Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on tort damages, upholding evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment awarding them €25,000 each for moral damages caused by bank employees. The appellants argued the court failed to consider specific documents, including a credit agreement and a forged invoice, in its evidence evaluation. The court rejected this claim, ruling that the appellate court was not obligated to justify its discretion in weighing evidence or explicitly list every document considered, as the judgment explicitly stated it took all legally submitted documents into account.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(4) and 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to justify its evaluation of evidence or explicitly list every document considered, provided the judgment indicates that all legally submitted documents were taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1312/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Χ., 2) Κ. Π. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Γερασίμου και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Τσεκούρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/10/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 11/5/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 185/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο, δικάζοντας επί της από 2-7-2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της 188/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 1-10-2012 αγωγή αποζημίωσης των αναιρεσειόντων και υποχρέωσε την εναγομένη αναιρεσίβλητη Τράπεζα να τους καταβάλει εις ολόκληρο με το Δ. Β., το ποσό των 25.000 €, στον καθένα ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τη τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία των προστηθέντων υπαλλήλων της, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά παραδοχή της προαναφερόμενης έφεσης, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή εναντίον της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ'ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς του λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε" όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε απρ το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση εξ αδικοπραξίας απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας, η οποία υπάρχει , όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η συμπεριφορά του δράστη είναι αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συμφέρον συγκεκριμένο του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, Τέτοια υποχρέωση (μη παράλειψης) μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 330 εδ.
β' ΑΚ, ενώ στην περίπτωση του δόλου (προθέσεως) είτε με τη μορφή του άμεσου δόλου, ο οποίος υπάρχει, όταν ο υπαίτιος επιδιώκει (θέλει) την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και όταν δεν επιδιώκει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, προβλέπει όμως αυτό ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του και παρά ταύτα δεν αφίσταται, είτε με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, ο οποίος υπάρχει, όταν ο υπαίτιος προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενη συνέπεια της συμπεριφοράς του και το αποδέχεται (ΑΠ 1535/2011, 1706/2010, 1629/2010,41/2010, ΑΠ 780/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, έναντι της αναιρεσίβλητης, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες τυγχάνουν μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία "..." και συγκύριοι με τον Δ.
Β. (δεύτερο εναγόμενο) κατά ποσοστό 25% καθένας από αυτούς και 50% ο Δ. Β. του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Ν. …. Στις 18-8-2004 καταρτίσθηκε σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό ποσού 300.000 ευρώ μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρεία, ως δανείστριας και του Δ.
Β. (δεύτερου εναγόμενου) και των εναγόντων ως συνοφειλετών και εγγυητών, συνοδευόμενη από το 0/18-8-2004 πρόσθετο σύμφωνο και την από 18-8-2004 πρόσθετη πράξη, για τη χορήγηση, από την συμβαλλόμενη τράπεζα, δανείου ποσού 238.000 ευρώ, με σκοπό την αγορά του με αριθμό ... λεωφορείου. Επίσης προς εξασφάλιση της απαίτησης της συμβαλλόμενης τραπεζικής εταιρείας καταρτίσθηκε η από 18-8-2004 σύμβαση εκχώρησης, λόγω ενεχύρου, μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων, δυνάμει της οποίας οι πιστούχοι εκχώρησαν, λόγω ενεχύρου, στην δανείστρια τράπεζα τα μερίσματα του ως άνω λεωφορείου, που ήταν ενταγμένο στο ΚΤΕΛ Ν.
….. Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εκδόθηκαν από την πιστώτρια τράπεζα εντολή- επιταγή για καταβολή ποσού 238.000 ευρώ στους ενάγοντες και τον Δ. Β. (βλ το .../18-8-2004 γραμμάτιο είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας), την οποία εισέπραξε ο τελευταίος. Ωστόσο, η κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων και η συνεπεία αυτών εκταμίευση του ως άνω αναφερόμενου χρηματικού ποσού έλαβε χώρα εν αγνοία των εναγόντων.
