Legislator Case Law & Legislation
1312/2017 AI generated

1312/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1312/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1312/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, με το άρθ. 29§1 του ως άνω ν. 3018/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33§9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ).

Keywords

AI generated
sick pay insurance benefits hospital stay co-payment rules on cover health insurance premium subsidies nursing care supplement suspension of benefit entitlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1312 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Tου αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι καθών οι κλήση: 1)Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικός διάδοχος του Κλάδου Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών-"ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", αρ.17 παρ.2 και 29 του ν.3918/2011, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις, και 2)Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Μ. Β. - Ν. του Γ., κατοίκου ..., 3)Ε.-Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4)α.Ε. Λ. του Β. και β.Χ. Λ. χήρας Β., το γένος Σ. Π., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Β. Λ., κατοίκων ..., 5)Μ. Β. του Χ., κατοίκου ... και 6)Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημητρίου - Ελευθέριο Τάγαρη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων - καλούντων και αναιρεσίβλητων μη μετεχόντων στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1747/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4390/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 12-1-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 438/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε το χωρισμό της δίκης ως προς τους καλούντες και λοιπούς αναιρεσιβλήτους που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς και απέρριψε ως προς τους λοιπούς.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 702/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε το χωρισμό της δίκης ως προς τους καλούντες και κήρυξε απαράδεκτη ως προς αυτούς. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 6-1-2016 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Παπασταματίου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 και 2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011, όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθρα 72§2 ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011, 10§1 και 13§1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α" 41/1.3.2012) συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του 6 μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου, στον Οργανισμό δε αυτόν (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αναιρεσείοντος) με τις μονάδες υγείας, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του IΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κλπ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 23§1 Β α και β του ως άνω νόμου, τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κλπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του ως άνω νόμου, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ1 άρθ. 26§9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72§21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011), οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κλπ.

μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ κλπ. Σε εκτέλεση και κατ1 εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ.80000/ΟΙΚ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/2011) από 1-12-2011 μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία κλπ., που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθ. 3§3 ΠΔ 266/1989 (όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του ΠΔ 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.

Τέλος, με το άρθ. 29§1 του ως άνω ν. 3018/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33§9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ).

Στην προκείμενη περίπτωση, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 12.1.2011 αίτηση αναίρεσης (αρ. κατ. .../8-2-2011) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά της απόφασης 4390/2018 του Εφετείου Αθηνών, με την από 6.1.2016 κλήση των 4ου, 132ης, 154ης, 185ου και 195ου των αναιρεσιβλήτων και των κληρονόμων του 160ου, ως προς τους οποίους είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση με την απόφαση 702/2015 του Δικαστηρίου τούτου.

Σύμφωνα δε με όσα προαναφέρθηκαν, η κλήση απευθύνεται πλέον, νόμιμα, στα ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΟΠΥΥ και "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" που είναι οι καθολικοί διάδοχοι του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. IΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ' αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος , το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.

Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.

Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους νόμιμα κλητευθέντες, ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρο 576§3 εδ.

β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθ.62 ν. 4139/2013 βλ ΑΠ 969/2014). Εξάλλου, κατ' άρθ.94§1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα δε με το άρθ. 104 εδ. α ΚΠολΔ ,για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 96§§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 98) η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται ότι κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 722/2013), η οποία χορηγήθηκε σύμφωνα με τον τύπο που ορίζει ο νόμος και την έλλειψη της οποίας εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης ( άρθρο104 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το άρθ.665§2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο15§6 ν.4055/2012 κα είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 65§2 ν.4139/2013), το οποίο όριζε ότι στις εργατικές διαφορές "Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή" καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθ. 591-681Δ, Ειδικές Διαδικασίες) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645, όπου δεν περιλαμβάνεται παρόμοια ρύθμιση.

Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω άρθρου 1 ν.4335/2015 (μεταβατικές και άλλες διατάξεις) ορίζει στην παρ.2 ότι "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές" και στην παρ.4 ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".

Τέλος, με την διάταξη του άρθ.12 ΕισΝΚΠολΔ (που ορίζει ότι "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο") σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 24§1 εδ.

