Legislator Case Law & Legislation
1312/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for procedural defects and absence of opposing party.

Case Number 1312/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Bank of Piraeus's appeal against a first-instance judgment due to procedural irregularities and the absence of the opposing party. The appellant argued for specific legal errors regarding interest calculations and evidentiary weight, but the court found these grounds inadmissible. The decision was based on the finding that the appeal relied on defects not listed in the relevant articles of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be based on specific grounds enumerated in the law, and appeals relying on unlisted defects or procedural errors are inadmissible.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility procedural defects inadmissible appeal omission of grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 13 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1312 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1312/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Αλεπάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΕΚΑΤ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΗΡ ΜΠΕΤΟΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 88/18-04-2017, 90/19-04-2017, 92/27-04-2017 και 94/3-05-2017 ανακοπές της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΙΔΕΚΑΤ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)" και Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 505/2017 του ιδίου Δικαστηρίου και 127/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2969 Ε'/19-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ι. Δ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (27-9-2021) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσίβλητη, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ' άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) υπ` αριθ. 127/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε την από 29-1-2018 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 505/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η από 7-4-2017 ανακοπή της αναιρεσείουσας με την οποία είχε ζητήσει τη μεταρρύθμιση του υπ' αριθ. …/…-3-2017 πίνακα κατάταξης δανειστών της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης, Μαγδαληνής Ζαμπούκη, ώστε να καταταγεί αυτή για τις αναγγελθείσες απαιτήσεις της και να αποβληθεί εν μέρει αντίστοιχα η καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 196/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 του ιδίου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση.

Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, είτε β) σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, είτε γ) σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του.

Όμως, ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της, υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, διότι η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του και κατ' επέκταση της ενεργητικής νομιμοποίησής του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 129/2018, ΑΠ 739/2017, ΑΠ 1281/2011).

Εξάλλου, το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης αναγγελθέντος δανειστή, που στηρίζεται σε απαίτηση από κατάλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού, προερχόμενου από σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού ή δανείου, πρέπει να αναφέρει την πλήρη κίνηση του λογαριασμού, εκτός αν έχει αναγνωριστεί το κατάλοιπο.

Διαφορετικά, σε περίπτωση μη αναγνώρισης του καταλοίπου, η μη αναφορά της κίνησης του λογαριασμού καθιστά το δικόγραφο της ανακοπής αυτής αόριστο (ΑΠ 739/2017, ΑΠ 1526/2013). Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος ήδη με το δικόγραφο της ανακοπής του είναι αναγκαία και όταν στηρίζει την απαίτησή του σε έγγραφα με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου η εκτέλεση ή στο δεδικασμένο απόφασης, διότι η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 1860/2013).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο (αγωγής, ανακοπής κλπ) σε σχέση με όσα απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση, του καταγομένου προς κρίση δικαιώματος χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ή 1 του άρθρου 560 του ιδίου κώδικα), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, τελικά, ορισμένη την αγωγή (ανακοπή κλπ), αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει αόριστη την αγωγή (ανακοπή κλπ), αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντιστοίχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ανακοπής κλπ από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 739/2017, ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) τράπεζα ισχυρίστηκε ότι την 25-1-2017 διενεργήθηκε με επίσπευσή της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, Μαγδαληνής Ζαμπούκη, συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης, δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, έκτασης 7.646 μ2, μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, κειμένου στην κτηματική περιοχή …, που ανήκε στην κυριότητα της (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) οφειλέτιδας εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ Ν.

ΕΒΡΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "PRO MAC SA", δυνάμει του με αριθμό …/…-10-2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Αποστόλου Ευφραιμίδη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο … και με αριθμό …. Ότι το εκπλειστηριασθέν ακίνητο με την υπ' αριθ.

…/…-2-2017 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της ως άνω συμβολαιογράφου κατακυρώθηκε στην ίδια (ανακόπτουσα) αντί ποσού 210.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Ότι με τη νόμιμη και εμπρόθεσμη από 3-2-2017 αναγγελία της, που κοινοποιήθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, στην επισπεύδουσα εταιρία και στην καθ' ης η εκτέλεση - οφειλέτιδά της, ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για ενυπόθηκη απαίτησή της, ποσού 1.217.526,84 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από 1-1-2017 μέχρις εξοφλήσεως, πέραν των τόκων του άρθρου 1289 ΑΚ, εξασφαλισμένη με Α' προσημείωση υποθήκης, ποσού 470.000 ευρώ, εγγραφείσα, στις 27-12-2002, στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, στον τόμο … και με αριθμό … (…) και με Β' προσημείωση υποθήκης, ποσού 130.000 ευρώ, εγγραφείσα, στις 21-4-2004, στα ίδια ως άνω βιβλία, στον τόμο … και με αριθμό … (…).