Ειδικότερα με πρωτοβουλία του Δ. Β. (δεύτερου εναγόμενου) συντάχθηκε το .../17-8-2004 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ε. Β., σύμφωνα με το οποίο οι ενάγοντες "διορίζουν και αποκαθιστούν ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο τους τον Δ. Β., προς τον οποίο παρέχουν την εντολή και το δικαίωμα να παραστεί και να αντιπροσωπεύσει αυτούς στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα …) και να παραλάβει επιταγή ποσού 238.300 ευρώ, που εκδόθηκε στο όνομα των εντολέων και του εντολοδόχου και να εισπράξει το πιο πάνω ποσό της επιταγής υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο, όπως απόδειξη, εξόφληση κλπ.
Γενικά να κάνει και κάθε τι άλλο που δεν αναφέρεται εδώ, μα που είναι απαραίτητο για να εκτελεστούν οι παραπάνω εντολές. Τέλος δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν από τώρα όλες τις πράξεις που ο εντολοδόχος τους και ο πληρεξούσιος τους ενήργησε προηγούμενα ή θα ενεργήσει μελλοντικά ως έγκυρες, ισχυρές, νόμιμες και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτούς τους ίδιους...".
Το ως άνω πληρεξούσιο συντάχθηκε εν αγνοία των εναγόντων, χωρίς οι ίδιοι να εμφανισθούν και να το υπογράψουν. Επομένως, τα γεγονότα που βεβαιώνεται ότι έλαβαν χώρα ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, ήτοι η εμφάνιση των εναγόντων και η παροχή στον Δ. Β. (δεύτερο εναγόμενο) εντολής και πληρεξουσιότητας να ενεργήσει τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο πράξεις για λογαριασμό τους δεν είναι αληθή, ενώ η υπογραφή στο ως άνω πληρεξούσιο δεν τέθηκε από τους φερόμενους να παράσχουν την εντολή και πληρεξουσιότητα ενάγοντες.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε συνεβλήθησαν με την Εμπορική Τράπεζα για τη χορήγηση του προαναφερόμενου δανείου, ούτε υπέγραψαν τις ένδικες συμβάσεις, τις οποίες υπέγραψε για λογαριασμό τους ο Δ. Β., χωρίς να έχει προς τούτο συναίνεση ή την εξουσιοδότησή τους. Τα παραπάνω γεγονότα, οι ενάγοντες, τα πληροφορήθηκαν περί τις αρχές του 2011, κατά την επίσκεψη του πρώτου από αυτούς στο υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης στη Φιλιππιάδα, για τη διευθέτηση προσωπικών του συναλλαγών και σε σχετική εξώδικη - πρόσκλησή τους προς την εναγόμενη, η τελευταία τους κοινοποίησε την από 1-3-2011 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία τους χορήγησε αντίγραφα των προαναφερόμενων συμβάσεων, του υπ' αριθ.
…5/17-8-2004 συμβολαιογραφικού πληρεξούσιου και του γραμματίου είσπραξης για την έκδοση της υπ' αριθ. ...821 επιταγής ποσού 238.300 ευρώ. Ακολούθως οι ενάγοντες άσκησαν σε βάρος της νυν εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας και του Δ. Β. την με αριθ. έκθ. κατ. ../18-5-2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, επί της οποίας εκδόθηκε η 44/2012 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των προαναφερόμενων συμβάσεων, κατά το μέρος που αφορούν τους ενάγοντες, καθώς και του ως άνω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου.
Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. …/29-10-2013 πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου Πρέβεζας περί μη άσκησης ένδικων μέσων, σε συνδυασμό με την .../29-6-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Β. Ε. και την .../29-6-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ι.
