Supreme Court allows appeal against seizure report due to insufficient reasoning and legal error on eviction ban.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance decision that annulled a seizure report and preliminary auction proceedings. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding whether the disputed property served as the sole primary residence for both opposing parties under Article 19 of Law 3869/2010. The court found the lower court erred in interpreting this provision and annulled the entire execution process, remanding the case for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19 of Law 3869/2010; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a first-instance decision if it erroneously interprets the statutory conditions for prohibiting auctions, specifically regarding the determination of primary residence, and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Λιάπη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου … , 2) Β. Μ. του Ι., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκε η 27/ΤΜ/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 22-3-2012 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων 1)Σ. Μ. και 2)Β. Μ. και των από 23-4-2012 πρόσθετων λόγων της, με τους οποίους ζητούσαν την ακύρωση της 2868/14-12-2011 κατασχετήριας έκθεσης και της 2888/5-3-2012 περίληψής της του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας Ανδρέα Κοκκαλιάρη, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη 27/ΤΜ/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δέχθηκε την ανακοπή και κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση. Την αναίρεση αυτής της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2018 κρινόμενη αίτησή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β`ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 4-2-2016, χωρίς να προκύπτει ότι αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εντός της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ισχύει επί αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά την 1-1-2016 (πρβλ.
ΟλΑΠ 10/2018), ενώ και η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι δεν της επιδόθηκε εντός αυτής. Μετά την παρέλευση της διετούς προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως, η απόφαση κατέστη τελεσίδικη και από 5-2-2018 δεκτική προσβολής με αίτηση αναίρεσης, η καταχρηστική διετής προθεσμία προς άσκηση της οποίας άρχισε από την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης.
Η αναιρεσείουσα επικαλείται, με την αίτηση αναίρεσής της ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης της επιδόθηκε στις 22-2-2018 και εφόσον δεν προκύπτει οτιδήποτε διαφορετικό, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως και παραδεκτώς (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εάν δε τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 52/2019, 1753/2017, 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είχε αρχικώς προσδιορισθεί να συζητηθεί με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου στις 20-5-2019, η συζήτησή της όμως ματαιώθηκε λόγω της διεξαγωγής στη χώρα ευρωεκλογών και δημοτικών και περιφερειακών εκλογών της 26ης-5-2019 και της αναστολής της εκδίκασης των υποθέσεων των δικασίμων του παρόντος τμήματος (Α1) του Αρείου Πάγου από 20-5-2019 έως 29-5-2019, στη συνέχεια προσδιορίσθηκε με κλήση του αναιρεσείοντος να συζητηθεί στις 18-5-2020, οπότε και ματαιώθηκε εκ νέου λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (2-11-2020) με πράξη της Προέδρου του οικείου τμήματος και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 30 από τον γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου, η δε τελευταία αυτή εγγραφή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τη 10.843Δ/5-10-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας Χρήστου Ι. Αμανατίδη, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ'αυτό για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, Αθανάσιο Ορταντζόγλου, μετά και διά του οποίου είχαν παραστεί ο πρώτος και η δεύτερη αναιρεσίβλητοι αντιστοίχως κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 143 ΚΠολΔ), ενώ από τις 1064Ε και 1063Ε/9-10-2019 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου δικαστικού επιμελητή, που επίσης προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφα της από 10-6-2019 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κάτω απ'αυτό για τη δικάσιμο της 20-5-2020 επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους αντιστοίχως, εκ νέου δε κλήτευσή τους για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή τους κατά τα προεκτιθέμενα.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση παράστασης κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
γ`ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 για τη "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων και άλλες διατάξεις", υπό την αρχική της μορφή προβλέπει: "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30η Ιουνίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9". Η αναστολή αυτή των πλειστηριασμών, που είχε οριστεί αρχικώς μέχρι την 30η Ιουνίου 2011, παρατάθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 3986/2011 και στη συνέχεια μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 (ενώ επακολούθησαν και άλλες παρατάσεις που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16-12-2011 ΠΝΠ.