Ότι η ως άνω απαίτησή της σε βάρος της καθ' ης η εκτέλεση εταιρίας απορρέει από την υπ' αριθ. …/…-10-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις συμπληρωματικές αυτής πρόσθετες πράξεις, που καταρτίστηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." ως πιστώτριας και της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρίας, με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ Ν.

ΕΒΡΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως πιστούχου, με βάση την οποία η πρώτη χορήγησε στη δεύτερη πίστωση μέχρι του ποσού των 293.470,29 ευρώ, η οποία κατόπιν των υπ' αριθ…./…/…-12-2002, …/…/…-1-2004 και …/…/…-4-2004 πράξεων αύξησης της πίστωσης ανήλθε στο ποσό των 600.000 ευρώ. Ακολούθως, με την από 26-3-2007 σύμβαση μεταβίβασης η άνω πιστώτρια " EFG EUROBANK ERGASIAS A.E." μεταβίβασε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." την προερχόμενη από την άνω υπ' αριθ.

…/…-10-2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μετά των προσθέτων αυτής πράξεων έννομη σχέση, κατά της ως άνω πιστούχου καθ'ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρίας. Στη συνέχεια, η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", δυνάμει της από 26-3-2007 πρόσθετης πράξης αναρίθμησε την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης σε αριθμό …/….-3-2007, δυνάμει δε των άνω αναφερομένων προσθέτων πράξεων αύξησης και προσθέτων πράξεων ALPHA 650 προέβη σε αύξηση του ποσού της πίστωσης μέχρι του ποσού των 1.050.000 ευρώ.

Κατόπιν, με την από 3-3-2010 σύμβαση μεταβίβασης η "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." μεταβίβασε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", την προερχόμενη από την άνω υπ' αριθ. …/…-10-2001 σύμβαση πίστωσης, που αναριθμήθηκε σε …/…-3-2007, μετά των προσθέτων αυτής πράξεων έννομη σχέση κατά της ως άνω πιστούχου καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρίας.

Επίσης, με την υπ' αριθ. …-…/…./…-3-2010 πρόσθετη πράξη τροποποίησης και συμπλήρωσης σύμβασης χορήγησης πίστωσης, που υπεγράφη μεταξύ της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδας εταιρίας, η αρχική σύμβαση πίστωσης (υπ' αριθ. …/…-10-2001), που είχε αναριθμηθεί σε …./…-3-2007, αναριθμήθηκε εκ νέου σε …-…/…, συμφωνήθηκε δε, το επιτόκιο αυτής να αποτελείται από το επιτόκιο αναφοράς [προνομιακό επιτόκιο χορηγήσεων σε ευρώ (ΠΕΧΕ), που κατά την υπογραφή της σύμβασης ανερχόταν σε 5,75% πλέον του περιθωρίου, που συμφωνήθηκε σε 0%, πλέον του συντελεστή επιβαρύνσεων και πλέον κόστους δεσμεύσεων], ενώ, με την υπ' αριθ.

…-…/…/…-3-2010 πρόσθετη πράξη τροποποίησης σύμβασης το όριο της πίστωσης μειώθηκε στο ποσό των 850.000 ευρώ και με την από 29-4-2010 τροποποίηση συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο πίστωσης, που θα εφαρμόζεται στο μέρος της πίστωσης που γίνεται χρήση σε ευρώ να είναι το επιτόκιο χορηγήσεων σε ευρώ (ΕΧΕ), το οποίο έχει ως επιτόκιο αναφοράς το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης των πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ευρωσύστημα, που ανακοινώνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οπότε και προσαρμόζεται προς την ίδια κατεύθυνση με αυτό σε ποσοστό από 0%-200% κάθε μεταβολής του επιτοκίου της ΕΚΤ.