Ζ. κι έτσι αυτή κατέστη τελεσίδικη. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος Δ. Β. παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της εναγόμενης τράπεζας, ότι οι ενάγοντες είχαν τη δικαιοπρακτική βούληση να συμβληθούν ως πρωτοφειλέτες και εγγυητές και να λάβουν δάνειο, με σκοπό την αγορά του ως άνω λεωφορείου, καθώς και ότι ο ίδιος είχε την εντολή και πληρεξουσιότητα να τους αντιπροσωπεύσει στην εν λόγω τράπεζα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο παραπάνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο," το οποίο προσκόμισε ο ίδιος στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην … και το οποίο ήταν πλαστό, με αποτέλεσμα να πετύχει την έγκριση δανείου από τα αρμόδια όργανα της Κεντρικής Υπηρεσίας της ως άνω Τράπεζας και την χορήγηση στον ίδιο ποσού 238.300 ευρώ, στις 18-8-2004 (βλ.
το γραμμάτιο είσπραξης για την έκδοση της υπ' αριθ. ...821 επιταγής). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι προστηθείσες υπάλληλοι της, συμβληθείσας στις ως άνω συμβάσεις, τράπεζας, Κ. Π. και Ε. Α., οι οποίες υπέγραψαν τις συμβάσεις αυτές για λογαριασμό της Τράπεζας, ήταν σε γνώση της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου και ενήργησαν από κοινού με αυτόν, ώστε να επιτευχθεί η κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, και να επέλθει έτσι ζημία τους ενάγοντες.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι οι ως άνω υπάλληλοι, κατά την επεξεργασία και προώθηση του αιτήματος του Δ. Β., για τη χορήγηση του δανείου, γνώριζαν ότι τα προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα, ήτοι το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και το τιμολόγιο αγοράς του λεωφορείου ήταν πλαστά και ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε εντολή και πληρεξουσιότητα των εναγόντων να τους εκπροσωπήσει κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων και παρά ταύτα ενήργησαν με σκοπό να ωφελήσουν τον Δ.
Β. και να ζημιώσουν τους ενάγοντες. Ο μάρτυρας απόδειξης, Σ. Τ., κατέθεσε σχετικά με το ζήτημα αυτό επί λέξει τα εξής: "Ο Β. είπε στον διευθυντή στον Π., ο οποίος είναι από την … "εγώ κάποιους προγενέστερους εδώ μέσα τους λάδωνα". Δεν έδωσε τίποτα για να πάρει το δάνειο ο Β.. Η τράπεζα το ήξερε ήταν και άλλοι υπάλληλοι της Εμπορικής μέσα, αφού ο ίδιος ο Β.
το δήλωσε μπροστά στον Διευθυντή. Ο Β. φαφλατάς είναι. Μαζί τα φάγανε, τα μοιράσανε. Το γνώριζε η τράπεζα ότι δηλαδή δεν ήταν αυτές οι υπογραφές μας γιατί δεν μας ειδοποίησε ποτέ". Η κατάθεση όμως αυτή, μη ενισχυόμενη από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, δεν κρίνεται επαρκής και πειστική για την απόδειξη του πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού, ενόψει του ότι με γενικό και αόριστο τρόπο αναφέρεται σ' αυτή ότι η τράπεζα γνώριζε ότι δεν ήταν η υπογραφή των εναγόντων στις καταρτισθείσες συμβάσεις, καθώς και ότι ο ίδιος ο Δ.
Β. έκανε λόγο για "λάδωμα" κάποιων υπαλλήλων της τράπεζας χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα. Αντικρούεται δε η κατάθεση αυτή από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ. Σ., υπαλλήλου της πρώτης εναγόμενης, σύμφωνα με τον οποίο οι ως άνω υπάλληλοι της τράπεζας προέβησαν στην κατάρτιση των παραπάνω συμβάσεων, στηριζόμενες στο .../17-8-2004 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που' τους προσκόμισε ο Δ.
