Legislator Case Law & Legislation
1311/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to unauthorized signature by company officer.

Case Number 1311/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a labor court decision terminating an employee's contract. The court found the termination invalid because the General Economic Director signed the termination document alone, lacking the dual signature authority required by law. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the company was ordered to pay the employee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591, 614(1), (3), 621 of the Civil Procedure Code; Article 236 of the Civil Code: A labor contract termination is void if effected by an unauthorized corporate organ lacking the requisite dual signature authority, rendering the appeal against the resulting judgment inadmissible.

Keywords

AI generated
labor contract termination corporate organ authority dual signature requirement unauthorized signature appeal dismissal legal costs award employment law

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614(1) and (3), 621 of the Civil Procedure Code
Article 236 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191(2) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1311/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρίζο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1262/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4520/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8337/993/27-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1379/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες εφαρμόζονται οι ειδικότερες ρυθμίσεις, που αφορούν στις εργατικές διαφορές (άρθρα 591, 614 αρ. 1 και 3 και 621 του ΚΠολΔ), με αριθμό 4520/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε :

α) την από 15-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 100843/7994/19-11-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Η. Σ. του Μ. και β) την αντίθετη από 19-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103453/8213/26-11-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν αμφότερες οι ως άνω εφέσεις, κατά της με αριθμό 1262/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 20-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16639/516/21-02-2018 αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 27-10-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 08-07-2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Από τις διατάξεις των άρθρων 159 παρ. 1, 174, 180, 349, 350, 648, 669 παρ. 2 του Α.Κ. 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι : (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη, απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 Α.Κ.), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί της λύσης της σύμβασης του εργαζομένου.

Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας (Α.Π. 884/2017, Α.Π. 368/2013).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 και 672 του Α.Κ., 1 του ν. 2112/1920 και 1 - 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας, εκ μέρους του εργοδότη, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) απαιτείται να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιο του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 70 του Α.Κ. (Α.Π. 393/2021, Α.Π. 557/2008).

Διαφορετικά, εάν δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού, που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (Α.Π. 736/2020, Α.Π. 1401/2014, Α.Π. 1650/2012, Α.Π. 723/2011). Στην περίπτωση αυτή, το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, που έπαυσε εξαιτίας της καταγγελίας αυτής να προσέρχεται στην υπηρεσία του για την πληρωμή μισθών υπερημερίας, αν, όμως, μετά την ως άνω καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή της εργασίας του και το νομικό πρόσωπο την αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας.

Επί καταγγελίας που έγινε για λογαριασμό νομικού προσώπου από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 Α.Κ., που αναφέρονται στη, με αναδρομική ενέργεια, μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για τη συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βουλήσεως από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η, εκ των υστέρων, έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα περιέλθει νομίμως στον μισθωτό, τον οποίο αφορά (Α.Π. 393/2021, Α.Π. 557/2008 ). Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 22 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (29-11-2017) πριν την αντικατάσταση του νόμου αυτού με το ν. 4548/2018 (ΦΕΚ Α' 104/13-06-2018), ισχύοντος από 01-01-2019, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας.

Ειδικότερα, ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικά και εξώδικα και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Εξάλλου, με το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της εταιρείας γενικά, ενώ με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου ότι επιτρέπεται το καταστατικό της να ορίζει θέματα, για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.

Από τις διατάξεις αυτές που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε. και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της.

Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της Α.Ε. και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.

Για τον λόγο αυτόν, ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του Διοικητικού Συμβουλίου με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Κατά συνέπεια, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να προβούν σε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας μισθωτού της εταιρείας (Α.Π. 1401/2014).

Περαιτέρω, το μεν άρθρο 236 του Α.Κ. ορίζει ότι : "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 238 εδαφ.

α' του ίδιου Κώδικα ότι : "η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση) εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας ". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : (α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης.

Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της. Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση (Α.Π. 1259/2018, Α.Π. 482/2014), (β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 του Α.Κ., η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο.

Όμως τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία. Ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση της δικαιοπραξίας και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω γενικά για τη συγκατάθεση (Α.Π. 1259/2018, Α.Π. 801/2017, Α.Π. 1417/2014, Α.Π. 482/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006 ). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013 ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα :

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Η. Σ. του Μ., στην από 20-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16639/516/21-02-2018 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέθετε ότι προσλήφθηκε στις 16-11-2016 από την εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στην διαχείριση και την εν γένει λειτουργία επτά (7) περιφερειακών αεροδρομίων στην Ελλάδα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως Διευθυντής του Αερολιμένα Ρόδου, με τα ειδικότερα περιγραφόμενα καθήκοντα, υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης και έναντι μηνιαίων αποδοχών, μικτού ποσού τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (4.464,19).

