Legislator Case Law & Legislation
1311/2016 AI generated

1311/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1311/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.199/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1311/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, επομένως και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Keywords

AI generated
delay in criminal prosecution untimely restitution petition late payment of fees excessive procedural duration lawful return delayed asylum application
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1311/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.199/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολυχρόνη Τσιρίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω αποχής του συνηγόρου από τα καθήκοντά του, κατά το άρθρο 349 παρ. 7 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, επομένως και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 782/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της παρεμπίπτουσας υπ’ αριθμ. 6/2013 αποφάσεώς του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης ταυτάριθμης κυρίας αποφάσεώς του και συμπροσβάλλεται με την τελευταία, κατά την δικάσιμο της 6-12-2012, οπότε άρχισε η εκδίκαση της υποθέσεως με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους του Χ.

Π. και Ν. Κ., δικηγόρους των Δικηγορικών Συλλόγων αντιστοίχως Σπάρτης και Ναυπλίου, απέρριψε το αίτημα, που κατ’ εντολή του τελευταίου, υπέβαλαν οι εκπροσωπούντες αυτόν συνήγοροί του αυτοί, για αναβολή της δίκης, κατ’ άρθρο 349 ΚΠοινΔ, λόγω αποχής των ιδίων κατά την ημέρα αυτή (6-12-2012) και την 7-12-2012, από τα καθήκοντά τους, συμμορφουμένων σε σχετική απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, ακολούθως δε η δίκη διακόπηκε για την 16-1-2013.

Κατά την μετά διακοπή συνεδρίαση του δικαστηρίου την τελευταία αυτή ημερομηνία (16-12013), προσήλθαν, ως εκπροσωπούντες τον απόντα κατηγορούμενο, οι αυτοί ως άνω συνήγοροί του, οι οποίοι μετείχαν κανονικώς της εφεξής διαδικασίας εκδικάσεως της υποθέσεως, κατά την οποίαν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, χωρίς να προβάλουν οιανδήποτε αντίρρηση και άσκησαν τα υπερασπιστικά τους καθήκοντά τους.

Την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση πλήττει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ κατά το πρώτο σκέλος του και Η’ κατά το δεύτερο σκέλος του, του ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του και για υπέρβαση εξουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι το δικαστήριο, μετά από αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής της δίκης, προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς προβολή τους, αφού αυτός, ως προς τον οποίο δεν επακολούθησε, κατά τα εκτεθέντα, έννομη επιβλαβής συνέπεια από την απόρριψη του αιτήματός του για αναβολή της δίκης, εφόσον εκπροσωπήθηκε από αμφοτέρους τους παραστάντες και ασκήσαντες τα υπερασπιστικά τους καθήκοντα ως άνω συνηγόρους του κανονικά στην συνεδρίαση, που επακολούθησε μετά την διακοπή, ενώ δεν προσδιόρισε στην υπό κρίση αίτηση ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω απόρριψη του αιτήματος του αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ. όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 25 του ν. 4055/2012. υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι’ αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. αν : αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλη: αξίας συνολικά ανώτερης των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ή ββ)το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) πράξη παράνομης ιδιοποίησης ξένων κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, δηλαδή πραγμάτων ή χρημάτων των οποίων η κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, ανήκει (πλήρως ή εν μέρει) σε τρίτα πρόσωπα, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.

α’ ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α ΠΚ και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, άσχετα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι’ αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενεργεία ή παράλειψη του δράστη, η οποία εκδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος αυτού.

Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (πλήρως ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ’ αυτόν (δράστη) από τον νόμο, ενώ δεν αρκεί η ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235. 236, 237, 242. 256, 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 α του Π Κ.

και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης. Ενώ, εάν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, και ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Η εν λόγω διάταξη δεν τυποποιεί εξαρχής νέα εγκλήματα, αλλά εισάγει επιβαρυντικές περιστάσεις και επαυξάνει το αξιόποινο των αντιστοιχούν βασικών εγκλημάτων του ΠΚ με τη συνδρομή ζημίας ορισμένου ύψους (ανώτερης των 150.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 παρ. 7 ν. 2943/2001) σε βάρος του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 263α ΠΚ, προϋποθέτοντας την πλήρωση όλων των νομοτυπικών στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης αυτών.