Με την παράγραφο δε 2 του άρθρου 46 του Ν. 3986/2011 στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 19 του νόμου 3869/2010 προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: "Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε Φυσικό Πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας". Από την τελευταία αυτή προσθήκη προκύπτει ότι η προβλεπόμενη με το ως άνω άρθρο αναστολή δεν συσχετίζεται με την κατάθεση ενδίκου βοηθήματος και δη με την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3968/2020 υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ή με την υποβολή αίτησης πτώχευσης για όσους έχουν πτωχευτική ικανότητα, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις λοιπές διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, και αυτή ισχύει ανεξάρτητα από το ποσό οφειλής, την ιδιότητα του οφειλέτη (ακόμα και εμπόρου), την ιδιότητα του δανειστή (ακόμη και ιδιώτη φυσικού προσώπου), εφόσον πληρούνται οι διαγραφόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 προϋποθέσεις.
Σκοπός των παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 19 ν. 3869/2010 και 46 ν. 3986/2011 ήταν προδήλως η παροχή προστασίας στους υπερχρεωμένους οφειλέτες δια της διατήρησης της κάλυψης των στεγαστικών αναγκών τους, σε μία κρίσιμη για την οικονομική ζωή της χώρας περίοδο, με σκοπό την παροχή σ' αυτούς δυνατότητας προς επανένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Περαιτέρω το άρθρο 9 παρ. 2 εδάφιο πρώτο και τελευταίο του νόμου 3986/2010, στην οποία παραπέμπει το ανωτέρω άρθρο 19 αυτού, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην ερευνώμενη περίπτωση χρόνο, προβλέπει: "2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. ...
Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία." Στο τέλος της ιδίας παραγράφου, προστέθηκε με την παράγραφο 5 άρθρου 85 Ν.3996/2011, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 170/5.8.2011 και ίσχυε επίσης κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα, το ακόλουθο επιπλέον εδάφιο: "Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών." Εξάλλου η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του νόμου 1078/1980 "Περί απαλλαγής εκ του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων της αγοράς πρώτης κατοικίας κλπ", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 3842/2010 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπει: "Η απαλλαγή που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο (ήτοι για αγορά πρώτης κατοικίας) παρέχεται:
α) Για αγορά κατοικίας από άγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ ενώ, από έγγαμο ο οποίος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία μέχρι ποσού αξίας διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000) ευρώ.
Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του." Επομένως οι προϋποθέσεις αναστολής των πλειστηριασμών βάσει του άρθρου 19 του νόμου 3869/2010 που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς υπό τις παρακάτω διακρίσεις είναι οι εξής:
1. α. πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη ή επί του οποίου ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτού, εφόσον αυτό το ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, ή (διαζευκτικώς ως προς αυτή την προϋπόθεση σε σχέση με την περίπτωση υπό στ. α') ή
β. Ι) πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη ή επί του οποίου ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο, εφόσον αυτό αποτελεί το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και (σωρευτικώς) ΙΙ) αυτός κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο ΙΙΙ) ο σύζυγός του δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.
2. Η αξία του εκτιθέμενου σε πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη του χρησιμεύοντος ή δυνάμενου να χρησιμοποιηθεί (υπό τις πρόσθετες αμέσως προαναφερόμενες προϋποθέσεις) ως κύρια κατοικία του υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, να ανέρχεται μέχρι του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, εάν είναι άγαμος, μέχρι ποσού διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ, εάν είναι έγγαμος, μέχρι ποσού διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000) ευρώ, εάν αυτός είναι έγγαμος και παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία, τα ποσά αυτά προσαυξανόμενα κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.
