Legislator Case Law & Legislation
1312/2014 AI generated

1312/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1312/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατάθ. 53608/22-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32896/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 12-5-2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 77/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

1312/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Keywords

AI generated
fitness to drive hit-and-run offences against public transport traffic accident dismissal of traffic proceedings traffic offence
AI generated
2063/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
391/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1343/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
404/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
1789/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136-Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1312 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Χ. του Ε., 2. Μ. Χ. του Ε. κατοίκων ... και 3. Της Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. και Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.E. χήρα Β. F., κατοίκου ..., ατομικώς και υπό την ιδιότητά της ως ασκούσης, αποκλειστικώς την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, I. F. και S. F.. 2. S. F. και 3. N. F. συζ. S., κατοίκων ομοίως ως ανωτέρω, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατάθ. 53608/22-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32896/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 12-5-2010 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 77/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Εκδόθηκε η 1810/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 28-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου !93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1810/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (το οποίο δικάζοντας την υπόθεση ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθ. 77/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 100/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τον θανατοθέντα πεζό, συγγενή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένδικη αγωγή τους), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που με επίκληση προσκομίζονται, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της προηγηθείσης ποινικής προδικασίας και η 47/2008 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 περ γ' 448 παρ 2, 457 παρ 4 ΚΠολΔικ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔικ) αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Την 2.7.2007 και ώρα 12.15' ο πρώτος εναγόμενος, ηλικίας 20 ετών τότε, στρατιώτης, οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT 206, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στην επαρχιακή οδό Νεοχωρούδας-Πενταλόφου Ν.

Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς τον Πεντάλοφο. Στο αυτοκίνητο επέβαιναν και δύο φίλες του. Η επαρχιακή οδός είναι ευθεία, με μικρή κατηφορική κλίση από Νεοχωρούδα προς Πεντάλοφο, έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, και συνολικό πλάτος οδοστρώματος έξι (6) μέτρα. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία είναι συνεχόμενη προς την πλευρά του ρεύματος πορείας προς Νεοχωρούδα και διακεκομμένη προς την πλευρά του ρεύματος πορείας προς Πεντάλοφο.

Κατά το χρόνο του ατυχήματος υπήρχε φως ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή. Στο 1ο χιλιόμετρο της αναφερομένης οδού, που βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα, υπάρχει στάση των αστικών λεωφορείων του ΟΑΣΘ, από τη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας προς Νεοχωρούδα.

Απέναντι από τη στάση των λεωφορείων βρίσκεται το εργοστάσιο κατασκευής παπλωμάτων, με την επωνυμία "Φ. Α. ΑΕ", στο οποίο εργαζόταν ο B. F., Αλβανός υπήκοος, ηλικίας 31 ετών τότε. Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο ανωτέρω εξήλθε από το χώρο του εργοστασίου, διέσχισε καθέτως, το οδόστρωμα της επαρχιακής οδού και κατευθύνθηκε στη στάση των λεωφορείων, όπου, σε λίγα δευτερόλεπτα έφθασε το λεωφορείο, το οποίο σταμάτησε.

Ο B. F. αφού έδωσε στον αδελφό του, που επέβαινε στο λεωφορείο, έναν φορτιστή τηλεφώνου, όπως είχαν συνεννοηθεί τηλεφωνικά, εισήλθε και πάλι στο οδόστρωμα, από την οπίσθια πλευρά του λεωφορείου, την ώρα, που το λεωφορείο ξεκινούσε για να φύγει, δίχως προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι δύναται να το πράξει ακινδύνως και δίχως προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα πορείας προς Πεντάλοφο.

Στο σημείο εκείνο δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών. Όταν ο πεζός διέσχισε το πρώτο ρεύμα πορείας και εισήλθε στο δεύτερο ρεύμα πορείας κτυπήθηκε από το IX αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και σε απόσταση 1,80 μέτρων από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του. 0 οδηγός που δεν αντιλήφθηκε τον πεζό πριν το κτύπημα, λόγω και του όγκου του λεωφορείου, τροχοπέδησε μετά την πρόσκρουση στον πεζό και ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά.

Το IX αυτοκίνητο άφησε στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 22,90 μέτρων και σταμάτησε στο μέσον του οδοστρώματος, επάνω στη διαχωριστική γραμμή, καταλαμβάνοντας τμήμα και από τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, έχοντας μεταφέρει το σώμα του πεζού στο σημείο εκείνο, όπου βρέθηκε μεγάλη κηλίδα αίματος, εμβαδού 1 μέτρου.

Από την πρόσκρουση το IX αυτοκίνητο υπέστη παραμόρφωση των μεταλλικών επιφανειών του εμπρόσθιου τμήματος του και θραύση του ανεμοθώρακα. Από το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεως προκύπτει, ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ανερχόταν σε 42 χιλιόμετρα την ώρα χωρίς να υπολογίζεται η απορροφηθείσα, από τη σύγκρουση, ενέργεια (βλ το 2514/9/58 δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως Τ.Τ.

Χαλκηδόνας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δε, η ταχύτητα δεν υπερέβαινε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά το ατύχημα τραυματίσθηκε σοβαρά ο πεζός, ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκδορές, μικρά τραύματα αρ ημιθωρακίου, κάταγμα κνήμης ΔΕ, τραύμα ΔΣ αντιβραχίου. Μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ του ΓΝΘ "Παπαγεωργίου", όπου απεβίωσε την 5.7.2007 από τα τραύματα του ως μόνης ενεργού αιτίας.

Ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε, κατά πλειοψηφία ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με την 47/2008 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Δικαστήριο εκτιμώντας τα αναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κρίνει, ότι το ατύχημα προκλήθηκε κυρίως, κατά ποσοστό 70%, από την αμελή συμπεριφορά του πεζού, ο οποίος εισήλθε ανεξέλεγκτα στο οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, από τη πίσω πλευρά του λεωφορείου (άρθρο 38 παρ 4 ΚΟΚ), αλλά και από την αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν οδηγούσε ως ο μέσος συνετός οδηγός, υπό παρόμοιες συνθήκες, και ειδικότερα δεν μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και δεν κατέβαλε αυξημένη προσοχή, αν και είδε στη στάση το λεωφορείο, ενώ, εάν μείωνε την ταχύτητα του αυτοκινήτου και κατέβαλε περισσότερη προσοχή, θα ηδύνατο να αντιληφθεί τον πεζό έγκαιρα και να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό πριν το κτύπημα (παράβαση άρθρων 12 παρ 1, 19 παρ 1, 2, 39 παρ 4 ΚΟΚ)".

Το Εφετείο δικάζοντας μετ' αναίρεση με τις προαναφερθείσες συνθήκες με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, δεχόμενος τελικά κατά ένα μέρος την αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, κρίνοντας (το Εφετείο) τον θανατωθέντα πεζό συγγενή των αναιρεσιβλήτων εναγόντων συνυπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 70% και τον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό συνυπαίτιο κατά ποσοστό 30%, σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε κρίνει τον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό αποκλειστικά υπαίτιο του ίδιου τροχαίου ατυχήματος, εκ πλαγίου παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά όπως προαναφέρθηκαν δεν καλύπτουν χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ούτε με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η διαγνωσθείσα συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα: 1) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός δεν αντιλήφθηκε τον πεζό πριν το χτύπημα λόγω και του όγκου του λεωφορείου, και ενώ δέχεται ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος και στα δύο ρεύματα πορεία είναι 6 μ, δηλαδή 3 μ, για το κάθε ρεύμα πορείας, όπως και ότι ο θανατωθείς πεζός άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του λεωφορείου πίσω από αυτό όταν το τελευταίο ξεκίνησε για να φύγει, δεν διευκρινίζει ποιο ήταν το πλάτος του λεωφορείου και πόσο πλάτος από το ρεύμα πορείας του παρέμενε ελεύθερο, μέχρι το κέντρο του οδοστρώματος, για να κριθεί ενόψει και της παραδοχής της απόφασης ότι ο πεζός καλύπτονταν από τον όγκο του λεωφορείου, από ποια απόσταση ο οδηγός αντιλήφθηκε τον πεζό να διασχίζει το οδόστρωμα, σε συνδυασμό και με την παραδοχή ότι το σημείο παράσυρσης τοποθετείται σε απόσταση 1,80 μ.

από το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, ώστε τελικά με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές ο πεζός εμφανίζεται να έχει διανύσει συγκεκριμένα μέχρι την παράσυρσή του επί του οδοστρώματος 1,20 μ. στο ρεύμα πορείας του Ι.Χ. αυτοκινήτου, και άγνωστη μη προσδιοριζόμενη απόσταση με συνθήκες ορατότητας για τον πρώτο αναιρεσείοντα στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου, 2) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος ανερχόταν σε 42 χιλ.

την ώρα και δεν υπερέβαινε το ανώτερο όριο της επιτρεπόμενης ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων, όπως και ότι ο πεζός που παρασύρθηκε ξεκίνησε να διασχίσει το οδόστρωμα όταν το λεωφορείο ξεκίνησε για να φύγει, δεν διευκρινίζει το Εφετείο σε ποιο όριο έπρεπε να μειώσει την ταχύτητά του το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος, για να μπορέσει αποτελεσματικά να αποφύγει τον πεζό, αλλά και να τον αντιληφθεί έγκαιρα, όταν εμφανίσθηκε στον ορίζοντα του οπτικού του πεδίου, στον οποίο κατά τις προαναφερθείσες ασαφείς αιτιολογίες τις προσβαλλόμενης διήνυσε συνολικά υπό συνθήκες ελεύθερης ορατότητας 1,20 μ.

στο ρεύμα πορείας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού, και άγνωστη απόσταση από το ρεύμα πορείας του λεωφορείου, αφαιρουμένου όμως του άγνωστου πλάτους του λεωφορείου και του τμήματος του οδοστρώματος που κατέλαβε το λεωφορείο μετά την εκκίνησή του, 3) δεν διευκρινίζει το Εφετείο εάν με τις πιο πάνω συνθήκες ορατότητας του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και την ταχύτητα του αυτοκινήτου του υπολογιζομένου και του χρόνου αντιδράσεως του οδηγού από την εμφάνιση του κινδύνου, ο τελευταίος θα μπορούσε έγκαιρα να ενεργήσει αποτελεσματική τροχοπέδηση αποφυγής του πεζού ή αποφευκτικό ελιγμό.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα κατ' ουσία σε ιδιαίτερη συζήτηση του ίδιου τμήματος, ώστε να τηρηθεί η αναγκαία προδικασία της διάταξης του άρθρου 524§2 ΚΠολΔ διαφοροποιούμενη από την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθ. 580§3, τελ.

εδ. του ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε από το άρθ. 65 παρ.1 του ν. 4139/2013) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1810/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσίαν στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