Έτσι, εάν το έγκλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, λόγω του ύψους της αξίας του αντικειμένου του, υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, είναι χωρίς έννομη σημασία η συνδρομή ή μη των επιβαρυντικών κακουργηματικών περιστάσεων του άρθρου 258 στοιχείο γ’ περ. αα’ και ββ’ ΠΚ. Όταν δε πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, για τον προσδιορισμό της αξίας του επιδιωκομένου παρανόμου οφέλους ή της ζημίας, που προκλήθηκε ή απειλήθηκε και για τον καθορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό περιεχόμενο όλων των μερικότερων πράξεων (άρθρο 16 παρ. 2 ν.

διατ/τος 2576/1953 - ΑΠ 849/2015) και δεν απαιτείται το αντικείμενο της κάθε μιας μερικότερης πράξεως να υπερβαίνει το εν λόγω ποσό (ΟλΑΠ 5/2002). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς αυτών και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.

Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα στο σκεπτικό των αναφερομένων στο διατακτικό, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία στην περίπτωση κατά την οποία το διατακτικό είναι λεπτομερές και περιέχονται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά τα ανωτέρω, αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και ως προς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι και οι προαναφερόμενες εκ του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 προβλεπόμενες με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους (ΑΠ 788/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.Δ.Ι.Κ.), το αντικείμενο της οποίας, ήτοι το όφελος που πέτυχε και η αντίστοιχη ζημιά που προξενήθηκε στο Δημόσιο και το ανωτέρω Ν.Π.Δ.Δ.

υπερβαίνει συνολικώς, αντιστοίχως, το ποσό των 150.000 ευρώ, καθώς ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 790.133,86 ευρώ για το πρώτο και των 191.844,90 ευρώ για το δεύτερο, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων, προέβη δε στην ως άνω πράξη του αυτή επί μακρό χρονικό διάστημα. Μετά δε την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που τέλεσε τις πράξεις του αυτές έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, κατεδίκασε αυτόν στην ποινή της καθείρξεως των δέκα (10) ετών.

Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από την παράθεση νομικής σκέψεως και από την εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στους τόπους και χρόνους που αναφέρονται παρακάτω και στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση τους τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και ειδικότερα, επί λέξει, ότι: "ο κατηγορούμενος ήταν επί 29 χρόνια άμισθος υποθηκοφύλακας στο Υποθηκοφυλακείο Σπάρτης, ήτοι από 25.1.1975 έως 31.12.2003 και σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών, από 1.1.1994 έως 31.12.2003, παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Δημόσιο δικαιώματα συνολικού ποσού 790.133,86 ευρώ και σε βάρος του ΤΑ.Χ.Δ1.Κ.

συνολικού ποσού 191.844,90 ευρώ. Συγκεκριμένα, καταχωρούσε στο γενικό βιβλίο τις πράξεις αλλά όχι και στα οικεία βιβλία από τα οποία και θα προέκυπτε η υποχρέωση του για την απόδοση των δικαιωμάτων. Ειδικότερα κατά τον διενεργηθέντα διαχειριστικό έλεγχο στα βιβλία και στοιχεία του εν λόγω Υποθηκοφυλακείου για την περίοδο 1.1.1994 έως 31.12.2003 διαπιστώθηκε ότι:

α) Σε 1.499 συνολικά περιπτώσεις τους εισαγόμενους προς εγγραφή τίτλους, ενώ τους καταχώρησε ο κατηγορούμενος στο Γενικό Βιβλίο Εκθέσεων και τους ενέγραψε στους τόμους του Υποθηκοφυλακείου, δεν τους καταχώρισε, όπως όφειλε, και στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να μην έχει καταχωρήσει για το σύνολο αυτών τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις υπέρ υποθηκοφύλακα δικαιώματα.

Εκ του συνόλου των περιπτώσεων αυτών οι 1103 ήταν πράξεις για τις οποίες επίσης δεν είχε καταχωρήσει και αποδώσει στο Δημόσιο και οι 923 πράξεις για τις οποίες επίσης δεν είχε καταχωρήσει και αποδώσει στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. τα προβλεπόμενα υπέρ αυτών δικαιώματα 3%ο και 1,5%ο, αντίστοιχα, β) σε 2.366 συνολικά περιπτώσεις καταχωρούσε τους εισαγόμενους προς εγγραφή τίτλους στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων με αξία μικρότερη αυτής που έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 2 §7 Ν. 1 653/86) να καταχωρηθεί, με αποτέλεσμα επί του ποσού της διαφοράς μεταξύ της καταχωρηθείσας αξίας και εκείνης που έπρεπε να καταχωρηθεί να μην έχει καταχωρήσει τα υπέρ του υποθηκοφύλακα δικαιώματα.

