Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling prior judgment does not bar new claim for wage differences.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Athens, rejecting the claim that a prior judgment created res judicata barring a new lawsuit for unpaid wage differences. The appellant argued that the lower courts erred in applying the doctrine of res judicata based on a previous decision, while the opposing party contended the new claim was legally unfounded. The court held that the earlier judgment did not cover the specific factual circumstances of the wage calculation period in question, and the new claim could not be supported by the relevant collective agreement provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when the legal regime or factual circumstances have changed, or when the new claim concerns a different object not previously litigated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1312 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1312/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «ΛΑΪΚΟ» (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Αυγούστου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1573/1995 του ίδιου Δικαστηρίου, 9969/1996 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 190/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 4148/2001 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Ιανουαρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 8 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε ταυτότητα της νομικής ή ιστορικής αιτίας. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε «προβληθεί» με αγωγή, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε τούτου.
Στην περίπτωση αυτή μπορεί ο δικαιούχος να ζητήσει μεταγενεστέρως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Όταν όμως με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε δεν έκρινε για μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε και καλύπτεται έτσι από το δεδικασμένο και το ύψος της απαιτήσεως του (Ολ.
Α.Π. 14/2002, 20/2002). Επομένως η τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει σε εργαζόμενο τις νόμιμες αποδοχές του για ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελεί δεδικασμένο και για το ύψος των νόμιμων αποδοχών που δικαιούται κατά το διάστημα αυτό. Διότι, εφόσον ο εργαζόμενος ζητούσε τις διαφορές των νόμιμων από τις καταβαλλόμενες αποδοχές και οι νόμιμες αποδοχές καθορίζονται από τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διατάξεις νόμων, Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. – τις οποίες εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν επικαλείται τις διατάξεις αυτές ή άλλες ο εργαζόμενος - το δικαστήριο όφειλε να προσδιορίσει αυτεπαγγέλτως το ύψος των νόμιμων αποδοχών του και αν αυτές ήταν μεγαλύτερες από τις ζητούμενες με την αγωγή του να επιδικάσει τις ζητούμενες.
Στην περίπτωση αυτή θα προέκυπτε από την απόφαση ότι επιδικάστηκε μέρος των νόμιμων αποδοχών του και ο εργαζόμενος δεν θα δεσμευόταν από το δεδικασμένο να ζητήσει με νεότερη αγωγή την επιπλέον διαφορά των νόμιμων αποδοχών του ίδιου χρονικού διαστήματος. Εάν όμως το δικαστήριο υπολόγισε λανθασμένα τις νόμιμες αποδοχές του εργαζομένου, με βάση μη εφαρμοστέες στην περίπτωσή του ή μη ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο καλύπτει και πάλι το ύψος των νόμιμων αποδοχών του και ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ζητήσει με νεότερη αγωγή, επιπλέον διαφορές του ίδιου χρονικού διαστήματος, υπολογίζοντας αυτές με βάση τις εφαρμοστέες ή ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., αφού και από λανθασμένη απόφαση παράγεται δεδικασμένο. Το γεγονός ότι οι ζητούμενες επιπλέον διαφορές στηρίζονται στις πράγματι ισχύουσες διατάξεις, που είναι διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόστηκαν στην προηγούμενη δίκη, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, διότι οι διατάξεις αυτές δεν θεμελιώνουν διαφορετική βάση της αγωγής, ούτε μεταβάλλουν το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε για τις νόμιμες αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα που έκρινε η προηγούμενη απόφαση, αφού πρόκειται για το ίδιο χρονικό διάστημα και η κρίση του δικαστηρίου ότι οι νόμιμες αποδοχές του εργαζομένου κατά την διάρκεια του διαστήματος αυτού διέπονται από τις διατάξεις των Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. που εφήρμοσε, περιλαμβάνει και την κρίση ότι δεν διέπονται από τις διατάξεις άλλων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που ίσχυαν κατά το ίδιο διάστημα. Η επίκληση, άρα, διαφορετικών από τις εφαρμοσθείσες διατάξεων, που φέρονται ως πράγματι εφαρμοστέες ή ισχύουσες για τις νόμιμες αποδοχές ορισμένου χρονικού διαστήματος, δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο έκρινε τις αποδοχές του διαστήματος αυτού το δικαστήριο (ΑΠ 659/2003).
Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες των εν λόγω νοσηλευτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη – εργατοτεχνίτριας για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (αριθ. 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς της ανωτέρω Δ.Α. μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α.Υ.Ε. 17853/1989 και ίσχυσε από 1.7.1988. Με αυτή επεκτάθηκαν οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988, για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, νοσηλευτήρια κλπ.
Η διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. που ορίζει ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται, δεν εισάγει εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1505/1989, αλλά έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων μέχρι της άνω μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργάσθηκε στο αναιρεσείον νοσοκομείο ως καθαρίστρια με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις 4-8-1962 μέχρι τις 3-4-1992 που συνταξιοδοτήθηκε και με προηγούμενες αγωγές της ζήτησε να της καταβάλει το αναιρεσείον νοσοκομείο τις διαφορές αποδοχών που εδικαιούτο από 1-1-1985 έως 30-6-1988, από 1-7-1988 έως 30-6-1991 και από 1-7-1991 έως 3-4-1992, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτή αποδοχών με βάση την Δ.Α. 42/1981 και μη χορηγήσεως σ' αυτή της πρόσθετης αμοιβής των δυο ωρών ημερησίως του Ν. 201/1975.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν τελικά οι αποφάσεις 1621/1990 και 4010/1993 του Εφετείου Αθηνών και 958/1995 του Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες κρίθηκε ότι και μετά την ισχύ της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, η αναιρεσίβλητη συνέχιζε να αμείβεται με τις προϊσχύουσες αυτής διατάξεις και ότι σύμφωνα με τον όρο 28 της πιο πάνω Δ.Α. 42/1981 το ημερομίσθιο της ήταν ίσο με τα 8/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη, το οποίο έγινε δεκτό ότι ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, σε 645 δραχμές, πλέον προσαυξήσεως 15%, και με βάση το οποίο υπολογίστηκαν τα επιδόματα, οι λοιπές αμοιβές και προσαυξήσεις.