Ότι η άνω πίστωση μετά τη μεταφορά της στην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." κινήθηκε με τον υπ' αριθ. … λογαριασμό, ότι με το από 26-11-2010 σύμφωνο αναγνώρισης χρέους γ' τριμήνου 2010 η πιστούχος καθ' ης η εκτέλεση εταιρία αναγνώρισε το χρεωστικό εις βάρος της υπόλοιπο του άνω λογαριασμού (υπ' αριθ. …), που ανερχόταν, στις 30-9-2010, στο ποσό των 819.061, 44 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται χρεωστικοί τόκοι, πλέον εισφοράς του ν.128/1975, ποσού 19.593,78 ευρώ.

Ότι τον ως άνω λογαριασμό η "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." έκλεισε οριστικά στις 3-11-2011 με χρεωστικό κατάλοιπο 586.015, 45 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων και με την από 14-3-2011 εξώδικη επιστολή-καταγγελία κοινοποίησε στην καθ' ης η εκτέλεση το κλείσιμο της πίστωσης, καθώς και τη δυνατότητα ρύθμισης της οφειλής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταγγελία της σύμβασης, το παραπάνω δε χρεωστικό κατάλοιπο του άνω (υπ' αριθ.

…) λογαριασμού μεταφέρθηκε στις 3-11-2011 στον υπ' αριθ. … λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ότι επειδή η καθ' ης η εκτέλεση αρνήθηκε την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης, η "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." προέβη στην έκδοση σε βάρος της της υπ' αριθ. 90/658/ΔΠ/90/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, για το ποσό των 210.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων από 3-11-2011, επιδόθηκε δε, η εν λόγω διαταγή πληρωμής στην τελευταία, στις 7-4-2011, μόνο προς γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες.

Ότι το υπόλοιπο του υπ' αριθ. … λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, ανερχόμενο μετά τις γενόμενες χρεωπιστώσεις, στο συνολικό ποσό των 591.217, 35 ευρώ, μεταφέρθηκε στις 18-11-2013 στον υπ' αριθ. … λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, ενώ, μετά τις γενόμενες χρεωπιστώσεις, το υπόλοιπο αυτού, ποσού 996.577,69 ευρώ, μεταφέρθηκε, στις 23-10-2015, στον υπ' αριθ.

… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, του οποίου το υπόλοιπο, στις 30-1-2017, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 1.217.526,84 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από 1-1-2017. Ότι η ίδια (ανακόπτουσα), κατέστη ειδική διάδοχος της έννομης σχέσης, που απορρέει από την ως άνω αρχική και πρόσθετες πράξεις σύμβαση, κατόπιν μεταβίβασης από την Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", όπως μετονομάσθηκε η "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", καθολική διάδοχος της δι' απορροφήσεως "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.".

Ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού, λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος, συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. …/2017 πίνακα κατάταξης, στον οποίο, μετ' αφαίρεση των εξόδων, επί του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, κατέταξε την ίδια (ανακόπτουσα), ως ενυπόθηκη δανείστρια, για τις απαιτήσεις του άρθρου 976 ΚΠολΔ, μόνο σε ποσοστό 65% του πλειστηριάσματος, ήτοι για ποσό 127.987,64 ευρώ, όχι όμως και σε ποσοστό 10% αυτού, που αφορά τις μη προνομιούχες απαιτήσεις της και αντιστοιχεί σε ποσό 19.690,64 ευρώ, στο οποίο κατέταξε την καθ' ης η ανακοπή για το ποσό των 13.042,28 ευρώ προνομιακά για μερική ικανοποίηση της απαίτησής της και για το ποσό των 6.648,12 ευρώ, ως αναγγελθείσα εγχειρόγραφη δανείστρια, ενώ έπρεπε να κατατάξει την ίδια (ανακόπτουσα) για το ποσό των 18.388,87 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγεί η ίδια σύμμετρα με την καθ' ης ανακοπή σε ποσοστό 10% του εναπομείναντος πλειστηριάσματος, που αφορά τις μη προνομιούχες απαιτήσεις της, ήτοι για ποσό 18.388,87 ευρώ, πλέον της ήδη καταταγείσης ενυπόθηκης απαίτησής της.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ανωτέρω ανακοπή ήταν αόριστη και γι' αυτό ορθά απορρίφθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση (505/2017 του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης), ως απαράδεκτη, διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής:" ...