Οι προαναφερόμενες συγκεκριμένες προϋποθέσεις απηχούν τη βούληση του νομοθέτη να θέσει εκ των προτέρων ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε η προβλεπόμενη προστασία της κύριας κατοικίας να μην απολήξει σε αποφυγή ικανοποίησης απαιτήσεων δανειστών, ενώ δεν υφίσταται πραγματική αδυναμία των οφειλετών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, είτε διότι συνεχίζουν να διαβιούν σε συνθήκες ευμάρειας, που τους προσφέρει η χρησιμοποίηση ή η δυνατότητα χρησιμοποίησης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατοικιών, είτε διότι αυτοί έχουν τη δυνατότητα να διαμένουν σε ξένο ακίνητο ενώ μάλιστα οι στεγαστικές τους ανάγκες μπορούν να καλυφθούν από ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, το οποίο διαθέτει ο σύζυγός τους.
Αυτονόητο είναι βεβαίως ότι υπό συγκεκριμένες πρόσθετες συνθήκες, έστω και παραλλάσσουσες από τις καθοριζόμενες ανωτέρω περιοριστικές του δικαιώματος αυτού προϋποθέσεις, η άσκηση και επίκληση του δικαιώματος προστασίας της κύριας κατοικίας υπό την ανωτέρω έννοια μπορεί να παρίσταται ως καταχρηστική υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ.
Για να ερευνηθεί όμως τέτοιο ζήτημα από τα δικαστήρια απαιτείται ο θιγόμενος δανειστής να προβάλει παραδεκτώς τη σχετική ένσταση. Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, εάν κατά την ως άνω περίοδο υποχρεωτικής απαγόρευσης πλειστηριασμών διενεργηθεί πλειστηριασμός προστατευόμενης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κύριας κατοικίας και προσβληθεί εμπροθέσμως με ανακοπή, αυτός ακυρώνεται από τα δικαστήρια ανεξαρτήτως βλάβης του οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται αυτός να επικαλεσθεί και να αποδείξει τέτοια βλάβη.
Αυτή η ακυρότητα δεν αποτελεί συνέπεια της ακυρότητας προγενέστερων πράξεων εκτέλεσης και ιδίως της έκθεσης κατάσχεσης του ακινήτου, εφόσον αυτές δεν απαγορεύονται με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις και μπορεί να είναι έγκυρες, εάν δεν υφίσταται βάσει άλλων κανόνων αναστολή των ατομικών διώξεων και της εκτελέσεως εν γένει (όπως επί κηρύξεως πτωχεύσεως ή αναστολής βάσει του ν. 3869/2010).
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, άκυρη, εφόσον προσβληθεί παραδεκτώς και συντρέχουν οι τασσόμενοι από τον νόμο όροι, κηρύσσεται και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, που προβλεπόταν από το προϊσχύσαν της έναρξης εφαρμογής του νόμου 4335/2015 δικονομικό δίκαιο στο ήδη καταργηθέν άρθρο 960 ΚΠολΔ και αποτελούσε προδικασία του πλειστηριασμού, ο οποίος οριζόταν να πραγματοποιηθεί σε ημερομηνία εμπίπτουσα στο χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής αναστολής των πλειστηριασμών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Με την υπό κρίση ανακοπή οι ανακόπτοντες, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, εκθέτουν ότι η καθ'ης προέβη σε κατάσχεση ακίνητης περιουσίας τους και συγκεκριμένα ποσοστού 37,5% εξ αδιαιρέτου για το καθένα και συνολικά ποσοστό 75% ενός οικοπέδου με την επ'αυτού διώροφη κατοικία με αποθηκευτικό χώρο 237,50 τμ και ημιϋπαίθριο χώρο 71,82 τμ, ισόγειο κατάστημα 247,52 τμ και ανώγεια κατοικία εμβαδού 109,50 τμ.
