Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability judgment for misappropriation of premiums.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment against an insurance company. The lower court found the appellant liable for misappropriating insurance premiums while acting as the company's legal representative alongside another director. The court held that the Second Instance Court correctly applied civil law provisions regarding tort liability and unjust enrichment, finding no legal error in its reasoning or application of the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismissed the appeal because the lower court correctly established the legal representative's joint liability for misappropriating premiums and applied tort liability rules without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1312/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ε. Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Δ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Καζιάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Κρίκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-7-2007 και 20-12-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7869/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2953/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 23-9-2014 αίτησή του και με τους από 2-2-2015 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ε. Κλαδογένης ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 23-4-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτά και εμπροθέσμως ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 2-2-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ: "1.Η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)ορισμένο αίτημα. 2.
Στην αγωγή αναφέρεται α)προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων, ή χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου και β)....". Περαιτέρω, από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία και απαραίτητα στοιχεία του σχετικού δικογράφου της αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη, είναι α’ ) η ζημία του παθόντος, β’ ) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, γ’ ) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος και δ’ ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνον σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π.533/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία γενικών ασφαλίσεων εκθέτει στην ερευνωμένη αγωγή της, ότι με την εταιρία μεσιτείας ασφαλίσεων, η οποία φέρει την επωνυμία "...", συνήψε με το από 26 Μαρτίου 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως (Ν.1569/1985), δυνάμει της οποίας η εταιρία "......" ανέλαβε ως ασφαλιστικός πράκτορας της ενάγουσας την υποχρέωση να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές εργασίες για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων και να διεκπεραιώνει αυτές μετά από την τελική αποδοχή τους τόσο από τους ασφαλιζομένους, όσο και από την ενάγουσα.
Παρεσχέθηκε δε με την σύμβαση στην εν λόγω εταιρία από την ενάγουσα το δικαίωμα να εκδίδει συμβόλαια και πρόσθετες πράξεις του κλάδου αυτοκινήτων και να εισπράττει τα ασφάλιστρα. Κατά την σύμβαση, τα εισπραττόμενα από την ασφαλιστική πράκτορα ασφάλιστρα εθεωρούντο ότι παρέμεναν σε αυτήν ως παρακαταθήκη, ότι η ίδια ήταν θεματοφύλακας αυτών και, αναλόγως του κινδύνου τον οποίο κάλυπτε κάθε σύμβαση ασφαλίσεως, όφειλε να αποδώσει τα ασφάλιστρα στην ενάγουσα εντός τεσσάρων ή πέντε μηνών από της εκδόσεως του ασφαλιστηρίου, αφού παρακρατούσε την συμφωνημένη προμήθεια και την διαφορά από ακυρωθέντα συμβόλαια.
Με σχετικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με την επωνυμία "......", οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε), ο πρώτος εναγόμενος (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) ήτο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος εκείνης, πέραν δε των πολλών αρμοδιοτήτων του, την εκπροσωπούσε δικαστικώς και εξωδίκως, είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε πληρωμές οιονδήποτε ποσών και να εκδίδει ή να οπισθογραφεί τραπεζικές επιταγές.
Ο δε δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος ήτο μέλος του Δ.Σ. της ιδίας εταιρίας, είχε με απόφαση του Δ.Σ. δημοσιευθείσα ομοίως στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) ορισθεί αναπληρωτής του πρώτου εναγομένου, έχων τα ίδια δικαιώματα με αυτόν. Αμφότεροι οι εναγόμενοι, ενεργήσαντες υπό τις εν λόγω ιδιότητές τους και στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2006 έως 5-9-2006, εισέπραξαν από τους προσδιοριζόμενους ασφαλισμένους τα λεπτομερώς καθοριζόμενα ποσά ασφαλίστρων, τα οποία συνολικώς ανέρχονται σε 500.257,96 ευρώ.
Από το ποσό αυτό, αφού αφαιρεθεί η προμήθεια από 95.506,16 ευρώ την οποία εδικαιούτο η εταιρία με την επωνυμία "......", απομένει υπόλοιπο 404.751,80 ευρώ, το οποίο οι εναγόμενοι όφειλαν να αποδώσουν στην ενάγουσα. Παρά ταύτα όμως, αμφότεροι υπεξαίρεσαν το ως άνω ποσό, ήτοι το παρακράτησαν και το ιδιοποιήθηκαν παρανόμως.
