να τις προσφέρει ελεύθερες από νομικά ελαττώματα στο ΤΤ, αφού αυτές είναι βεβαρυμένες με ενέχυρο και βρίσκονται στην οιονεί νομή και κατοχή ενός τρίτου ενεχυρούχου δανειστή και η αντίστοιχη αξίωση της ...
για το τίμημα δεν είναι ληξιπρόθεσμη και β) αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθόσον αντιτίθεται στην όλη λειτουργία της συμβάσεως πωλήσεως, ως κατ` εξοχήν ανταλλακτικής συμβάσεως του δικαίου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή το Διαιτητικό Δικαστήριο επιδίκασε τόκους από την συμφωνηθείσα, μεταξύ των μερών (με τον υπ' αρ. 3.5 όρο της από 24-4-2008 συμφωνίας μετόχων), δήλη ημέρα πληρωμής (341 ΑΚ).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 3.5. της συμφωνίας μετόχων : " το ΤΤ θα αποκτά τις μετοχές μετά των δικαιωμάτων ψήφου το αργότερο εντός 15 ημερών από την λήψη της δήλωσης..." Με την πρόβλεψη αυτή, έγινε δεκτό από το Διαιτητικό δικαστήριο ότι προκύπτει με βεβαιότητα προσδιορισμένος χρόνος εκπλήρωσης της οφειλής από τον οφειλέτη κατά την έννοια της 341 ΑΚ, ώστε περαιτέρω όχληση να καθίσταται περιττή.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η επίδοση της από 5.6.2012 αγωγής -αίτησης διαιτησίας, με την οποία ασκήθηκε το δικαίωμα προαίρεσης από τη ... κατά τα προβλεπόμενα στο όρο 3.5 της συμφωνίας μετόχων έλαβε χώρα στις 6.6.2012 το διαιτητικό δικαστήριο δέχθηκε ότι η απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στις 22.6.202 ημέρα και επιδίκασε τόκους υπερημερίας από την 22-6-2012.
Από την εν λόγω κρίση δεν υφίσταται αντίθεση σε κανόνες δημοσίας τάξεως, αφού, πέραν του ότι, εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 341 του ΑΚ, σε κάθε περίπτωση οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 341, 345 και 346 του ΑΚ, αλλά και εκείνη του άρθρου 529 του ΑΚ, που ειδικότερα ορίζει την τοκοφορία του τιμήματος πωλήσεως, αφότου ο αγοραστής παίρνει τα ωφελήματα του πράγματος, είναι ενδοτικού δικαίου...
και η τυχόν παραβίασή τους δεν δημιουργεί αντίθεση στη δημόσια τάξη. Επίσης, δεν δημιουργείται αντίθεση στα χρηστά ήθη από την επιβολή τόκων υπερημερίας στο επιδικασθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση τίμημα πωλήσεως των επίμαχων μετοχών, μολονότι η πωλήτρια δεν έχει ακόμη προσφέρει τις αντίστοιχες μετοχές, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω στην έρευνα των κεφαλαίων υπό στοιχεία (2.25) και (3.1- 3.12) των δευτέρου και τρίτου, αντίστοιχα, λόγων της από 12-11-2013 αγωγής, ενόψει και του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν προέβαλε στη διαιτητική διαδικασία την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374ΑΚ), αν και δεν στερήθηκε του σχετικού δικαιώματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση, δύναται να ασκηθεί και στο στάδιο της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, ο σχετικός τελευταίος λόγος της από 12-11-2013 αγωγής κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος κατά το σκέλος που επικαλείται παράβαση διατάξεων δημόσιας τάξης και ως αβάσιμος κατά το μέρος που επικαλείται αντίθεση στα χρηστά ήθη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε το μεν ως μη νόμιμο, το δε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της από 12.11.2013 αγωγής της αναιρεσείουσας ισχυρισμό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, λόγω αντίθεσής της, ως προς τους επιδικασθέντες τόκους επί του ποσού των 32.950.467,82 ευρώ, στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 341, 345 και 346 ΑΚ, αφού οι διατάξεις των άρθρων 340 επ.
του ΑΚ περί υπερημερίας είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς δεν είναι δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, με συνέπεια η εσφαλμένη εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης εκ του λόγου αυτού κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, ενώ δεν δημιουργείται αντίθεση στα χρηστά ήθη από την επιβολή τόκων υπερημερίας στο επιδικασθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση τίμημα πωλήσεως των επίμαχων μετοχών, ενόψει και του ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δεν προέβαλε στη διαιτητική διαδικασία την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ), αν και δεν στερήθηκε του σχετικού δικαιώματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ασκηθεί και στο στάδιο της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΣΤ' Λόγος αναίρεσης.
(γ' λόγος συμπληρωματικής αγωγής) Για μη εξέταση λόγων καταγγελίας ΤΤ.
