Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of bank privilege claim based on equality principle violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a bank's privilege claim. The appellant argued that the lower court violated the constitutional principle of equality by granting special privileges to the Agricultural Bank of Greece without justification. The court found the lower court's reasoning insufficient to justify this unequal treatment and ordered the case remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 20 of the Constitution; Article 6(1) of the ECHR; The principle of equality prohibits granting special privileges to specific creditors without objective justification or public interest grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Αφοί Ι. Ζ. ΑΕ εμπορικές Ξενοδοχειακές και Τουριστικές επιχειρήσεις, που εδρεύει στη Θήρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάνο Σιμιτό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Ξανάλατο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας στην εφεξής "ΑΤΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολομ.ΑΠ 36/1988,7/2006).
Εξ άλλου, από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπον ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι, διαφορετικά, δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας Ν. 4332/1929, η ΑΤΕ, αποτελεί αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό, κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Αργότερα, με σειρά νομοθετικών διατάξεων, μεταβλήθηκε ο νομικός χαρακτήρας και η δομή της ΑΤΕ. Αρχικά, με το άρθρο 8 του Ν. 1697/1987 με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ στη διενέργεια οποιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών. Στη συνέχεια, με το άρθρο 26 παρ.1 του Ν. 1914/1990, η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού της σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και η έγκριση του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο, και, τέλος, με το Ν. 2076/1992, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η οδηγία 89/646/ΕΟΚ.
Για τις άλλες Τράπεζες, στις οποίες εφαρμόζεται, χωρίς εξαίρεση, το Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (αρθρ. 53 παρ.2 του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923 σε συνδ. με 933 παρ.1 του ΚΠολΔ). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 11 παρ.4, και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929, με τις οποίες ορίζεται αποκλειστικά αρμόδιο, για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως που επισπεύδεται από την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, το Ειρηνοδικείο, παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ATE A.E. σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων Τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η εξαίρεση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες και αντί αυτών ισχύουν οι διατάξεις του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, που ισχύουν και για όλες τις άλλες Τράπεζες και, κατά συνέπεια, αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (Ολ ΑΠ 24/2006, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 177/2011). Εξ άλλου, ο διάδικος που υποστηρίζει, ότι η υπόθεσή του έπρεπε, κατά νόμον, να εισαχθεί για εκδίκαση σε δικαστήριο ανώτερο από εκείνο στο οποίο πράγματι εισήχθη, δεν χρειάζεται για το παραδεκτό του σχετικού αναιρετικού λόγου, να επικαλείται και περαιτέρω έννομο προς τούτο συμφέρον, αφού αυτό εμπεριέχεται στην ρητώς διατυπούμενη ή σιωπηρώς εννοούμενη αξίωσή του να εκδικασθεί η υπόθεσή του από τον φυσικό της δικαστή.
Στην κρινόμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με την από 3-3-2006 ανακοπή (κατ' άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ.), την οποία άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επισπευδόμενης από αυτή εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, με βάση την από 7-11-2005, κατασχετήρια επιταγή, καθώς και το με αριθμό 1702/2006 πρόγραμμα πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου της Θήρας, διαφορετικά να ακυρωθεί αυτή και οι μέχρι τότε, διενεργηθείσες πράξεις της.
Οι ανακόπτοντες, για τη θεμελίωση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου για εκδίκαση της ανακοπής ισχυρίστηκαν, πλην άλλων, ότι η νόμιμη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, την οποία πρέπει να ακολουθήσει η καθ'ης ΑΤΕ ΑΕ κατά των οφειλετών της, προς είσπραξη των απαιτήσεών της, είναι η διαδικασία του από 17-7/13-8-1923 ΝΔ/τος περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών και όχι το εξαιρετικό προνομιακό καθεστώς, που θεσπίστηκε για την ΑΤΕ, κατά τα προεκτεθέντα.
Για την ανακοπή αυτή, εκδόθηκε η με αριθμό 50/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία αυτό κηρύχτηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Ειρηνοδικείο Θήρας, ως καθ' ύλην και κατά τόπου αρμόδιο Δικαστήριο. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι αναιρεσείοντες την από 25-1-2007 έφεσή τους, με τον μοναδικό λόγο της οποίας πρόβαλαν, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην, γιατί, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 11332/1929, στο βαθμό που δεν καταργήθηκαν, μετά τη μετατροπή της αναιρεσίβλητης σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία κερδοσκοπικού χαρακτήρα, παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ATE A.E σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (άρθρο 4 παρ. 1 Σ), ως και τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Παρά τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας που απέκτησε η ΑΤΕ, οι ειδικές γι' αυτήν ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ...Οι διατάξεις του ν. 4332/1929 που καθιερώνουν ειδικά προνόμια υπέρ της ΑΤΕ διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εφαρμογή του ν. 2076/1992 και έτσι αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπής κατά της εκτέλεσης που επισπεύδεται από την ΑΤΕ για διαφορές από δανειστικά συμβόλαια είναι το Ειρηνοδικείο της έδρας του καταστήματος που επισπεύδει ...
Η νομοθετική ρύθμιση της καθ' ύλην αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, ούτε σε άλλη συνταγματική διάταξη ... ούτε προσβάλλει αμέσως ή εμμέσως δικαιώματα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ή από το σύνταγμα απορρέοντα ...". Ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και συνακόλουθα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αναιρεθεί, σύμφωνα με το άρθρον 559 αρ.5 Κ.Πολ.Δ., κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου, με τον οποίο, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, προβάλλεται η αναιρετική αυτή πλημμέλεια (πρβλ. μειοψηφούσα γνώμη σε Ολ.ΑΠ 30/1995). Περαιτέρω, αβασίμως, κατά τα προεκτεθέντα, υποστηρίζεται από την αναιρεσίβλητη, ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προβάλλουν τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ενώ απαράδεκτα προβάλλεται από την αναιρεσίβλητη ένσταση δεδικασμένου, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις της που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (αρθρ. 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και τα περιστατικά της θεμελίωσής της, δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της αίτησης. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η απόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. καθώς και του άρθρου 535 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (αναλογικά εφαρμοζόμενου). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την με αριθ. 99/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