Εκ του άνω ακινήτου η ανώγεια κατοικία αποτελεί τη μοναδική κατοικία των ανακοπτόντων. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ανακόπτοντες ζητούν για τους λόγους που εκτίθενται στο άνω δικόγραφο να ακυρωθεί η με αριθμό 2868/1-12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η με αριθμό 2888/5-3-2012 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας με την οποία το περιγραφόμενο ακίνητο εκτίθεται σε δημόσιο πλειστηριασμό. ...
Με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ακύρως κατασχέθηκε από τη καθ’ ης το ακίνητο που περιγράφεται στην ανακοπή και ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού στις 25 Απριλίου 2015 (η αναγραφή αυτού του έτους αποτελεί παραδρομή και εννοείται του έτους 2012, όπως προκύπτει από την προηγούμενη αναφορά του δικαστηρίου εκείνου σε περίληψη κατασχετήρια έκθεσης του 2012 και από τις επόμενες αιτιολογίες και το διατακτικό του), διότι το ποσοστό 37,50% της ανώγειας κατοικίας εμβαδού 109,50 τ.μ., που αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία αυτών, η οποία και προστατεύεται βάσει του ν. 3869/2010, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 3869/2010, ως ισχύει αναστέλλονται μέχρι την 31-12-2012 οι πλειστηριασμοί ακινήτων, που αποτελούν την κύρια κατοικία του οφειλέτη και στην προκειμένη περίπτωση, επειδή δεν έχει συσταθεί μεταξύ των διαιρετών μερών της οικοδομής οριζόντια ιδιοκτησία πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η εκτελεστική διαδικασία και η με αριθμό 2868/1-12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η με αριθμό 2888/5-3-2012 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
Ο ως άνω λόγος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάσθηκε κατά τη συζήτηση, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και όλων των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ'επικλήσεως οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τις έγγραφες προτάσεις τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η καθ’ ής δυνάμει της με αριθμό 2868/1-12-2011 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας Ανδρέα Κοκκαλιάρη κατέσχεσε ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εντός του δ.δ. … της περιφέρειας Δήμου και Ειρηνοδικείου … στο υπ'αριθμ. … και επί της … με αριθμό οικοπεδοτεμαχίου …, εμβαδού κατά μεν το τίτλο 576 τμ κατά δε το κτηματολόγιο 570 τμ, με την επ’ αυτού διώροφη με υπόγειο οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 237,50 τμ, από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 247,52 τμ και ημιϋπαίθριο χώρο εμβαδού 71,82 τμ, και ανώγεια κατοικία εμβαδού 109,50 τμ.
Το ανωτέρω ακίνητο ανήκει κατά ποσοστό 37,50% στον καθένα από τους ανακόπτοντες και είχε εκτεθεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό με τη με αριθμό 2888/5-3-2012 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή στις 25-4-2012 στο Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Βεροίας με τιμή πρώτης προσφοράς συνολικά το ποσό των 130.000 ευρώ.
Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω τιμής πρώτης προσφοράς (130.000 Ε), η αξία του ως άνω ποσοστού για τον καθένα του κατασχεθέντος ακινήτου υπολείπεται κατά πολύ από το όριο της αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας προσαυξημένο κατά 50%, για τους ανακόπτοντες.
Συνεπώς συντρέχουν στο πρόσωπο των ανακοπτόντων ανεξαρτήτως της εμπορικής ιδιότητας, που έχουν, με βάση όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του ακινήτου αυτού στις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.2 και του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του δυνάμει του άρθρου 46 του ν. 3986/2011 και της από 18.12.2012 πράξης νομοθετικού περιεχομένου.
Επομένως ο παραπάνω λόγος ανακοπής κρίνεται και ως ουσιαστικά βάσιμος και, επειδή στην κατασχεθείσα οικοδομή, τμήμα της οποίας αποτελεί η μοναδική κατοικία των ανακοπτόντων χωρίς να έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν είναι δυνατή η κατάσχεση διαιρετού, αυτοτελούς τμήματός της πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της η εις βάρος των ανακοπτόντων εκτελεστική διαδικασία επισπεύσει της καθ’ ης με τη με αριθμό 2868/1-12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας Ανδρέα Κοκκαλιάρη και τη με αριθμό 2888/5-3-2012 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του ιδίου δικαστικού επιμελητή με την οποία το προπεριγραφόμενο ποσοστό ακινήτου ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων είχε εκτεθεί σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 25-4-2012 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Βεροίας".