Όμως, στην ένδικη ανακοπή, η διάδικος, όπως ήδη λέχθηκε, ανέφερε ότι η δικαιοπάροχος της και αρχικά συμβληθείσα τραπεζική εταιρία, στις 3-3-2011, προέβη σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού εξυπηρέτησης της σύμβασης πίστωσης, ο οποίος εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 586.015,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δίχως όμως να περιλαμβάνει στο δικόγραφο την κίνηση του λογαριασμού και τις αμοιβαίες χρεοπιστώσεις των συμβαλλομένων, ούτε όμως διευκρινίζει εάν καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σύμβαση αναγνώρισης ή αφηρημένης υπόσχεσης χρέους σχετικά με το παραπάνω κατάλοιπο, ώστε να μη χρειάζεται η παράθεση των παραπάνω στοιχείων, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Μάλιστα, μόνη η αναφορά της αναγνώρισης οφειλής του γ' τριμήνου του έτους 2010 από την πιστούχο εταιρία, για χρεωστικό υπόλοιπο 819.061,44 ευρώ ως τις 30-9-2010, δεν αφορούσε κατάλοιπο όπως η ίδια η ανακόπτουσα παραδέχτηκε με την ανακοπή, αφού το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε μεταγενέστερα στις 3-3-2011, ενώ δεν ανέφερε εάν η αρχική πιστώτρια είχε συνάψει με την πιστούχο σύμβαση αναγνώρισης ή αφηρημένης υπόσχεσης του καταλοίπου.

Επιπλέον, η ανακόπτουσα επικαλείται πως η απαίτησή της ανήλθε στο ποσό των 1.217.526,84 πλέον τόκων και εξόδων την 1-1-2017 κατόπιν μεταφοράς στους λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης που παρέθεσε, που δεν προσδιόρισε αν αναγνώρισε η οφειλέτρια εταιρία, και δεν αναλύει εκτός του κεφαλαίου τους τόκους, τα εκάστοτε ποσοστά του επιτοκίου βάσει των οποίων υπολόγισε τους τόκους αυτούς, προκειμένου να ελεγχθεί το ύψος της συνολικής απαίτησής της.

Επομένως, παρέλειψε η ανακόπτουσα να παραθέσει τα απαιτούμενα από το νόμο πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την απαίτησή της, για την οποία ζητεί την κατάταξη, ώστε να καταστήσει εφικτή στο δικαστήριο τη περαιτέρω διάγνωση της βασιμότητάς της και στην καθ' ης την άμυνά της, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη που προεκτέθηκε και η εκκαλουμένη που απέρριψε την ανακοπή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος και ο εξεταζόμενος μοναδικός λόγος της έφεσής της και επομένως η εξεταζόμενη έφεση στο σύνολό της".

Ακολούθως απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνονταν τα αναγκαία για την πληρότητά του στοιχεία, ήτοι:

α) το ακριβές ύψος της συνολικής απαίτησής της κατά της οφειλέτριας-καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρίας β) η έννομη σχέση από την οποία απέρρεε η παραπάνω απαίτησή της, γ) το κλείσιμο των σχετικών λογαριασμών και το χρεωστικό τους υπόλοιπο, δ) η μεταφορά των κατάλοιπων αυτών σε νέους λογαριασμούς και το κλείσιμο αυτών, ε) η γνωστοποίηση της καταγγελίας στην οφειλέτρια - καθ' ης η εκτέλεση, στ) η έκδοση της τελεσίδικης υπ' αριθ. 90/658/ΔΠ/90/2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία επιδικάστηκε μέρος της συνολικής απαίτησης και ζ) οι εγγραφείσες επί του εκπλειστηριαθέντος ακινήτου προσημειώσεις.

Ωστόσο, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ανακοπή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, όχι για νομική αοριστία, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά για ποσοτική αοριστία, την οποία συνιστούν οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση ελλείψεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση (η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τον αριθμό του λόγου αναίρεσης του ΚΠολΔ, για τον οποίο ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση), η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής: "...η προσβαλλόμενη απόφαση, ζητώντας ανάλυση των τόκων και του εκάστοτε ποσοστού του επιτοκίου βάσει των οποίων υπολόγισα τους τόκους αυτούς προκειμένου να ελεγχθεί το ύψος της συνολικής απαίτησής μου αξίωσε περισσότερα από εκείνα που οι διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933, 585 παρ. 2 και 216 ΚΠολΔ απαιτούν και κρίνοντας αόριστη την ανακοπή...έσφαλε και κατέστησε εαυτήν αναιρετέα...". Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ορθά του άρθρου 560) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η ανακοπή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση όχι για νομική, αλλά για ποσοτική αοριστία.

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, διότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της, δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 127/2019 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (δικάσαντος ως Εφετείο).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