Εκ του συνόλου των περιπτώσεων αυτών οι 1.187 ήταν πράξεις για τις οποίες επίσης δεν είχε καταχωρήσει και αποδώσει στο Δημόσιο και οι 1731 πράξεις για τις οποίες επίσης δεν είχε καταχωρήσει και αποδώσει στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., επί της ως άνω διαφοράς, τα προβλεπόμενα υπέρ αυτών δικαιώματα 3%ο και 1,5%ο, αντίστοιχα. Από τα επικολλημένα στις σελίδες του Βιβλίου Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων διπλότυπα είσπραξης της Δ.Ο.Υ.

Σπάρτης και τις αποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος προέκυψε ότι τα δικαιώματα που απέδωσε στο Δημόσιο και ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. αφορούσαν μόνο τις πράξεις που καταχώρησε στο βιβλίο αυτό, καθώς και τα υπολόγισε επί της αξίας που αυτός καταχώρησε, ως αξία τίτλων, και όχι επί της αξίας που όφειλε, σύμφωνα με τις διατάξεις να καταχωρεί, γ) Δεν συμπεριέλαβε στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων, τα προβλεπόμενα υπέρ Υποθηκοφύλακα δικαιώματα αν και τα εισέπραξε, για το σύνολο των ανωτέρω πράξεων που δεν καταχώρησε στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων (1.499 πράξεις) ή που καταχώρησε σ’ αυτό με μικρότερη αξία (2.366 πράξεις).

δ) Τα αναγραφόμενα στη στήλη των εξόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων ποσά, που παρακρατούσε για την αντιμετώπιση γενικά των εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου, σε σχέση με την αμοιβή του και τα αναγραφόμενα έσοδα στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων, με βάση τα οποία έπρεπε να τα υπολογίζει, ήταν μεγαλύτερα απ’ όσα εδικαιούτο να παρακρατεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως εξόδων λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, συμπεριλαμβανομένων και των δαπανών για μισθώματα, παροχές ύδρευσης, ρεύματος κ.λ.π, ε) Για το γ’ και δ’ τρίμηνο του 1995, για όλα τα τρίμηνα του 1996 και για το α’ και γ’ τρίμηνο του 1997 δεν μετέφερε στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων το ποσό των δικαιωμάτων του από την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων από παλαιούς τίτλους, όπως αυτά προκύπτουν από το Βιβλίο Έκδοσης Πιστοποιητικών και Αντιγράφων, στα οποία τα είχε καταχωρήσει.

Και στ) Κατά το χρονικό διάστημα από 14,6.1996 έως 31.12.2003 δεν απέδωσε στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ το πάγιο υπέρ αυτού δικαίωμα, ποσού 4.282,72 Ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε το ως άνω Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Από τις ανωτέρω (υπό στοιχ. α και β) πράξεις του προκλήθηκε ζημία στο Δημόσιο ποσού 281.466,18 Ευρώ και ζημία στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

ποσού 187.562,18 Ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Από δε τις υπό στοιχ. γ, δ και ε πράξεις του, προκλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου ζημία ποσού 508.667,68 Ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Συνολικά δε ζημία σε βάρος του Δημοσίου με αντίστοιχο παράνομο όφελος του που ανέρχεται στο ποσό των 790.133,86 Ευρώ και σε βάρος του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ που ανέρχεται, στο ποσό των 191.844,90 Ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.

Περί των ανωτέρω κατέθεσε μετά λόγου γνώσης η μάρτυρας οικονομική Επιθεωρήτρια του Υπουργείου Οικονομικών, Α. Δ., μία εκ των οικονομικών επιθεωρητριών που διενήργησαν τον έλεγχο, η οποία κατά την κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα του διαχειριστικού ελέγχου που διενήργησαν στα βιβλία και στοιχεία του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης για την περίοδο από 1.1.1994 έως 31.12.2003 και ανέφερε ότι με εισαγγελική παραγγελία έγινε έρευνα σε όλα τα υποθηκοφυλακεία και δεν βρέθηκαν άλλες τέτοιες περιπτώσεις.