Ισχυριζόμενη δε περαιτέρω η ενάγουσα, ότι από την αδικοπραξία των εναγομένων προσεβλήθη η εικόνα και η φήμη της, επειδή αντιμετωπίζει δυσχέρειες στην έγκαιρη ικανοποίηση των απαιτήσεων για τις προκύπτουσες στους ασφαλισμένους της ζημίες, ζητεί εν τέλει α)να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν σ’ εκείνη νομιμοτόκως και αλληλεγγύως ως αποζημίωση 404.751,80 ευρώ, β)να αναγνωρισθεί, ότι αμφότεροι οφείλουν να καταβάλουν αλληλεγγύους και νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη, 500.000 ευρώ και γ)να απαγγελθεί εις βάρος εναγομένων προσωπική κράτηση, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα αναφερόμενα στην αρχή απαραίτητα στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά και τον αναιρεσείοντα και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κατά το ίδιο μέρος απορριφθεί η αγωγή και ερεύνησε αυτήν και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων, κατ’ εκτίμηση, από το άρθρο αυτό τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών" και κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου : "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ άλλου, κατά την σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τα οποία το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τα οποία τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε κατά την οποία η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο.
Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικώς από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ. 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους. (Α.Π.427/2013)".
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει, ότι το νομικό πρόσωπο δεσμεύεται από δικαιοπραξία που συνάπτει είτε το όργανο που το διοικεί, μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού, είτε φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Ειδικότερα, ως προς τις ανώνυμες εταιρείες, από τις διατάξεις των άρθ. 18 §§ 1 και 2 και 22 §§ 1 και 3 του Κ.Ν. 2190/1920 (αντίστοιχες με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ), προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρεία, που αποτελεί νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί συλλογικώς και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά την διοίκηση της εταιρείας, την διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της (εκτός από εκείνες τις πράξεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως).
Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να ανατεθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε ένα ή περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ή στους διευθυντές της ή σε τρίτους με απόφαση του Δ.Σ., εφόσον, βέβαια, το επιτρέπει το καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκατάστατα του Δ..Σ., και ενεργούν ως όργανα εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, εκφράζοντα πρωτογενώς την βούλησή του, και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό.
Η υποκατάσταση αυτή του Δ.Σ. από μέλος του ή από τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητος και της εντολής (άρθ. 216 επ. και 713 επ. ΑΚ), καθόσον ο πληρεξούσιος και ο αντιπρόσωπος δεν αποτελούν όργανα εκφράζοντα την βούληση του νομικού προσώπου, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποί του πράξεις που αποφασίσθηκαν από το Δ.Σ.
ή υποκατάστατα αυτού όργανα. Σε κάθε περίπτωση η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των ως άνω οργάνων δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικώς, αλλά αρκεί να προκύπτει από αυτήν βούληση του Δ.Σ. ή των προαναφερομένων οργάνων, ώστε να εκπροσωπηθεί γενικώς η εταιρεία και δη κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας από άλλο πρόσωπο (Α.Π.603/2013, Α.Π.148/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 26-3-2001 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και της εταιρίας "...", που είναι εταιρία μεσιτείας ασφαλίσεων και εναγομένη στην πρώτη των ως άνω αγωγών, έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, μεταξύ άλλων, να προβαίνει έναντι προμήθειας, σύμφωνα με συνημμένο στη σύμβαση πίνακα, σε όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης και να την ολοκληρώνει μετά την τελική αποδοχή τόσο από τους ασφαλιζόμενους όσο και από την ενάγουσα.
Η σχέση των συμβαλλομένων θα καθοριζόταν με έγγραφες οδηγίες από την ενάγουσα, ενώ η είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ενάγουσας από τις συμβάσεις ασφαλίσεων θα πραγματοποιείτο από την εταιρία ..., η οποία θα ενεργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας και θα ευθυνόταν έναντι της ενάγουσας ως θεματοφύλακας, καθ’ όσον τα ασφάλιστρα θα ανήκαν στην ενάγουσα και θεωρούντο ως παρακαταθήκη κατά το χρόνο που ευρίσκοντο στην κατοχή της εναγομένης εταιρίας, ήταν δε υποχρεωμένη να της τα αποδώσει, αφού παρακρατήσει την αναλογούσα προμήθεια-αμοιβή της.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η εταιρία ... έπρεπε να αποδίδει τα ασφάλιστρα σε μετρητά ή επιταγή ημέρας το αργότερο το πρώτο πενθήμερο του πέμπτου μήνα από το μήνα έκδοσης του ασφαλιστηρίου ή προσθέτων πράξεων, ...... Η σύμβαση λειτούργησε τα πρώτα έτη ομαλά, όμως, από το Σεπτέμβριο 2005 η εταιρία ... καθυστερούσε την απόδοση των εισπραχθέντων για την ενάγουσα ασφαλίστρων από τους ασφαλισμένους για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που αναφέρονται στην αγωγή με βάση την άνω σύμβαση και σε κάθε περίπτωση ως εντολοδόχος της ενάγουσας, το ύψος δε των ληξιπρόθεσμων χρεών μέχρι το Σεπτέμβριο 2006 ανήλθε, αφαιρούμενης της αναλογούσας στην εναγομένη εταιρία προμήθειας, στο συνολικό ποσό των 404.751,80 ευρώ, που δεν απέδιδε στην ενάγουσα παρά τις σχετικές προφορικές και έγγραφες οχλήσεις από την τελευταία.