Ακολούθως, με την ένδικη από 25-8-1993 αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε επιπλέον μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 3-4-1992, οι οποίες προέκυπταν από τον υπολογισμό των αποδοχών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας που καθόριζαν οι ισχύουσες κατά το άνω διάστημα από 10-3-1989, 21-2-1990 και 3-4-1991 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των 645 δραχμών που είχαν δεχθεί οι παραπάνω αποφάσεις. Η ως άνω αγωγή έγινε τελικά δεκτή με την 9969/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που έκρινε ότι από την ως άνω 1621/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παράγεται δεδικασμένο και ως προς τις ένδικες αξιώσεις. Η πιο πάνω 9969/1996 απόφαση αναιρέθηκε με την 190/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που έκρινε ότι από την 1621/1990 απόφαση δεν προκύπτει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις, αφού αυτές αφορούσαν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε διαφορετικό καθεστώς.
Μετά ταύτα η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, συμμορφούμενο προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, έκρινε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την 1621/1990 απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Κατά τη νέα, μετά την παραπομπή, συζήτηση της υποθέσως στο Εφετείο, η αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε ότι δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις της παράγεται και από τις προαναφερόμενες 4010/1993 και 958/1995 αποφάσεις του Εφετείου και του Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, αφού αυτές αφορούσαν το από 1-7-1988 έως 3-4-1992 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς.
Όμως από τις προαναφερόμενες 4010/1993 και 958/1995 αποφάσεις προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με τις προηγούμενες αγωγές της το σύνολο των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων και των δικαιούμενων από αυτή νόμιμων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-1988 έως 30-6-1991 και από 1-7-1991 έως 3-4-1992, αντίστοιχα, και το σύνολο των διαφορών αυτών επιδίκασαν τα δικαστήρια, δεχόμενα τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών της με βάση κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη 645 δραχμών.
Επομένως το δεδικασμένο των 4010/1993 και 958/1995 αποφάσεων κάλυπτε και το ύψος του νομίμου ημερομισθίου της αναιρεσείουσας, αφού τα δικαστήρια αναγκαίως το έκριναν για να προσδιορίσουν τις δεκτές γενόμενες ως νόμιμες αποδοχές της και εντεύθεν τις οφειλόμενες σ' αυτή διαφορές. Η αναιρεσείουσα, άρα, εμποδιζόταν από το δεδικασμένο να ζητήσει επιπλέον διαφορές του ίδιου χρονικού διαστήματος, υπολογίζοντας τις νόμιμες αποδοχές της με βάση ημερομίσθιο ασφαλείας μεγαλύτερο από εκείνο που κρίθηκε τελεσίδικα με τις παραπάνω αποφάσεις, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Ενόψει αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός της ήταν μη νόμιμος και το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη, δεν έσφαλε, ο δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. O ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται με επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση δε στηρίζει το λόγο αυτό.
Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο).
Συνεπώς πράγματα με την έννοια αυτή είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στο προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που μπορούσε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως είναι η νομική βασιμότητα της αγωγής, την οποία το Εφετείο ελέγχει και χωρίς ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητείται με την έφεση η εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως και η απόρριψη της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ένδικη από 25-8-1993 αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι το ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο οποίο εργαζόταν από τις 4-8-1962, ως καθαρίστρια, της όφειλε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 3-4-1992 διαφορές αποδοχών, οι οποίες προέκυπταν από τον υπολογισμό των αποδοχών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας που καθόριζαν οι ισχύουσες κατά το άνω διάστημα από 10-3-1989, 21-2-1990 και 3-4-1991 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Η αγωγή αυτή έγινε στο σύνολό της δεκτή με την 1573/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να αμείβεται με το μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, κυρίως διότι υπήρχε για το ζήτημα αυτό δεδικασμένο από την 1621/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και επικουρικώς διότι ίσχυε η ευνοϊκότερη για την αναιρεσείουσα ρύθμιση των αποδοχών της από τις προγενέστερες αυτές διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 9 της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.ΣΕ.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε το αναιρεσίβλητο την από 17-5-1996 έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής και την απόρριψη της αγωγής, παραπονούμενο, μεταξύ άλλων, με το πρώτο λόγο αυτής, διότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ισχύει το δεδικασμένο της αναφερόμενης αποφάσεως, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν εκτείνεται τούτο επί των κατ΄ ιδίαν πραγματικών γεγονότων.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 9969/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία, επίσης, δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την ανωτέρω υπ' αριθ. 1621/1990 απόφαση και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1573/ 1995 απόφαση, δέχτηκε την αγωγή. Η απόφαση 9969/1996 του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 190/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του, ερευνώντας τον παραπάνω λόγο εφέσεως, οποίος είναι σαφές ότι προσέβαλε την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την ύπαρξη δεδικασμένου, έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω υπ' αριθ. 1621/1990 απόφαση του Εφετείου, στη συνέχεια δε, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της αγωγής, έκρινε ότι οι αγωγικές αξιώσεις δεν μπορούσαν να θεμελιωθούν στο άρθρο 9 της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, το οποίο δεν είχε την έννοια που δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. O ίδιος αυτός λόγος της αναιρέσεως, που προβάλλεται και με επίκληση των πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 4, 9, 14 και 16 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση δεν ιδρύει τους λόγους αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2003 αίτηση της ... περί αναιρέσεως της 4148/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