α' του αυτού ΕισΝΚΠολΔ καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή, κατά την οποία οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειάς τους. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον και στις εργατικές διαφορές μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθ.665§2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016 (ΑΠ 115/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την απόφαση 438/2014 του Δικαστηρίου τούτου, διατάχθηκε ο χωρισμός της δίκης και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναφερόμενους σ' αυτήν δεκαοκτώ αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν παρέστησαν αυτοπροσώπως, επειδή δεν αποδείχθηκε η από μέρους τους παροχή πληρεξουσιότητας προς τον παραστάντα για λογαριασμό τους δικηγόρο.

Ακολούθως, με την προαναφερόμενη 702/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως ήδη σημειώθηκε, διατάχθηκε και πάλι ο χωρισμός της δίκης και κηρύχθηκε για τον ίδιο ως άνω λόγο απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εδώ καλούντες-αναιρεσιβλήτους. Ενόψει τούτων, η παρούσα δίκη νόμιμα επαναλαμβάνεται, κατ' αρχήν, ως προς τους 4°,154η και 185η των αναιρεσιβλήτων (1ο, 3η και 5η των καλούντων ), οι οποίοι παραδεκτά επισπεύδουν με την παραπάνω κλήση τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθόσον, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η παροχή από μέρους τους σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον πιο πάνω δικηγόρο τους (βλ.

τα ..., ... και .../2017 ειδικά πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ.) και με επιμέλεια των οποίων ακριβές αντίγραφο της κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΟΠΥΥ, όσο και στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", που είναι οι καθολικοί διάδοχοι του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη στην αρχή της πρώτης παραγράφου (βλ.

τις εκθέσεις επίδοσης ... και .../8.3.2017 της δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Λ.). Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς καλούντες (132η και 195°των αναιρεσιβλήτων και των κληρονόμων του 160ου) δεν αποδεικνύεται η παροχή εκ μέρους τους πληρεξουσιότητας προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης και την εκπροσώπησή τους από αυτόν και έτσι η κλήση ως προς τους διαδίκους αυτούς είναι άκυρη.

Επομένως, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να κηρυχθεί η συζήτηση ως προς αυτούς και πάλι απαράδεκτη, να προχωρήσει δε κανονικά ως προς τους παρισταμένους και νομίμως εκπροσωπούμενους διαδίκους.

III. Η διάταξη του αρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει κατά τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη και αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από το άρθρο 1, 2, 6, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1, 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία (Ολ.

ΑΠ 28/1992, 14/2004).Περαιτέρω ,κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν.1347/1983 "ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ" η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου νόμου "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας.

Με το όρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη, στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η Ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής, ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας, ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν.2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι μεταξύ των άλλων, α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας κ.λ.π.

Κατά το άρθρο 3 του ΠΔ 266/1989 "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΙΚΑ" οι Περιφερειακές Υπηρεσίες διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 14). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας κ.λ.π. (παρ.3).

Κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ/τος 1. Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού.

Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων όπου αυτό απαιτείται. 2. Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας.

Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3. Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται.

Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. Περαιτέρω, η με το Ι.Κ.Α. σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενόμενη με το άρθρο 18 του ν.2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του Ι.Κ.Α.

που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το Ι.Κ.Α. (Α.Ε.Δ. 5/2000). Επακολούθησε ο ν.3232/της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' όρισε ότι: "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α'), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του I.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το Ι.Κ.Α., αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός, ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (Ολ.

ΑΠ 21,22/2007). Περαιτέρω με το άρθρο 8 παρ.7 του ν.2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" χορηγήθηκε νοσοκομειακό επίδομα για το προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) με τα οριζόμενα σ' αυτό ποσά για κατηγορίες προσωπικού.

Με την με αριθμό 2052670/5630/0022/1998 (ΦΕΚ Β 944/2-9-98) Κ.Υ.Α των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν.2470/1997, αποφασίσθηκε η επέκταση, στο σύνολο του, του ν.2470/1997 στους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α.