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των δύο εταιριών νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας ... ήταν κατ’ αρχήν ο πρώτος εναγόμενος Μ. Λ.. Σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...2001 πρακτικό Δ.Σ. της οφειλέτριας εταιρίας (Φ.Ε.Κ. 7247/13.8.2001), σε αυτόν, που ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, είχαν ανατεθεί όλες οι εξουσίες του διοικητικού συμβουλίου και η εκπροσώπηση δικαστικά ή εξώδικα της εταιρίας.
Αλλά και στον εφεσίβλητο Δ. Ε., μέτοχο της εταιρίας και μέλος του Δ.Σ., είχε ανατεθεί η αναπλήρωση του Μ.Λ. σε όλες τις εξουσίες καθώς και η από κοινού με τον νόμιμο εκπρόσωπο έκδοση ή οπισθογράφηση επιταγών. Επίσης, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...6.6.2006 πρακτικό του Δ.Σ. της εταιρίας (Φ.Ε.Κ. 8985/17.8.2006) ο Μ.Λ. ορίσθηκε εκ νέου για μία πενταετία πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος με άσκηση των ίδιων εξουσιών και στον εναγόμενο Δ.Ε., μέλος του Δ.Σ., ανατέθηκε η ίδια εξουσία αναπλήρωσης του και υπογραφής επιταγών.
Καθ’ όλο το διάστημα ισχύος της σύμβασης, που καταγγέλθηκε από την εταιρία ... στις 25.4.2006, ο εναγόμενος Δ. Ε. ενεργούσε, στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, διευθύνοντας από κοινού με τον Μ. Λουρίδα την εταιρία. Ερχόταν σε επαφή με την ιδιότητα του αυτή με τους εκπροσώπους της ενάγουσας, αλληλογραφούσε και συνομιλούσε μαζί τους, ρυθμίζοντας τα κρίσιμα θέματα συνεργασίας τους ως εκπρόσωπος της εταιρίας ...
καθ’ όλο το διάστημα της συνεργασίας αλλά και ειδικότερα για το θέμα της καθυστέρησης απόδοσης των εισπραχθέντων από την ... ασφαλίστρων εκπροσωπώντας την εταιρία. Επίσης, ερχόταν σε επαφή και με τους λοιπούς συνεργάτες της εταιρίας του με την ιδιότητά του αυτή, όπως συνέβη και τον Ιούνιο 2004, όταν απέστειλε στο δίκτυο των συνεργατών της εταιρίας του εγκύκλιο σχετικά με τον τρόπο απόδοσης των εισπραχθέντων ασφαλίστρων στην ενάγουσα εταιρία.
Οι επιστολές της ενάγουσας προς την εταιρία ... απευθύνονταν σε αμφότερους τους εναγομένους ως εκπροσώπους της εταιρίας, εφόσον οι συνομιλίες για τα κρίσιμα θέματα της συνεργασίας τους γίνονταν και με τους δύο, όπως έγινε και με τις επιστολές της ενάγουσας σχετικά με το δημιουργηθέν χρέος της εταιρίας....Η ενισχυμένη θέση του στη διοίκηση της εταιρίας οφειλόταν και στις ειδικές γνώσεις που διέθετε σε σχέση με το αντικείμενο δραστηριότητας της ..., εφόσον και ο ίδιος διατηρούσε ατομική ασφαλιστική επιχείρηση στα γραφεία της εναγομένης εταιρίας, που εισέφερε στην ...
παραγωγή ασφαλίστρων κατά 25%..... Εξάλλου, μετά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε από την μη απόδοση ασφαλίστρων στην ενάγουσα, η τελευταία απευθύνθηκε εγγράφως στους ασφαλισμένους για να συγκεντρώσει τα απαραίτητα στοιχεία, ώστε να διαπιστωθεί το ύψος των οφειλομένων, με βάση τα στοιχεία των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, οι ασφαλισμένοι δε, της απάντησαν εγγράφως ότι έχουν εξοφλήσει τα ασφάλιστρα στην εταιρία ..., πολλοί δε εξ αυτών, με επιστολές τους και με υπεύθυνες δηλώσεις που προσκομίζονται (και που δεν συνετάγησαν για τη συγκεκριμένη δίκη), βεβαιώνουν ότι κατέβαλαν τα ασφάλιστρα στον Δ.Ε.
κατά το επίδικο διάστημα.
