1312/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5637/2008 μη οριστική και 7645/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/3/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1312/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., 2) Λ. Μ. του Α., 3) Ε. Π. του Κ., 4) Μ. Φ. του Π., κατοίκων ..., 5) Ε. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 6) Σ.-Ζ. Γ. του Κ., 7) Μ. Κ. του Λ., 8) Α. Κ. του Γ., 9) Ι. Β. του Β., κατοίκων ..., 10) Κ. Γ. του Γ., 11) Ι. Κ. του Μ., κατοίκων ..., 12) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 13) Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 14) Χ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 15) Φ. Κ. του Ε., 16) Α. Μ. του Η., 17) Μ. Π. του Κ., κατοίκων ..., 18) Ι. Κ. του Κ., 19) Π. Μ. του Δ., κατοίκων ..., 20) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 21) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 22) Α. Μ. του Π., 23) Κ. Μ. του Π., κατοίκων ..., 24) Μ. Τ.-Κ. του Ν., κατοίκου ..., 25) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 26) Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1270/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 5637/2008 μη οριστική και 7645/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 498, 229, 230, 271 επ. και 139 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε επισπεύσει τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να προχωρήσει στην ερήμην αυτού συζήτηση, οφείλει να εξετάσει αν αυτός είχε εγκύρως επισπεύσει, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την κατά την παρ. 3 του άρθρου 139 ΚΠολΔ επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επάνω στο δικόγραφο που επιδόθηκε (αναιρετήριο ή κλήση), το οποίο πρέπει να προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα. Εφόσον αυτό δεν προσκομίζεται η συζήτηση είναι απαράδεκτη για όλους (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο. Το αναιρεσείον προσκομίζει ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως για αναίρεση με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που έχει επιδοθεί νομίμως στον Υπουργό Οικονομικών στις 15-5-2011 από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από την επ'αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... . Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες και ο απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης .
Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002, "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή της ...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/7/2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Έτσι, με τη χορήγηση τις ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΑΠ 96/2012).
Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη ισχύος του (1/1/2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Για να μη γίνει όμως χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ορίστηκε ότι " ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενόμενη ρύθμιση έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος, αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος.
Συνεπώς, προϋπόθεση της διατηρήσεως της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, ως προσωπικής διαφοράς του δικαιούχου υπαλλήλου και μετά την 1/1/2004 είναι, είτε η πραγματική λήψη, είτε η ύπαρξη ενεργού αξιώσεως για τη λήψη της ειδικής αυτής παροχής, ως μέρους των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του υπαλλήλου, κατά την 31/12/2003. Και τούτο διότι, εάν ο υπάλληλος δεν είχε ενεργό αξίωση πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής του θέσης δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1/1/2004, αφού η κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όλων των ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότησή του και, κατ' αποτέλεσμα, της ερμηνείας αυτών που δικαιολογούσε τη χορήγηση της ειδικής παροχής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δε θα μπορούσε να έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική τους θέση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), εκπαιδευτικοί λειτουργοί, προσλήφθηκαν από το εναγόµενο δυνάµει συµβάσεων εργασίας ορισµένου χρόνου, προκειµένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο Υπουργείο Παιδείας και Εθνικών Θρησκευµάτων ως αναπληρωτές καθηγητές εκπαίδευσης σε διαφορετικές ειδικότητες έκαστος, κατά συγκεκριµένα χρονικά διαστήµατα, µε αντικείµενο εργασίας τη διδασκαλία µαθηµάτων της ειδικότητάς τους στα γυµνάσια και τα λύκεια όλης της χώρας.
Άπαντες δε αµείφθηκαν σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις περί ενιαίου µισθολογίου του προσωπικού της Δηµόσιας Διοίκησης και ειδικότερα µέχρι 31-12-2003 σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1- 1-2004 σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 3205/2003. Ωστόσο οι προαναφερθέντες εργαζόµενοι δεν έλαβαν την ένδικη µισθολογική παροχή του άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (176 €), της οποίας η χορήγηση συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο µισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται µε καµία άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, το είδος της εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζοµένων και ως εκ τούτου η µη χορήγησή της συνιστά παράβαση της συνταγµατικής αρχής της ισότητας σε συνδυασµό µε την αρχή της ίσης αµοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 14 και 22 του Συντάγµατος).
Ακόµη δε και µετά την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων µε το άρθρο 28 § 4 του Ν. 3205/2003, η ένδικη µισθολογική παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, η οποία µειώνεται µόνο από µελλοντικές χορηγήσεις κατά τα προβλεπόµενα από την ίδια διάταξη, χωρίς να ασκεί επιρροή για την επιδίκαση της ένδικης αξίωσης ούτε το εάν οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν από το εναγόµενο δυνάµει συµβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ούτε το εάν αυτοί έλαβαν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους πέραν των τακτικών αποδοχών τους και το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, ανερχόμενο το έτος 2005, κατόπιν αναπροσαρμογών του, στα 310,76 € μηνιαίως.
Ακόμη, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ως άνω παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002, για χρονικό διάστημα ο καθένας μετά την 1-1-2004, δεδομένου ότι μέχρι 31-1-2003 οι αξιώσεις τους έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού από τη γέννησή τους και μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή για διάφορα χρονικά διαστήματα, αρχόμενα μετά την 1-4-2004, για κάθε ενάγοντα (πλην των τέταρτης, όγδοης, δέκατης τρίτης και εικοστού πρώτου, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη ως προς τους οποίους απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη).
Κρίνοντας έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι (ως προς του οποίους έγινε δεκτή η αγωγή) δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσείοντος, για την ειδική παροχή των 176 ευρώ, υπό την ισχύ του άρθρου του ν. 3016/2002, δηλαδή μέχρι 31.12.2003, η δε μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 2305/2003 δεν τους καταλαμβάνει για τον ανωτέρω λόγο, δηλαδή γιατί δεν είχαν ενεργό αξίωση κατά του αναιρεσείοντος μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού.
Επιπλέον, εφόσον μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3205/2003 οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν λάβει την ειδική ως άνω παροχή, καμία χειροτέρευση της μισθολογικής τους θέσης δεν θα μπορούσε να επέλθει μετά την 1.1.2004. Επομένως, ο κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεως μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 583 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7645/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