Β., χωρίς να γνωρίζουν ότι αυτό είναι πλαστό και χωρίς να μπορούν να διαπιστώσουν την πλαστότητά του, με βάση το οποίο ο τελευταίος ενήργησε ως αντιπρόσωπος των εναγόντων, υπογράφοντας αντί γι' αυτούς τις ως άνω συμβάσεις. Εξάλλου η έλλειψη αναγραφής του εν λόγω πληρεξούσιου στις ως άνω συμβάσεις, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι προαναφερόμενες υπάλληλοι ενήργησαν εν γνώσει της πλαστότητας αυτού, με σκοπό να συνδράμουν τον δεύτερο εναγόμενο στην τέλεση των πράξεων που προαναφέρθηκαν, ώστε να εισπράξει αυτός το ποσό των 238.300 ευρώ, αφού, αφενός μεν η αναγραφή του πληρεξουσίου δεν ήταν απαραίτητη για την εγκυρότητα της σύμβασης, αφετέρου δε η ύπαρξη του πληρεξουσίου και η, με βάση αυτό, κατάρτιση των συμβάσεων και στο όνομα των εναγόντων, προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι αντίγραφο του πληρεξούσιου αυτού κατείχε η εναγόμενη τράπεζα και το απέστειλε στους ενάγοντες, όταν οχλήθηκαν από αυτόν τον Μάρτιο του 2011.
Ούτε, άλλωστε, από την παράλειψη αναφοράς στις επίμαχες συμβάσεις του παραπάνω πληρεξουσίου προκύπτει ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι της συμβαλλόμενης τράπεζας βεβαίωναν ψευδώς περί εμφάνισης και υπογραφής των συμβάσεων από τους ενάγοντες, αφού, όπως προαναφέρθηκε το πληρεξούσιο υπήρχε κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, απλά δεν αναφέρθηκε στις συμβάσεις, γεγονός το οποίο συνηθίζεται στις τραπεζικές συναλλαγές, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης.
Επίσης και το γεγονός ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν οι ενάγοντες από την εναγόμενη τράπεζα για την κατάρτιση της σύμβασης, ούτε για την κίνηση του λογαριασμού δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, φερόταν να εκπροσωπούνται από τον Δ.
Β. δυνάμει του παραπάνω πληρεξουσίου, με τον οποίο γινόταν όλες οι συζητήσεις και συναλλαγές. Έτσι, εξάλλου, δικαιολογείται και το γεγονός ότι οι σχετικές με την σύμβαση εκχώρησης κοινοποιήσεις έγιναν στον Δ. Β., ο οποίος φερόταν ως αντίκλητος των εναγόντων. Ούτε τέλος η χρονική απόκλιση μιας ημέρας της σύνταξης του πληρεξούσιου από αυτή της σύμβασης ανοιχτού λογαριασμού και της σύμβασης εκχώρησης υποδηλώνει το αντίθετο, αφού, πριν από την υπογραφή των συμβάσεων, είχαν προηγηθεί συνομιλίες του Δ.
Β. με τις υπαλλήλους της πιστώτριας τράπεζας, έγιναν οι σχετικές προεργασίες προς την κεντρική Υπηρεσία της τράπεζας, για τις οποίες δεν ήταν απαραίτητο το πληρεξούσιο και μετά την έγκριση του δανείου, ακολούθησε η κατάρτιση των συμβάσεων δυνάμει του πληρεξουσίου. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία μέχρι την όχλησή της από τους ενάγοντες, τον Ιανουάριο του 2011, σχετικά με την επίμαχη σύμβαση δανείου, δεν είχε προβεί σε καταγγελία της σύμβασης, ούτε σε κάποια ενέργεια σε βάρος του Δ.
Β. ή των εναγόντων για την είσπραξη του δανείου. Όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης η τράπεζα έκλεισε τον λογαριασμό μετά την όχληση της από τους ενάγοντες, χωρίς ωστόσο να προσκομίζονται έγγραφα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο χρόνος που έπαυσε να εξυπηρετείται το συγκεκριμένο δάνειο, το ποσό που δεν αποπληρώθηκε και ο χρόνος που καταγγέλθηκε η σύμβαση.
