Legislator Case Law & Legislation
1312/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and common sense grounds regarding property dispute.

Case Number 1312/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision in a property dispute. The appellant argued the lower court erred on jurisdiction and failed to apply common sense regarding shared land usage. The court rejected these claims, ruling that jurisdictional errors regarding the first-instance court's competence do not justify an appeal and that the cited facts did not constitute a violation of common sense.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(3) K.Pol.D.; Art. 559(1)(b) K.Pol.D.; Appeals against first-instance court jurisdiction are inadmissible; common sense violations must concern legal interpretation, not factual substance.

Keywords

AI generated
jurisdictional appeal common sense violation property dispute appellate review admissibility criteria

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(3) K.Pol.D.
Art. 559(1)(b) K.Pol.D.
Art. 18(2) K.Pol.D.
Law 17/1923 on town and village planning

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 5/2003
OL. AP 3/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1312 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1312/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 χας Ζ, το γένος Τ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 συζ. Φ, το γένος Τ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου λόγω αρμοδιότητας, 73/2005 του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και 39/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 12-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο .... αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, προκύπτει, ότι ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν η παραβίαση αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (Ολ.

ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 3/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, την έφεσή της κατά της 73/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή της για καθ'ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχτηκε ότι το τελευταίο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο, ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, αφού αναρμόδιο καθ'ύλην, λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.

Όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ'αυτές, η προσβολή όμως μιας απ'αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ... συμβολαίου παροχής γονέα προς τέκνο του Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Χαράλαμπου Δημόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Λ χήρα Τ, μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μία παλιά ισόγεια οικία με το οικόπεδο και την περιοχή της συνολικής έκτασης 123 τ.μ.

περίπου που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του φρουρίου και του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης ... και συνορεύει ανατολικά με υπάρχοντα δρόμο πλάτους 1,70 μ. στην υπάρχουσα σκάλα και 1,40 μ. στην υπάρχουσα στέρνα, πέρα δε από το δρόμο αυτό με άλλο οικόπεδο της διαθέτιδος, δυτικά με υπάρχοντα δημοτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Σ και νότια με ιδιοκτησία Ψ1.

Με τον ίδιο τίτλο κτήσεως μεταβίβασε στην ενάγουσα η παραπάνω και ένα οικόπεδο έκτασης 76 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με υπάρχοντα δρόμο και κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Β1-Β2, δυτικά με υπάρχοντα δρόμο πλάτους στη σκάλα 1,70 μ. και στην υπάρχουσα στέρνα 1,40 μ, πέρα δε από το δρόμο αυτό με την πιο πάνω οικία της διαθέτιδος, βόρεια με υπάρχοντα δρόμο και νότια κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Ψ1 -εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης- και κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Β1-Β2 από την οποία διαχωρίζεται με μανδρότοιχο.

Τα παραπάνω ακίνητα είχαν περιέλθει από τον ..., πατέρα της διαθέτιδος στον σύζυγό της Τ με το ... προικοσύμφωνο του τότε συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Κυρίτση Τρικκαίου που μεταγράφηκε νόμιμα ο οποίος τα απέκτησε με το ... προικοσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου. Δυνάμει δε του ... πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ανδρέα Αθανασίου που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα, ο παραπάνω πατέρας των διαδίκων Τ μεταβίβασε στον Β1, σύζυγο, της Β2, τμήμα του προαναφερομένου ακίνητου-επιφανείας 150 τ.

μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Σ, δυτικά με δρόμο δημοτικό, αρκτικώς με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή και μεσημβρινώς με δρόμο. Ακολούθως η μητέρα των διαδίκων Λ στην οποία είχε περιέλθει η πλήρης κυριότητα των προικώων ακινήτων της μετά τον θάνατο του συζύγου της Τ το έτος 1969 μεταβίβασε στην εναγομένη με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιο-γράφου Ναυπάκτου Ιωάννη Παπαγεωργακόπουλου - Ιντζέ που μεταγράφηκε νόμιμα μία οικία ανώγεια με το οικόπεδο της συνολικής εκτάσεως 272 τ.μ. που βρίσκεται εντός του φρουρίου της πόλης και Δήμου ... στη θέση ... και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ενάγουσας, από την οποία διαχωρίζεται με κλίμακα συνιδιοκτησίας της αγοράστριας και της ενάγουσας στη συνέχεια με δρομίσκο κοινής χρήσης της εναγομένης και της ενάγουσας, ο οποίος δρομίσκος οδηγεί στην εκεί υπάρχουσα Δημοτική βρύση και δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Κ1 και Κ2 επί πλευράς μήκους 17 μ, αρκτικώς με δημοτική οδό και μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Β1 ήδη Β2, επί πλευράς μήκους 16 μέτρων.