Συνεπώς, αποτελούσε διοικούν την εταιρία όργανο μαζί με τον Μ.Λ., με τον οποίο ελάμβαναν από κοινού αποφάσεις για την πορεία της, χαρακτηριστικό δε της θέσης του ήταν και ότι, όταν η εταιρία τέθηκε σε εκκαθάριση το Νοέμβριο 2006, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπρόσωποι ορίστηκαν εκκαθαριστές. Αν είχε μόνο συμβουλευτική συμμετοχή στην εταιρία, όπως ισχυρίζεται, δεν υπήρχε λόγος να του δοθεί απεριόριστο δικαίωμα έκδοσης και υπογραφής επιταγών για λογαριασμό της εταιρίας.
Ως νόμιμος εκπρόσωπος, επομένως, της οφειλέτριας εταιρίας, ευθύνεται και προσωπικά για την υπαίτια μη απόδοση στην ενάγουσα των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, εις ολόκληρον με την εταιρία και τον Μ.Λ., τα οποία ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, συμμετείχε δε, σε κάθε περίπτωση, στην από τον τελευταίο ιδιοποίηση του άνω ποσού, με ισόποση ζημία της ενάγουσας ως μόνης δικαιούχου.
Ο εναγόμενος, μάλιστα, όπως και ο Μ.Λ., παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατηγορούμενοι για από κοινού παράβαση του άρθρου 375 Π.Κ....Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη. Με την αποστέρηση του πιο πάνω ποσού κλονίστηκε η οικονομική σταθερότητα της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη η φήμη της στην ασφαλιστική αγορά.
Επίσης, κατά τον έλεγχο από τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες η ενάγουσα φαινόταν να βρίσκεται σε επισφάλεια καθώς η καθαρή οικονομική της θέση παρουσιαζόταν μειωμένη κατά το υπεξαιρεθέν ποσό. Ενόψει των ειδικών περιστάσεων της αδικοπραξίας που αποδείχθηκαν και ειδικότερα του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της έκτασης των συνεπειών αυτής, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το ποσό των 15.000 ευρώ...".
Ακολούθως δε το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν σχετική ένσταση μερικής καταβολής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και α)υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον με τον άλλο εναγόμενο και νομιμοτόκως ως αποζημίωση το ποσόν των 350.996,35 ευρώ, β)ανεγνώρισε, ότι ο ίδιος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση 15.000 ευρώ και γ)απήγγειλε εις βάρος του προσωπική κράτηση 10 μηνών.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 330, 914 Α.Κ. και 18 παρ.1, 2 και 22 παρ.1, 3 Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", δεν παραβίασε δε αυτές ούτε εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, αναφορικά με την από τον αναιρεσείοντα τέλεση της αδικοπραξίας (υπεξαιρέσεως) εις βάρος της αναιρεσίβλητης και την υποχρέωσή του προς αποζημίωσή της.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και χωρίς ενδοιαστικές αιτιολογίες δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι στον αναιρεσείοντα είχε ανατεθεί με απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας ... η αναπλήρωση του νομίμου εκπροσώπου αυτής Μ.Λ., σε όλες τις εξουσίες που είχαν ανατεθεί, στον τελευταίο με την ίδια ως άνω απόφαση, ότι ενεργώντας στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής αυτής εξουσίας, διηύθυνε από κοινού με τον Μ.Λ.
την εταιρεία, ερχόταν σε επαφή με τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, αλληλογραφώντας και συνομιλώντας μαζί τους, ρυθμίζοντας, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... και αυτός, καθ’ ολο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, όλα τα κρίσιμα θέματα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της καθυστέρησης απόδοσης στην αναιρεσίβλητη των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, ερχόμενος σε επαφή με τους συνεργάτες της εταιρείας του, εισπράττοντας και ο ίδιος ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους, αποτελώντας έτσι διοικούν την εταιρεία όργανο μαζί με τον Μ.Λ., με τον οποίο ελάμβαναν από κοινού αποφάσεις για την πορεία της.
Ρητά επίσης δέχεται το Εφετείο, ότι από κοινού, με τον Μ.Λ. ιδιοποιήθηκε παράνομα εισπραχθέντα από τους ασφαλισμένους ασφάλιστρα. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν δέχεται, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι σ’ αυτόν είχε ανατεθεί η αναπλήρωση του Μ.Λ. μόνον σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας αυτού, και ως εκ τούτου δεν υπάρχει αντίφαση ούτε έλλειψη αιτιολογίας ως προς το περιστατικό αυτό.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι, ως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση και τους από 2 Φεβρουαρίου 2015 πρόσθετους λόγους αυτής του Δ. (ή Δ.) Ε. για αναίρεση της υπ’ αριθ.2953/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Νοεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