Από το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι προστηθείσες από την εναγόμενη υπάλληλοι της συνέδραμαν τον Δ. Β. στην τέλεση από αυτόν της σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξίας και ότι η εναγόμενη, το γνώριζε και προσπάθησε με τον τρόπο αυτό να το συγκαλύψει, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Με αυτά τα δεδομένα η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγόμενη τράπεζα υπαλλήλων της, αφού αυτές δεν τελούσαν σε γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Δ. Β., ούτε συνέδραμαν αυτόν εν γνώσει τους στην τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων σε βάρος των εναγόντων, κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού και εκχώρησης και συνεπώς δεν γεννάται (αξίωση των εναγόντων για χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος της πρώτης εναγόμενης.
Κατ' ακολουθία αυτών η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα αντίθετα και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της έφεσης. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση της πρώτης εναγόμενης να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να εξαφανισθεί ως προς αυτήν η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή (ως προς την πρώτη εναγόμενη), πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία".
Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330 του ΑΚ, 216 και 386 (αντί του εσφαλμένου 366 που αναγράφεται στην αίτηση) του ΠΚ και επομένως δεν υπέπεσε σε κάποια από τις οριζόμενες στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της αίτησής τους εξειδικεύουν, προσδιορίζοντας επακριβώς το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια, που καταγνώστηκε με βάση την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Κατά συνέπεια ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων από την εναγόμενη αναιρεσίβλητη Τράπεζα υπαλλήλων της, αφού αυτές δεν τελούσαν σε γνώση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Δ.
Β., ούτε συνέδραμαν αυτόν εν γνώσει τους στην τέλεση των προαναφερομένων πράξεων σε βάρος των εναγόντων κατά την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων ανοιχτού λογαριασμού και εκχώρησης και συνεπώς δεν γεννάται αξίωση των εναγόντων για χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος της πρώτης εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο οι επιπλέον αιτιολογίες που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι παράλληλα, επικαλούμενοι και την ύπαρξη αντιφάσεων στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτουν στην αίτησή τους σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή δεν προσδιορίζουν που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενώ ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, διότι ανάγονται στην εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ελλείψεις δε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια όπως στην προκείμενη περίπτωση δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα ανεπαρκή αιτιολογία.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ.566 παρ.2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα > στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός;
για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε)να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006), δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "η ύπαρξη του πληρεξουσίου και η, με βάση αυτό, κατάρτιση των συμβάσεων και στο όνομα των εναγόντων προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι αντίγραφο του πληρεξούσιου αυτού κατείχε η εναγομένη τράπεζα και το απέστειλε στους ενάγοντες, όταν οχλήθηκε από αυτόν τον Μάρτιο του 2011.
Ούτε, άλλωστε, από την παράλειψη αναφοράς στις επίμαχες συμβάσεις του παραπάνω πληρεξουσίου προκύπτει ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι της συμβαλλόμενης τράπεζας βεβαίωναν ψευδώς περί εμφάνισης και υπογραφής των συμβάσεων από τους ενάγοντες, αφού, όπως προαναφέρθηκε το πληρεξούσιο υπήρχε κατά την κατάρτιση των συμβάσεων, απλά δεν αναφέρθηκε στις συμβάσεις, γεγονός το οποίο συνηθίζεται στις τραπεζικές συναλλαγές, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης", υποστηρίζουν ότι με αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως το αρθρ. 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του υπ' αριθμ .../17-8-2004 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου … Ε.