που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον ν. 1505/84 και ν.1810/88 και στους με σύμβαση γιατρούς (ν.1476/84, ν.1579/85, ν.1057/80 και ν.δ. 1204/72) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον ν.2150/1993. Με το άρθρο 25 του ν.2716/1999 το ανωτέρω νοσοκομειακό επίδομα επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγείας.

Κατά την παράγραφο 10 του άρθρου 7 ν.2470/1997, το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθολογική κατάσταση.

Με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ-ΟΤΑ ΕΛΛΑΣ κλπ", αφού καταργήθηκε με το άρθρο 28 αυτού το άρθρο 8 του ν.2470/1997, χορηγήθηκε επίδομα νοσοκομειακό και τροφής στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας και από 1-1-2007 στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου καθώς και στους μόνιμους αγροτικούς ιατρούς, με τα αναφερόμενα για κάθε κατηγορία προσωπικού ποσά. Με την παράγραφο Β1 επαναλήφθηκε ότι το επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του, για τη συνδρομή δε των προϋποθέσεων αυτών εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Με την με αριθμό 2/4302/22/28.1/29-2-04 (ΦΕΚ Β 200/04) ΚΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν.3205/2003 αποφασίσθηκε η επέκταση από 1-1-2004 των διατάξεων του Α' μέρους του ν. 3205/2003 στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν.1476/84, Ν.1579/85) με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν.1057/80) καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/72, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον ν.2150/1993.

Τέλος, με τον ν.3235/2004 που ισχύει από 18-2-2004 (ΦΕΚ Α 53/18-2-2004) θεσμοθετήθηκε ενιαία ρύθμιση παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας. Έτσι κατά το άρθρο 1. Σκοπός έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής ίου ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.

Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5.

Το σύστημα παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας αποσκοπεί στην ικανοποίηση των παρακάτω αρχών: α. της ισότητας στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας για όλους τους κατοίκους της χώρας, β. της ισότητας στην φροντίδα, που επιτρέπει τη διαχείριση οξέων και χρόνιων προβλημάτων υγείας από τον ίδιο ιατρό ή ομάδα ιατρών στη διάρκεια του χρόνου, γ.

της ολοκληρωμένης φροντίδας, δηλαδή της διαχείρισης των πιο συχνών νοσημάτων και προβλημάτων υγείας, καθώς και των πιο σημαντικών παραγόντων κινδύνου της υγείας, στο ιδιαίτερο περιβάλλον του ενδιαφερομένου, δ. του προσανατολισμού του συστήματος στο άτομο και στην οικογένεια του, μέσω μιας συντονισμένης και ελεγχόμενης παροχής φροντίδων, ε.

της διαχείρισης ιατροασφαλιστικών δεδομένων και πληροφοριών, με τρόπο που εξασφαλίζει την άμεση διαθεσιμότητα των πληροφοριών σε όλα τα σημεία του συστήματος υγείας, αλλά και την εμπιστευτικότητα τους, στ. της διαφύλαξης του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής οικογενειακού και προσωπικού ιατρού στο πλαίσιο του προγραμματισμού πρόσβασης στο σύστημα υγείας.

Κατά το άρθρο 2. Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Υγείας. 1. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του ΕΣΥ, δ.

τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε. από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του ΕΣΥ. 2. Τα Κέντρα Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτεύονται και ελέγχονται από το Υπουργείο Υγείας και πρόνοιας δια μέσου των αρμοδίων ΠΕ.ΣΥ.Π ως και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους και της ποιότητας τους, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τη διαδικασία της πιστοποίησης των άρθρων 12 έως 14 του παρόντος νόμου και, μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παρ. 3 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, οφείλουν να προσαρμοστούν στους όρους, προϋποθέσεις και λοιπές ρυθμίσεις της απόφασης αυτής.