Ο παραπάνω δρομίσκος που αποτελεί την επίδικη εδαφική λωρίδα, απεικονίζεται στο από ... Τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ1 περιλαμβανόμενο στις πλευρές ΚΙ, ΙΘ, ΘΗ, ΗΖ, ΖΕ, ΕΔ, ΔΓ, ΓΒ και ΚΣ, ΣΡ, ΡΠ και φέρει την υπογραφή της ίδιας της ενάγουσας. Ο δρόμος αυτός ωστόσο ουδόλως εμφαίνεται στο από Μαΐου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...

στο οποίο τα δύο ακίνητα της ενάγουσας απεικονίζονται ως ένα ενιαίο ακίνητο, μη ανταποκρινόμενο στον ίδιο τον τίτλο κτήσεως της ενάγουσας. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η μητέρα των διαδίκων με την ... Δημόσια Διαθήκη της που δημοσιεύθηκε με τα 221/1999 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου επιβεβαιώνει την μεταβίβαση στην ενάγουσα δύο ακινήτων στα οποία και την περιορίζει και όχι ενός ενιαίου ακινήτου.

Ο επίδικος δε δρόμος ο οποίος διέρχεται δια των ιδιοκτησιών των διαδίκων, της αδελφής τους Β2 και του Σ έχοντας πλάτος κυμαινόμενο από 1,40 έως 1,70 μ. και μήκος 23 μ. είναι προσπελάσιμος, τσιμεντοστρωμένος, οριοθετημένος με πέτρινο άχτιστο τοιχίο κατά μήκος του (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Ο δρόμος αυτός κατά τον μάρτυρα ανταπόδειξης "περιγράφεται σε συμβόλαια του ..." και "Η ...

που αναγνωρίστηκε πριν από δύο χρόνια, έχει την ίδια μορφή και τον ίδιο χαρακτήρα με τον επίδικο δρόμο", η οποία οδός σημειωτέον βρίσκεται δυτικά των ιδιοκτησιών, Ψ1 και ενάγουσας επί του Ο.Τ. 95 και εγκρίθηκε ως προϋπάρχων δρόμος του 1923 με την 2299 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας που δημοσιεύθηκε στο 590/19-7-2001 ΦΕΚ.

Αλλά και η μάρτυρας απόδειξης καταθέτοντας μεταξύ άλλων επιβεβαιώνει εμμέσως πλην σαφώς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου δρόμου όταν καταθέτει ότι "Παλιότερα δεν ξέρω αν χρησιμοποιούνταν αυτός ο δρόμος, ο οποίος είχε αφεθεί για να έχουν οι γύρω κάτοικοι πρόσβαση στη βρύση". Όπως αποδείχθηκε ο δρόμος αυτός προϋπήρχε του έτους 1923, έχει καταστεί κοινόχρηστος και αποτελεί ήδη παραδοσιακό δρομίσκο της περιοχής του ...

που οδηγεί στη δημοτική κρήνη, μαζί με τους υπόλοιπους δρόμους της θέσης ... του ..., που χαρακτηρίστηκε ως τόπος ιστορικός και τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους με την 131/51494/3888 Υ.Α. που δημοσιεύθηκε στο 14867 1973 ΦΕΚ. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πρόκειται για δικαίωμα δουλείας διόδου το οποίο παραχώρησε η ίδια στην εναγομένη ούτε και ο πατέρας των διαδίκων στον γαμβρό του Β1 με το ...