Με τον δέκατο έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, απέρριψε τον τρίτο λόγο της από 17-12014 αγωγής της, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω μη εξετάσεως των λόγων καταγγελίας του ΤΤ.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της από 17-12014 αγωγής η ενάγουσα ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη διότι :
α) εσφαλμένα κρίθηκε ότι η δικαιοπάροχός της [ΤΤ] παραβίασε τη συμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού λόγω της μη μεταβίβασης της έννομης σχέσης έκδοσης των πιστωτικών καρτών της ΤΒΑΝΚ από το ΤΤ προς την Εταιρία και ότι εξ αυτού του λόγου είναι έγκυρη η καταγγελία της εναγομένης ... και β) μη νομίμως δεν εξετάστηκαν, επειδή θεωρήθηκαν ως αλυσιτελείς, οι λόγοι της καταγγελίας του ΤΤ, με αποτέλεσμα οι σχετικές αιτιολογίες να είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, αφού συνιστούν αθέμιτη δέσμευση της δικαιοπρακτικής της ελευθερίας για καταγγελία της επίδικης συμβάσεως ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο.
Οι παραπάνω όμως επικαλούμενες από την ενάγουσα πλημμέλειες ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και εσφαλμένη εφαρμογή των νόμου, που όπως έχει αναφερθεί δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις αιτιολογίες της διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τα παραπάνω προκύπτει ότι, με αυτήν κρίθηκε ότι το ΤΤ υπαίτια παρέβη την οριζόμενη από τον υπ` αρ. 6.2 όρο της συμφωνίας μετόχων και τον υπ` αρ. 5 όρο του από 24-42008 συμφωνητικού χρήσεως δικτύου, υποχρέωσή του για μη ανταγωνισμό και για αποκλειστικότητα στη χρήση δικτύου, καθώς δεν μεταβίβασε και μάλιστα εντός ευλόγου χρόνου, αφότου περιήλθε στην κατοχή του, το χαρτοφυλάκιο των πιστωτικών καρτών της ΤΒΑΝΚ στην εταιρεία "..." [Εταιρία], με αποτέλεσμα η, γενόμενη για τους λόγους αυτούς, από 27-4- 2012 καταγγελία της εναγομένης να είναι έγκυρη και να επιφέρει τη λύση της επίδικης συμβάσεως.
Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι, αφού λύθηκε η ως άνω σύμβαση με την έγκυρη από 27-4-2012 καταγγελία της εναγομένης, οι ισχυρισμοί του ΤΤ, που αφορούσαν στο έγκυρο της, εκ μέρους του τελευταίου, μεταγενέστερης από 14-8-2012 καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως και το βάσιμο των εξ αυτής απορρεουσών αξιώσεών του, προβλήθηκαν αλυσιτελώς, αφού καταγγελία ήδη λυθείσας έννομης σχέσεως δεν νοείται [σκέψεις υπό στοιχ. 9.1.έως 9.7 και 15.1.-15.2 της προσβαλλόμενης απόφασης].
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό και με το διατακτικό της δεν προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση αντίθεση στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, καθόσον δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, τα αναφερόμενα από την ενάγουσα στο σχετικό λόγο της κρινόμενης από 17-1- 2014 αγωγής της...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της από 17.1.2014 αγωγής της αναιρεσείουσας ισχυρισμό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, λόγω αντίθεσής της στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, εξαιτίας της μη έρευνας των λόγων καταγγελίας της Σ.Μ.
εκ μέρους του ΤΤ, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αφού με τη μη έρευνα, ως αλυσιτελών, των λόγων καταγγελίας της Σ.Μ. εκ μέρους του ΤΤ, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς τις θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, ούτε έρχεται η κρίση αυτή σε αντίθεση με τις αντιλήψεις του μέσου εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για αντίθεση προς τα χρηστά ήθη.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ΙΖ' Λόγος αναίρεσης.
(ε' λόγος συμπληρωματικής αγωγής) Για αίτημα πραγματογνωμοσύνης - χρήση 2011.
Με τον δέκατο έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ και του άρθρου 897 αρ. 5 του ΚΠολΔ, απέρριψε τον πέμπτο λόγο της από 17.1.2014 αγωγής της, με τον οποίο ζήτησε την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, λόγω αντίθεσης στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και παραβίασης δικαιώματος ακρόασης λόγω αγνόησης ισχυρισμών και απόρριψης αιτήματος πραγματογνωμοσύνης.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον άνω λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με τις ακόλουθες παραδοχές: ?Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της ίδιας από 17.1.2014 αγωγής της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, το Διαιτητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αγνόησε τους ισχυρισμούς του ΤΤ, περί παραβάσεως εκ μέρους της ...
της συμβατικής της υποχρεώσεως, για εξασφάλιση δωρεάν διαφημιστικού χρόνου, τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, καθώς και το αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η αποδοχή του οποίου θα εξασφάλιζε τον καθορισμό ενός δίκαιου τιμήματος εξαγοράς των επίδικων μετοχών, επιπλέον δε, έλαβε υπόψη του, για τον προσδιορισμό του τιμήματος, επιλεκτικά ορισμένες μόνο οικονομικές χρήσεις, ενώ στο από 9.12.2013 πόρισμα της Εισαγγελέως διαφθοράς, το οποίο ερεύνησε τη συμφωνία με τη ...