Η πιο πάνω εποπτεία ασκείται και τις μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ... 4) Για την άσκηση της εποπτείας και του ελέγχου, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος, ιδρύεται σε κάθε ΠΕΣΥΠ Γραφείο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που υπάγεται στον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή και στελεχώνεται... 5) Στις αρμοδιότητες του Γραφείου αυτού ανήκει:

α. Ο σχεδιασμός και ο συντονισμός της Παροχής Πρωτοβάθμιας Υγείας στην περιοχή ευθύνης των ΠΕΣΥΠ. Ο έλεγχος της τήρησης του περιεχομένου και των προδιαγραφών λειτουργίας των κέντρων Υγείας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικό περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 20/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα ακόλουθα: Οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) και ήδη αναιρεσίβλητοι, υπηρετούν ως ιατροί υπάλληλοι, με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχολήσεως, σε υγειονομικής σχηματισμούς του εκκαλούντος ν.π.δ.δ.

ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ. Συγκεκριμένα, υπηρετούν (και ακολουθεί η ειδικότητα του καθενός εκ των εναγόντων ως ιατρών, ο χρόνος πρόσληψής τους και η παροχή της υπηρεσίας τους σε Νομαρχιακές Μονάδες και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ). Παρέχουν στους ασφαλισμένους του εκκαλούντος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές).

Ειδικότερα: (ακολουθεί ανάλογα με την ειδικότητα των εναγόντων η παροχή των υπηρεσιών τους π.χ. του δερματολόγου, ενδοκρινολόγου αλλεργιολόγου, ουρολόγου κ.λ.π.). Οι συνθήκες αυτές εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας, ως άνω, των ιατρών των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως.

Υπό τα δεδομένα αυτά και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δικαιούνται το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και, από 18-2-2004 ευθέως από τον νόμο, που το εκκαλούν αμφισβητεί. Έτσι, ενόψει του σχετικού εκκληθέντος κεφαλαίου και του αγωγικού αιτήματος:

Ο καθένας από τους εφεσίβλητους δικαιούται στο χρονικό διάστημα από 15-10-2001 μέχρι 31-1-2007 12748,08 ευρώ (ακολουθεί ανάλυση πως προκύπτει το ποσό αυτό). Ακολούθως επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση εκτός από τη διάταξη αυτής για το έντοκο ποσό 898,72 ευρώ, κατά την οποία την εξαφάνισε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στη μείζονα σκέψη της έκρινε, ότι το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 δικαιούνται οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας/Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής και των Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας/Κέντρων Υγείας του Ι.Κ.Α., ευθέως από το άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004 από 18-2-2004 μέχρι 31-1-2007.Στην προκείμενη δίκη, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον το νοσοκομειακό επίδομα των άρθρων 8 παρ. 7 του ν.2470/1997 και 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 χορηγείται μόνο στους γιατρούς που δουλεύουν σε νοσοκομεία, λόγω της ανθυγιεινότητας του χώρου εργασίας.

Όπως προεκτέθηκε, το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997, με το άρθρο 25 του ν.2716/1999 χορηγήθηκε και στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, που παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας Υγείας, όπως και οι Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ, που μετονομάστηκαν με το άρθρο 2 παρ. 1β του ν.3235/2004 σε Κέντρα Υγείας και συνεχίζεται να χορηγείται με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, και εφόσον η εργασία και οι συνθήκες εργασίας είναι ίδιες τόσο στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ όσο και στις ανωτέρω μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας του Ι.Κ.Α., που μετονομάστηκαν Κέντρα Υγείας ΙΚΑ, ορθά το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε στους ενάγοντες το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 15- 10-2001 μέχρι 17-2-2004.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/97.Ολ. ΑΠ 28/47). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ομοιότητας της παρεχόμενης από τους αναιρεσιβλήτους εργασίας τους ως ιατρών Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, με αυτή των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 του ν. 2716/1999, και στη συνέχεια με το άρθρο παρ. 5 του ν.3205/2003, απαραίτητη προϋπόθεση χορήγησης, του νοσοκομειακού επιδόματος στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας του Ε.Σ.Υ., όπου παρέχονται υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, όπως ακριβώς και στις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας του Ι.Κ.Α., είναι η παροχή των υπηρεσιών αυτών στους χώρους των Κέντρων Υγείας και μάλιστα με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των δικαιούχων του επιδόματος.

Κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, ως ιατροί του ΙΚΑ, συνδεόμενοι με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσέφεραν τις ιατρικές τους φροντίδες, ανάλογα με την ειδικότητα του καθενός, στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ μέσα στους χώρους των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ με πλήρες και αποκλειστικό ωράριο.

Επομένως, πληρούν αυτοί την ως άνω προϋπόθεση του άρθρου 8 παρ. 7 του ν.2470/1997 και στη συνέχεια του άρθρου 8 παρ.5 του ν.3205/2003 και το Εφετείο, που δέχθηκε με πλήρεις αιτιολογίες την ομοιότητα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας ως ιατρών σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ με αυτή των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ, δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ο εξεταζόμενος δε λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γ' αυτά (ΑΠ 1/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ομοιότητας της παρεχομένης εργασίας από τους αναιρεσιβλήτους ιατρούς πρωτοβαθμίων μονάδων υγείας του ΙΚΑ με αυτή την ιατρών στα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ χωρίς να στηριχθεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, την κρίση για την πιο πάνω ομοιότητα της παρεχομένης από τους αναιρεσιβλήτους εργασίας των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ με αυτή των Κέντρων Υγείας του ΕΣΥ, σχημάτισε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (έγγραφα).

VI. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας και άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 154/2004).

Κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 "Μισθολογικό λειτουργών υπαλλήλων Δημοσίου ΝΠΔΔ κλπ" χορηγείται επίδομα νοσοκομειακό και τροφής στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας.., ενώ κατά το άρθρο 2 παρ. 1 β του ν.3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από τις μονάδες Πρωτοβάθμιας Υγείας των Οργανισμών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΟΚΑ) που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από την έναρξη ισχύος (18-2-2004) της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1β ν.3236/2004, οι μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των ασφαλιστικών οργανισμών, ως Κέντρα Υγείας πλέον, πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003 ,δηλαδή τη χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας, αφού στον όρο Κέντρα Υγείας, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, περιλαμβάνονται και τα Κέντρα Υγείας των ΟΚΑ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1β του ν.3235/2004 και επεδίκασε το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3505/2003 στους αναιρεσίβλητους για το μετά τις 18-2-2004 χρονικό διάστημα, είναι αβάσιμος.

VII. Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ιδίου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενο τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ.8 και 10 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι για τον υπολογισμό του ύψους του επιδικασθέντος επιδόματος στους αναιρεσιβλήτους, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα των υπηρεσιών του. Ο λόγος αυτός αφορά αιτιάσεις που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

VIII. Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 του ν.3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ ΟΤΑ κλπ" Τα επιδόματα των παραγράφων 4, 5, 6, 7, 11, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους.

Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες... Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον έκτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του ν.3205/2003, χωρίς την ύπαρξη βεβαιώσεως του οικείου προϊσταμένου τους ότι συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις καταβολής του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.

Β1 του ν.3205/2003. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον η κατά την τελευταία αυτή διάταξη απαιτούμενη βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου των δικαιούχων του επιδίκου επιδόματος, δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζόμενου από τον οικείο εργοδότη (ΑΠ 933/2004).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 4ο 154η και 185η των αναιρεσιβλήτων (1ο, 3η και 5η των καλούντων), και να καταδικαστούν τα καθ'ων η κλήση στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων καλούντων-αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατ' άρθρο 21 παρ. 9 ν. 1902/1990 σε συνδ. με άρθρ. 22 παρ. 1 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους 132η και 195η των αναιρεσιβλήτων και τους κληρονόμους του 160ου (2η, 4α, 4β και 6ο των καλούντων) και κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 12-1-2011 αίτηση για αναίρεση της 4390/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς καλούντες- αναιρεσιβλήτους. Και

Καταδικάζει τα καθών η κλήση, με την ιδιότητα τους ως καθολικών διαδόχων του αναιρεσείοντος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πιο πάνω καλούντων-αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