Βάσει αυτών το Πρωτοδικείο δικαστήριο δέχθηκε περαιτέρω ότι παρέλκει η έρευνα του πρόσθετου λόγου ανακοπής, αφού έγινε δεκτός ο παραπάνω λόγος και προχώρησε στην ακύρωση της εκτελεστικής διαδικασίας που επέσπευσε η καθ'ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσα, με τις προαναφερόμενες έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδοντας σ' αυτήν με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 και 51 εδ. α' και β, 52, 999, 1001 εδ.
α και 1002 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με την περιγραφή του κατασχεθέντος κατά τα ανήκοντα στους ανακόπτοντες- αναιρεσιβλήτους εξ αδιαιρέτου ποσοστά ακινήτου, η οικοδομή επ'αυτού, επί του συνόλου της οποίας συγκύριοι είναι και οι ανακόπτοντες, εφόσον δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, ανεγέρθηκε για να χρησιμοποιηθεί κυρίως ως κατάστημα, η δε κύρια και προέχουσα χρήση του είναι αυτή του καταστήματος και όχι της κατοικίας, με συνέπεια να είναι επιτρεπτή η κατάσχεση και πλειστηριασμός του και να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 3869/2010.
Ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια των ως άνω άρθρων η προστατευόμενη από τους πλειστηριασμούς μοναδική κύρια κατοικία δεν προσδιορίζεται από τον αρχικό σκοπό ανέγερσης του κτίσματος, ούτε από τη ενδεχόμενη παράλληλη χρήση του και για άλλους πλην της κατοίκησής του σκοπούς (π.χ.
επαγγελματικούς), που μπορεί να αναδεικνύονται ακόμη και ως κύριοι με βάση ορισμένα, διαφορετικά από τα προσδιοριζόμενα στις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3869/2010 κριτήρια. Η έννοιά της προσδιορίζεται αποκλειστικά από το απαιτούμενο για την εφαρμογή τους πραγματικό γεγονός ότι το ακίνητο χρησιμεύει ως μοναδική κυρία (σε αντιδιαστολή με τις δευτερεύουσες, εξοχικές κλπ) κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του ή ότι αποτελεί το μοναδικό ακίνητό του, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι' αυτό τον σκοπό, στην προστασία δε του ως άνω νόμου εμπίπτουν και τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά σε τέτοια ακίνητο.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα, όταν με βάση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και κατόπιν υποβολής σχετικής προβαλλόμενης παραδεκτώς ενστάσεως, η άσκηση του δικαιώματος προς προστασία της μοναδικής κύριας κατοικίας κατά την ανωτέρω έννοια παρίσταται ως καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, επειδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η ποιοτική δε αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Τα αυτά ισχύουν ως προς την αοριστία του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής και τους λόγους της κατ'άρθρο 585 ΚΠολΔ. Η αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής ελέγχεται μεν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ο ισχυρισμός όμως περί αοριστίας της προβαλλόμενος με λόγο αναίρεσης, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και για το ορισμένο του απαιτείται να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 78/2020, 9/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της ανακοπής λόγω των παρατιθέμενων ελλείψεών της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να επικαλείται ότι προέβαλε τους ισχυρισμούς της αυτούς στο δικαστήριο της ουσίας, πράγμα που, σε κάθε περίπτωση δεν έπραξε.
Επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατ’ άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης συντρέχει, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή εκείνης που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως στο δικαστήριο που δικάζει ή σε εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη σε βάρος του διαδίκου που ομολογεί, η οποία ναι μεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, όμως για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο αναιρεσείων την επικαλέσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του προσκομίζοντας και τις προτάσεις του αντιδίκου του, αν σ` αυτές περιέχεται η ομολογία (ΑΠ 845/2012) ή το ίδιο το ένδικο βοήθημα αν η ομολογία περιέχεται ήδη σ'αυτό.
Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (άρθ. 352, 438 - 440, 447 ΚΠολΔ), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ` αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Για το ορισμένο του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1177/2018, 700/2009).
Επομένως και για το ορισμένο αυτού του λόγου αναίρεσης πρέπει να γίνεται αναφορά ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το αποδεικτικό μέσο, του οποίου παραβιάσθηκε η αποδεικτική δύναμη.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι ομολογούσαν με το δικόγραφο της ανακοπής τους ότι ο ανώγειος χώρος της οικοδομής επί του ακινήτου, του οποίου τυγχάνουν συγκύριοι, χρησιμεύει ως κύρια κατοικία μόνον του πρώτου απ'αυτούς, των μελών της οικογενείας του και της μητέρας του και όχι και της δεύτερης απ'αυτούς, η οποία κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα στην περιοχή ..., το δικαστήριο δε της ουσίας σχημάτισε την κρίση του, η οποία επέδρασε στο διατακτικό της απόφασης, χωρίς να λάβει υπόψη του το αποδεικτικό μέσο αυτής της ομολογίας και χωρίς να προσδώσει σ' αυτό την προβλεπόμενη από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης που ο νόμος δεσμευτικά καθορίζει. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι κατά τα προεκτιθέμενα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει, όσον αφορά τον πρώτο απ'αυτούς, ότι επικαλέσθηκε νομότυπα με τις προτάσεις της αυτή τη δυσμενή κατ'αρχήν για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη δικαστική ομολογία της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά δε τον δεύτερο, ότι έγινε νόμιμη επίκληση της συγκεκριμένης περικοπής της ανακοπής ως αποδεικτικού μέσου και δη ως ομολογίας, παράγουσας πλήρη απόδειξη, πράγμα που, σε κάθε περίπτωση, δεν συνέβη.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ` αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).
Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι οι αιτιολογίες της είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε να αποφανθεί ότι "επειδή στην κατασχεθείσα οικοδομή, τμήμα της οποίας αποτελεί η μοναδική κατοικία των ανακοπτόντων χωρίς να έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν είναι δυνατή η κατάσχεση διαιρετού αυτοτελούς τμήματός της πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της η εις βάρος των ανακοπτόντων εκτελεστική διαδικασία", χωρίς να περιλαμβάνεται στην απόφαση αιτιολογία περί συνδρομής των όρων που τίθενται στις διατάξεις των των άρθρων 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 για να εξαιρεθεί για τον καθένα τους από τον πλειστηριασμό το ιδανικό του μερίδιο επί του ακινήτου και συγκεκριμένα χωρίς να περιλαμβάνονται σ'αυτήν οι ακόλουθες αιτιολογίες:
α) ο τρόπος κτήσης των ιδανικών μεριδίων των ανακοπτόντων, β) αν ο ανώγειος χώρος της οικοδομής χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των ανακοπτόντων και συγκεκριμένα αν αυτός αποτελεί τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του αμφοτέρων τους, προϋπόθεση που απαιτείται να συντρέχει για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010, προκειμένου να εξαιρεθεί για τον καθένα τους το ιδανικό του μερίδιο στο ακίνητο από τον πλειστηριασμό, γ) η οικογενειακή κατάσταση του καθενός από τους ανακόπτοντες (αν είναι έγγαμοι ή όχι, εάν έχουν τέκνα και πόσα), ώστε να συντρέχει η επίσης απαραίτητη κατά τις ίδιες διατάξεις προϋπόθεση της κατώτερης αντικειμενικής αξίας του μεριδίου τους από το αφορολόγητο όριο αγοράς πρώτης κατοικίας σύμφωνα με το ν. 1078/1980, προσαυξημένου κατά 50%, δ) εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ν. 3869/2010, στην περίπτωση που κάποιος από τους ανακόπτοντες και δη η δεύτερη κατοικεί σε διαφορετική κατοικία (όπως άλλωστε δηλώθηκε από τους ανακόπτοντες στην ανακοπή τους), και ειδικότερα αν υπάρχει δυνατότητα ο περιγραφόμενος στην απόφαση ανώγειος χώρος να χρησιμοποιηθεί και από αυτήν ως κατοικία της ιδίας και των μελών της οικογενείας της και αν ο σύζυγός της Α.