συμβόλαιο με το οποίο σημειωτέον παρέχεται η δυνατότητα διέλευσης από την υπόλοιπη ιδιοκτησία του δίχως να προσδιορίζεται συγκεκριμένη εδαφική λωρίδα διέλευσης, ο δε επίδικος δρόμος ταυτίζεται με τον μνημονευόμενο στα προαναφερόμενα συμβόλαια ως όριο, που προϋπήρχε από το 1908 και έχει καταστεί κοινόχρηστος κατά τα άρθρα 1,2,20 παρ. 1, 3 του ΝΔ/τος της 17-7-1923 16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών", σύμφωνα με τα οποία προϋπόθεση της ιδιότητας του μη περιλαμβανομένου στο αρχικό σχέδιο πόλεως δρόμου, ως κοινόχρηστου είναι η διαμόρφωση αυτού ως κοινής χρήσεως πριν από την ισχύ του Νομοθετικού αυτού Διατάγματος (από 17-7-1923)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί, κατ' ορθή εκτίμησή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο επίδικος δρόμος, μη περιλαμβανόμενος στο αρχικό σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος, απέκτησε το χαρακτήρα του κοινοχρήστου πριν από την ισχύ του ν.

δ/τος της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών κλπ", χωρίς να δεχθεί με ποιο τρόπο απέκτησε τον εν λόγω χαρακτήρα, δηλαδή, είτε από το νόμο, με το χαρακτηρισμό του ως δρόμου με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, περιλαμβανόμενος στο ισχύον ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, είτε με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση ή διαθήκη ή μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής του, είτε με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 20 §§ 1 και 3 του ν.

δ/τος της 17-7/16-8-1923, καθώς και εκείνες των άρθρων 369, 966, 967, 968,972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη μη απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης της επίμαχης δουλείας διόδου στο δουλεύον ακίνητό της και υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της αντιδίκου της στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται στον ίδιο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.

ΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005, ΑΠ 2044 και 1993/2009) και επιπλέον πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι ειδικότερα τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα εν λόγω διδάγματα, αφού, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να μη δεχθεί τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της ύπαρξης δουλείας διόδου στο δουλεύον ακίνητο της υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της αντιδίκου της, αλλά, αντίθετα, να δεχθεί, ότι ο επίδικος δρόμος είναι κοινόχρηστος, εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 20 §§ 1 και 3 του ν.

δ/τος της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών", δεν έλαβε υπόψη το υποστηριζόμενο από την ίδια γεγονός, ότι: "Κάτωθι του επιδίκου δρόμου της ιδιοκτησίας της υφίσταται ο βόθρος των λυμμάτων της οικίας της του δουλεύοντας ακινήτου της στον οποίον βόθρον συνδέονται και τα λύματα της οικίας της αδελφής της Ψ1, όπως επίσης διέρχονται οι κάτωθι του επιδίκου δρόμου υφιστάμενες σωληνώσεις αρδεύσεως από την υπάρχουσα στέρνα εντός της ιδιοκτησίας της επί του συγκεκριμένου δρόμου προς άρδευση των υπαρχόντων στην ιδική της και τις ιδιοκτησίες των ομόρων ακινήτων της τε αναιρεσιβλήτου και ετέρας αδελφής της Β2, υπαρχόντων δένδρων (κλαρικών), λαμβανομένου υπ'όψιν ότι το όλον οικόπεδον κατετμήθη εις τρία μικρότερα που έλαβον ανά εν εκάστη εκ των τριών αδελφών με το δικαίωμα της χρήσεως του επιδίκου δρόμου, ώστε πλέον και κατ' αυτά ακόμα τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι δυνατόν, σύμφωνα και με τους κανόνες της λογικής, ο οιοσδήποτε ιδιοκτήτης που έχει τον βόθρον της οικίας του, την στέρνα και τις σωληνώσεις στον επίδικο δρόμο και κάτωθι αυτού, από δεκαετίες όπως εν προκειμένω ο απώτατος πατήρ δικαιοπάροχος τους παράλληλα να παραιτηθεί της κυριότητας η πολύ περισσότερον να εγκαταλείψει το ακίνητον ώστε να καταστεί τούτο κοινόχρηστον...", γεγονός που αποδεικνύει, ότι ποτέ ο οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης, όπως και απώτατος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας θα έθετε, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε κοινή χρήση εδαφική λωρίδα που κάτω απ' αυτή υπήρχε ο βόθρος της οικίας, η στέρνα και οι σωληνώσεις άρδευσης και, έτσι, παραβίασε τα αμέσως πιο πάνω διδάγματα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2007 αίτηση της Χ1 χας Ζ για αναίρεση της 39/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