που ήχθη σε διαιτησία και με βάση το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του βασικού μετόχου της ... για σειρά αδικημάτων, υιοθετούνται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, που απορρίφθηκαν από το Διαιτητικό δικαστήριο σχετικά με την παράβαση εκ μέρους της ... της συμβατικής της υποχρέωσης για παραχώρηση δωρεάν διαφημιστικού χρόνου, την εμφάνιση με τεχνητό τρόπο μεγαλύτερων κερδών από τα πραγματικά, τη μη λήψη υπόψη επισφαλών προβλέψεων.
Με βάση αυτά ζητεί την ακύρωση της άνω αποφάσεως, λόγω αντιθέσεως στη δημόσια τάξη και στα χρηστά ήθη (897 περ.6 ΚΠολΔ) και παραβάσεως, τόσο του δικαιώματος ακροάσεως, όσο και της αρχής της ισότητας των διαδίκων (886 παρ2, 897 περ 5 ΚΠολΔ). Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικνύεται ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που νομίμως τέθηκαν υπόψη του εκδόσαντος αυτή Διαιτητικού Δικαστηρίου λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από αυτό, ενώ το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, απορρίφθηκε αιτιολογημένα από το διαιτητικό δικαστήριο, καθόσον έγινε δεκτό ότι οι οικονομικές καταστάσεις των ετών 2009 και 2010 είναι απρόσβλητες και μη αμφισβητηθείσες κατά τους όρους του νόμου, ενώ τα κέρδη της εταιρικής χρήσης του 2011 δεν λήφθηκαν υπόψη από το Διαιτητικό Δικαστήριο διότι δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που είχαν συμβατικά καθοριστεί από τα μέρη [όρος 3,5 της συμφωνίας], ήτοι δεν είχαν ελεγχθεί από τον ορκωτό ελεγκτή της εταιρίας.
Επίσης, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Διαιτητικό δικαστήριο ότι, η παράβαση, εκ μέρους του ΤΤ της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, αφορούσε μόνο 18 πιστωτικές κάρτες που δεν μεταβιβάστηκαν από το ΤΤ στην Εταιρία, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, με αυτήν έγινε δεκτό ότι το χαρτοφυλάκιο των πιστωτικών καρτών που περιήλθαν στο ΤΤ ως ειδικού διαδόχου της ΤΒΑΝΚ, το οποίο είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει στην Εταιρία, πλην όμως δεν το έπραξε, ανερχόταν σε 50.000 περίπου κάρτες [σελ. 37 της απόφασης σκέψη 9.4.β].
Επίσης, οι ισχυρισμοί του ΤΤ περί συμβατικής παραβάσεως εκ μέρους της ... δεν αγνοήθηκαν, αλλά ορθώς θεωρήθηκαν αλυσιτελείς, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, έτειναν να θεμελιώσουν το έγκυρο της, εκ μέρους του ΤΤ, καταγγελίας μιας ήδη λυθείσας συμβάσεως και τις απορρέουσες από αυτήν αξιώσεις της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.
Ενόψει αυτών των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει αντίθεσή της στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη , ούτε και λόγω των παραδοχών αυτής παραβιάστηκαν το δικαίωμα ακροάσεως και η αρχή της ισότητας των διαδίκων στη διεξαχθείσα σχετικά διαιτητική διαδικασία. Ειδικά όσον αφορά την επίκληση εκ μέρους της ενάγουσας του από 9.12.2013 εισαγγελικού πορίσματος, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου ακύρωσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαραδέκτως το επικαλείται και το προσκομίζει , διότι αυτό δεν τέθηκε υπόψη του διαιτητικού Δικαστηρίου , ούτε θα ήταν άλλωστε δυνατό, αφού εκδόθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος ως ουσιαστικά αβάσιμος και στο σύνολό της και η από 17-1-2014 αγωγή". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμο τον πέμπτο λόγο της από 17.1.2014 αγωγής της αναιρεσείουσας, περί αντίθεσης της διαιτητικής απόφασης στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και παραβίασης δικαιώματος ακρόασης, εξαιτίας αγνόησης ισχυρισμών και απόρριψης του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης, ορθά έκρινε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 του ΚΠολΔ, αφού με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της διαιτητικής απόφασης και της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει αντίθεσή της στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, ούτε και λόγω των παραδοχών αυτής παραβιάστηκαν το δικαίωμα ακροάσεως και η αρχή της ισότητας των διαδίκων στη διεξαχθείσα σχετικά διαιτητική διαδικασία, αλλά αντίθετα ελήφθησαν υπόψη όλοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, οι οποίοι και απορρίφθηκαν είτε ως αβάσιμοι είτε ως αλυσιτελείς.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον δέκατο έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1η Αυγούστου 2018 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και ήδη "... Ανώνυμη Εταιρεία", για αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