Ότι, στις 29-11-2017 η εναγομένη κατήγγειλε, άνευ εύλογης αιτίας, τη σύμβαση εργασίας του, δι' εγγράφου, το οποίο έφερε μόνο την υπογραφή του Γενικού Οικονομικού Διευθυντή της Ε. Μ.. Ότι η από 29-11-2017 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, για τους εξής λόγους : α) διότι, παρά τα οριζόμενα στο καταστατικό της εταιρείας, το έγγραφο της καταγγελίας δεν υπογράφεται από το έτερο μέλος της Διοίκησης της εταιρείας, ώστε να παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, β) διότι, σε αντίθεση με όσα ορίζονται στο υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, στο έγγραφό της, δεν αναγράφεται ο λόγος της απόλυσής του και γ) ως καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα περιστατικά καταχρηστικότητας.

Ότι, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας η εναγομένη έχει καταστεί υπερήμερη εργοδότρια και ότι, εξαιτίας των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ως άνω άκυρη απόλυσή του προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του και υπέστη, ως εκ τούτου, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29-11-2017 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, υπό το προ της απόλυσης καθεστώς, με την απειλή επιβολής εις βάρος της χρηματικής ποινής τριακοσίων (300,00) ευρώ, για κάθε ημέρα παραβίασης της σχετικής διάταξης της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων δέκα τεσσάρων ευρώ και τριάντα λεπτών (18.214,30), ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 29-11-2017 έως και το μήνα Μάρτιο του 2018, δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (53.571,49), ως αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2018 έως και Δεκέμβριο 2018, περιλαμβανομένων των επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων και αδείας και των αποδοχών αδείας του ίδιου έτους, όλα δε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και ε) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε της επίδοση της αγωγής.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 1 και 3 και 621 του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1262/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την βάση της περί ανυπαρξίας ουσιαστικού και βάσιμου λόγου για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως αντιβαίνουσας στα όσα ορίζονται στο υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και περί καταχρηστικής καταγγελίας, σε σχέση με τα προβαλλόμενα επιμέρους περιστατικά καταχρηστικότητας, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, λόγω έλλειψης δεύτερης υπογραφής στο έγγραφο αυτής, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και, περαιτέρω, υποχρέωσε αυτήν να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων διακοσίων δέκα τεσσάρων ευρώ και τριάντα λεπτών (18.214,30), ενώ αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (53.571,49), ως αποδοχές υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες διακρίσεις, τέλος, δε, απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι : α) της από 15-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 100843/7994/19-11-2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Η. Μ. Σ. και β) της από 19-11-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 103453/8213/26-11-2019 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4520/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις ως άνω εφέσεις.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος [αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε στις 16-11-2016 από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα [αναιρεσείουσα], η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση και την εν γένει λειτουργία επτά (7) περιφερειακών αεροδρομίων στην Ελλάδα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως Διευθυντής του Αερολιμένα Ρόδου, υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης και έναντι μηνιαίων αποδοχών, μικτού ποσού 4.464,29 ευρώ.

Στις 29-11-2017, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του δι' εγγράφου, το οποίο έφερε μόνη την υπογραφή του Γενικού Οικονομικού Διευθυντή Ε. Μ.. Με το από 15-5-2017 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης - εκκαλούσας, το οποίο καταχωρήθηκε κανονικά στο ΓΕΜΗ, ορίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι προκειμένου να προβεί αυτή σε απολύσεις προσωπικού, απαιτείται στο σχετικό έγγραφο καταγγελίας να υφίστανται δύο (2) υπογραφές, ορίζονται δε ως αρμόδια προς υπογραφή πρόσωπα οι A.

Z., Ε. Μ., I. M. και W. F. (ως έχοντες δικαίωμα πρώτης υπογραφής) και Δ. Τ. (ως έχων δικαίωμα δεύτερης υπογραφής). Τα προαναφερόμενα πρόσωπα υπογράφουν ανά δύο, εκ των οποίων υπογραφών η μία πρέπει αναγκαστικά να είναι πρώτη υπογραφή και η άλλη είτε πρώτη, είτε δεύτερη υπογραφή. Από την ανωτέρω αυτή διατύπωση προκύπτει ότι, για την διενέργεια απόλυσης, το Δ.Σ.

ανέθεσε στους ανωτέρω την οργανική εκπροσώπησή της, υπό την προϋπόθεση ότι δύο εξ αυτών πάντοτε θα συμπράττουν με την υπογραφή τους, για τη διενέργεια των συγκεκριμένων πράξεων. Στην κρινόμενη περίπτωση, το έγγραφο της επίδικης καταγγελίας φέρει την υπογραφή μόνο του ενός εξ αυτών Ε. Μ., πράγμα που σημαίνει ότι η καταγγελία δεν έχει καταρτισθεί νομότυπα, αφού ο υπογράψας δεν αποτελεί ατομικά όργανο της εταιρείας, για την έγκυρη διενέργειά της.