Π. δεν διαθέτει ακίνητο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία τους. Η αναιρεσείουσα παραθέτει επίσης τις παραδοχές που θα έπρεπε να έχει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα παραπάνω ζητήματα για την πληρότητα των αιτιολογιών της, οι οποίες, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα απ' αυτήν, θα οδηγούσαν σε διαφορετικό διατακτικό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4335/2016) είναι επαρκώς ορισμένος και παραδεκτός, ελέγχεται δε και ως εν μέρει βάσιμος. Οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν είναι επαρκείς για να στηρίξουν το διατακτικό της.
Για την πληρότητα αυτής δεν ήταν μεν αναγκαία η αναφορά του τρόπου κτήσης συγκυριότητας επί του ακινήτου εκ μέρους των ανακοπτόντων, αφού η συγκυριότητά τους αυτή και ο τρόπος κτήσης της δεν αμφισβητήθηκε. Απαραίτητα όμως πραγματικά περιστατικά, που έπρεπε να ελεγχθούν και να παρατεθούν για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, προκειμένου να επιστηριχθεί το διατακτικό της κατά τα άρθρα 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του νόμου 3869/2010 ήταν να αποφανθεί το δικαστήριο της ουσίας αν ο ανώγειος χώρος του ακινήτου χρησίμευε ως μοναδική κύρια κατοικία σε αμφότερους τους ανακόπτοντες (και όχι ότι "αποτελούσε" απλώς τη "μοναδική" κατοικία αυτών), εάν δε το δικαστήριο κατέληγε στην κρίση πως δεν την χρησιμοποιούσαν και οι δύο ως κύρια κατοικία τους, θα έπρεπε να παρατεθεί στη συνέχεια αιτιολογία περί του αν μπορούσε αυτή να χρησιμοποιηθεί από αμφότερους και τις οικογένειές τους (τα μέλη των οποίων θα έπρεπε να προσδιορισθούν) ως τέτοια και, εφόσον το δικαστήριο δεχόταν τέτοια δυνατότητα, εάν ο σύζυγος εκείνου ή εκείνης, που δεν τη χρησιμοποιούσε, δεν διέθετε ακίνητο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία τους.
Επίσης για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης απαραίτητος ήταν ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας των ιδανικών μεριδίων των ανακοπτόντων επί του ακινήτου, ώστε με βάση αυτήν προσαυξημένη κατά 50%, να πληρούται η σχετική ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 19 του ν. 3869/2010 για την απαγόρευση πλειστηριασμών, καθόσον μόνη η τιμή πρώτης προσφοράς στον επικείμενο κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής πλειστηριασμό δεν καλύπτει την έλλειψη αυτή.
Τέλος, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προδήλως εσφαλμένως, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 19 του νόμου 3869/2010, απαγγέλοντας ακυρότητα του συνόλου της εκτελεστικής διαδικασίας, ενώ το τελευταίο άρθρο απαγορεύει μόνον τον πλειστηριασμό και κατ' επέκταση και την προδικασία αυτού, αναιρετέα είναι επιπλέον η απόφαση αυτή και κατά το επιμέρους κεφάλαιό της με το οποίο αναιρέθηκε και η έκθεση κατάσχεσης.
Μετά την παραδοχή αυτών των λόγων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 27/ΤΜ/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη 27/ΤΜ/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