Β., δεχόμενο ότι περιέχει εντολή για σύνταξη δανειακής σύμβασης ενώ δεν περιέχει, αφού με απλή ανάγνωση του περιεχομένου του ειδικού πληρεξουσίου, ήτοι "διορίζουν πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο τους τον Δ. Β., προς το οποίο παρέχουν την εντολή και το δικαίωμα να αντιπροσωπεύσει αυτούς στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα ….) και να παραλάβει επιταγή ποσού 238.300 ευρώ που εκδόθηκε στο όνομα των εντολέων και του εντολοδόχου και να εισπράξει το πιο πάνω ποσό της επιταγής, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο, όπως απόδειξη, εξόφληση κλπ", κατά ορισμένο και σαφέστατο τρόπο, αβίαστα προκύπτει ότι η εν λόγω εντολή αφορά μόνο την είσπραξη της επιταγής που προέρχεται από δανειακή σύμβαση μεταξύ του εντολέως και του εντολοδόχου, στάδιο ήτοι μεταγενέστερο της υπογραφής της δανειακής σύμβασης, και έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω (πλαστού) ειδικού πληρεξουσίου, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, δυνάμει του εν λόγω ειδικού πληρεξουσίου, ο Δ.
Β. είχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει στην κατάρτιση και υπογραφή οιασδήποτε δανειακής σύμβασης, πολλώ μάλλον των συμβάσεων εκχωρήσεως. Ο σχετικός όμως λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν μνημονεύονται σε αυτόν τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει ότι τούτο είχε και άλλο περιεχόμενο, πέραν εκείνου, που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το οποίο, παρατιθέμενο ολόκληρο στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφαση και προσκομιζόμενα, μετ'επικλήσεως, σε αυτό αποδεικτικά μέσα των διαδίκων μερών, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στο συγκεκριμένο έγγραφο.
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένως παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία η εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 509/2002, ΑΠ 934/2008).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το αρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν άφορα ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανωτέρα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001, 130/2004, 1858/2005).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραβίασε πλαγίως το δεδικασμένο, που παράγεται από τη νομίμως προσκομισθείσα υπ'αριθμ.44/2012 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ως προς τα προδικαστικά της ζητήματα, αφού αφορά τους υπό την ίδια δικονομική θέση ίδιους διαδίκους, καθόσον "η πληττόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι: "η ύπαρξη του πληρεξουσίου και η με βάση αυτό, κατάρτιση των συμβάσεων και στο όνομα των εναγόντων, προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι αντίγραφο του πληρεξουσίου αυτού κατείχε η εναγόμενη Τράπεζα και το απέστειλε στους ενάγοντες, όταν οχλήθηκαν από αυτόν τον Μάρτιο του 2011...", παρόλα αυτά, δεν κάνει κανένα λόγο για την παράλληλη ύπαρξη και αποστολή και των τιμολογίων αγοράς, από τα οποία το Π.Πρ.Πρέβεζας συμπέρανε με ισχύ δεδικασμένου την πασιφανή πλαστογραφία, που δεν αποτελεί παρόλα αυτά για την Τράπεζα και τους προστηθέντες αυτής, αθροιζόμενη, στοιχείο του δόλου τους".
Ο λόγος όμως αυτός, στον οποίο δεν μνημονεύονται τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη στοιχεία είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11, περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο τής απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ'ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι ουδόλως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο Ιωαννίνων για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, με επίκληση, από τους ίδιους έγγραφα και συγκεκριμένα την υπ'αριθμ. .../18-8-2004 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, μετά του υπ'αριθμ…./18-8-2004 πρόσθετου συμφώνου και της από 18-8-2004 πρόσθετης πράξης, την από 18-8-2004 σύμβαση εκχωρήσεως λόγω ενεχύρου και το υπ'αριθμ…./2-3-2004 πλαστογραφημένο τιμολόγιο αγοράς του λεωφορείου ως και την υπ'αριθμ.44/201 2 αμετάκλητη απόφαση του Π.Πρ.Πρέβεζας.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία και αν δεν μνημονεύονται ρητά, λαμβάνονται όλα υπόψη", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά των άνω εγγράφων, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων των διατάξεων περί αδικοπραξίας στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τα προαναφερόμενα έγγραφα, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις των αναιρεσειόντων κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.
…/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13/10/2015 αίτηση των Β. και Κ. Π. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 185/2015 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