Επομένως, η καταγγελία είναι άκυρη, λόγω μη νομότυπης κατάρτισης. Η εκκαλούσα με το μόνο λόγο της έφεσής της επαναφέρει τον ισχυρισμό ότι οι I. M. και Δ. Τ., επιδίδοντας την καταγγελία προς τον εφεσίβλητο, εκδήλωσαν εμπράκτως την συναίνεσή τους και ισχυροποίησαν την πράξη της καταγγελίας, κατ' άρθρο 236 Α.Κ.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός και κατ' επέκταση και ο μόνος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, καθώς σαφώς από το κείμενο του πρακτικού του Δ.Σ. της εκκαλούσας προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το έγκυρο της καταγγελίας είναι η ύπαρξη δύο (2) υπογραφών στο έγγραφο αυτής, προϋπόθεση που δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την επίδοση από τα έχοντα αρμοδιότητα για υπογραφή πρόσωπα, εάν, δε, γινόταν δεκτή διαφορετική εκδοχή, θα μπορούσε τότε, ακόμη και ανυπόγραφη καταγγελία, να ισχυροποιείται με την επίδοση από δύο (2), έχοντα δικαίωμα υπογραφής πρόσωπα, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να ισχύει.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα σύμπραξης κατ' άρθρο 236 και ισχυροποίησης, με δήλωση συναίνεσης, στην υπογραφή ενός μόνο προσώπου, αφού ουδόλως προκύπτει από τα οριζόμενα από το Δ.Σ. ότι παρέχεται τέτοια δυνατότητα ... ". Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, αλλά και την έφεση του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, με την οποία αυτός παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής, κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης αυτού, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, επικυρώνοντας στο σύνολό της την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 236 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα, ήτοι την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον μόνο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι οι I. M. και Δ. Τ., επιδίδοντας την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας προς τον αναιρεσίβλητο, εκδήλωσαν εμπράκτως την συναίνεσή τους και ισχυροποίησαν την πράξη της καταγγελίας, κατ' άρθρο 236 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, με απόφασή του η οποία έλαβε την κατά νόμο δημοσιότητα, είχε αναθέσει στους A. Z., Ε. Μ., I. M., W. F. και Δ. Τ. την οργανική εκπροσώπησή της, υπό την προϋπόθεση ότι δύο εξ' αυτών θα συμπράττουν με την υπογραφή τους για τη διενέργεια, μεταξύ άλλων, των απολύσεων του προσωπικού της.

Ωστόσο, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης έγινε από αναρμόδιο όργανο της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας, διότι ο Γενικός Οικονομικός Διευθυντής αυτής Ε. Μ. δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου, ενεργώντας μόνος του, αλλά έπρεπε να συμπράξει με τον έχοντα δικαίωμα δεύτερης υπογραφής, προκειμένου να δηλωθεί νομότυπα και έγκυρα η σχετική δικαιοπρακτική βούληση αυτής.

Έτσι, υπογράφοντας αυτός μόνο το έγγραφο της επίδικης καταγγελίας, η εν λόγω καταγγελία δεν ασκήθηκε νομότυπα και, κατά συνέπεια, δεν επέφερε την έννομη συνέπεια της λύσης της εργασιακής σύμβασης. Εξάλλου, ενδεχόμενη παρουσία των I. M. και Δ. Τ. κατά την εγχείρηση του εγγράφου της καταγγελίας στον αναιρεσίβλητο, δεν μπορεί να αναπληρώσει την ελλείπουσα υπογραφή και, ως εκ τούτου, δεν νοείται η παροχή συναίνεσης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, για την διενέργεια της καταγγελίας, ενόψει του ότι οι παραπάνω δεν είναι τρίτα πρόσωπα, κατά την έννοια του 236 του Α.Κ., αλλά νομιμοποιούνται να δικαιοπρακτούν για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας, υπογράφοντας από κοινού με τον έχοντα δικαίωμα πρώτης υπογραφής, το έγγραφο της καταγγελίας και ενεργούν, επομένως, ως μέλη του καταστατικού οργάνου αυτής.

Επομένως, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης έγινε από αναρμόδιο όργανο, ήτοι δεν έγινε από τα όργανα της αναιρεσείουσας, που είχαν κατά νόμο την εξουσία να καταγγείλουν την ένδικη σύμβαση, μόνο εφόσον υπογράφουν αμφότεροι, το έγγραφο της καταγγελίας, επιπλέον, δε, δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος γι' αυτήν συστατικός έγγραφος τύπος, δεδομένου ότι το έγγραφο της καταγγελίας υπογράφηκε μόνο από τον Γενικό Οικονομικό Διευθυντή Ε.

Μ., ενώ για τη διενέργεια της καταγγελίας έπρεπε να φέρει την υπογραφή δύο προσώπων, που εκπροσωπούσαν την εταιρεία και είχαν ειδικά εξουσιοδοτηθεί, ανά δύο ενεργούντες, προς τούτο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση τoυ άρθρου 236 του Α.Κ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 8337/993/27-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1379/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4520/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