Ο ίδιος δε απολογούμενος στον ανακριτή δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός που δεν καταχώρησε τους εισαχθέντες προς εγγραφή τίτλους στο αρμόδιο βιβλίο. Ο ισχυρισμός του δε ότι δεν γνώριζε το νόμο δεν αποδείχθηκε, λαμβανομένων υπόψη του ότι επί 20 χρόνια δεν είχε πρόβλημα, ενώ είχε δήθεν άγνοια του νόμου τα τελευταία 10 χρόνια.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όταν εντοπίστηκε το πρόβλημα, ο κατηγορούμενος καμία αντίρρηση δεν εξέφρασε και επέστρεψε το ποσό αυτό με τις προσαυξήσεις του και συνολικά 2.000.000,00 ευρώ περίπου μέσα σε 48 ώρες, ως να ανέμενε ότι αν κάτι ανακαλυφθεί να μπορούσε να τακτοποιήσει άμεσα το ζήτημα. Ο ισχυρισμός του ότι τα 2.000.000 Ευρώ ευρίσκοντο σε λογαριασμό της Τραπέζης και προήρχοντο από τα δικαιώματα τα δικά του, τους μισθούς της συζύγου του και από την κληρονομιά του πατέρα του, πέραν του ότι είναι δυσανάλογα μεγάλο ποσό σε σχέση τις νόμιμες φορολογητέες απόλαυες τους (του ιδίου και της συζύγου του) και τις συγχρόνως ηυξημένες δαπάνες (ανατροφή και σπουδές τεσσάρων τέκνων), έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση της συζύγου του, μάρτυρος υπερασπίσεως, η οποία, στην ερώτηση, πως ανερεύθησαν τα ως άνω χρήματα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ανέφερε ότι αφενός δεν γνώριζε, ούσα φιλόλογος, την ύπαρξη τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο υποτίθεται εισέρχονταν και οι δικοί της μισθοί και αφετέρου ότι προήλθε το ως άνω ποσό από πώληση κτημάτων, γεγονός το οποίο, πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε δια συμβολαίων πώλησης κατά την επίδικη χρονική περίοδο ή προγενέστερα αυτής, δεν γίνεται πιστευτό λόγω του μεγάλου ύψους του ποσού.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, επί μακρό χρόνο σε βάρος του Δημοσίου και σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου από την οποία το όφελος που πέτυχε και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (146.736 Ευρώ).

Το Δικαστήριο όμως πρέπει να δεχθεί ως και πρωτοδίκως τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και δ’ του ΠΚ". Ακολούθως το δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στον παρακάτω τόπο και χρόνο με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.

α’ του ΠΚ, ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα, τα οποία κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας του, το δε αντικείμενο της πράξης είχε αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, η παραπάνω δε πράξη του στρεφόταν κατά του Δημοσίου καθώς και κατά Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.1 του Ν, 1608/1950 και το όφελος που πέτυχε και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000 000 δρχ. (δηλ. 146,736 Ευρώ) Την τέλεση δε των πράξεων αυτών εξακολούθησε επί μακρό χρόνο, δηλαδή επί μία δεκαετία περίπου.

Ειδικότερα, στη Σπάρτη κατά το από 1.1.1994 μέχρι 31.12.2003 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ κατείχε τη θέση του άμισθου Υποθηκοφύλακα στο Άμισθο Υποθηκοφυλακείο Σπάρτης παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Δημόσιο και στο Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) που αποτελεί νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, δικαιώματα υπέρ αυτών επί διαφόρων τίτλων και παρακράτησε και δεν απέδωσε στο Δημόσιο τα επιπλέον χρήματα από εκείνα που είχε δικαίωμα να παρακρατεί λόγω της ως άνω ιδιότητας του από τα εισπραττόμενα υπέρ αυτού δικαιώματα.

Με την ανωτέρω δε πράξη του προκλήθηκε συνολική ζημία σε βάρος του Δημοσίου ποσού 790.133,86 Ευρώ και σε βάρος του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ συνολική ζημία ποσού 191.844,90 Ευρώ με αντίστοιχο παράνομο όφελος του ιδίου. Συγκεκριμένα: Α) Σε 1499 περιπτώσεις εισαγωγής τίτλων προς εγγραφή, που αποτελούσαν πράξεις για τις οποίες έπρεπε να εισπραχθούν και αποδοθούν τα προβλεπόμενα από τις οικείες διατάξεις υπέρ διαφόρων προσώπων δικαιώματα και οι οποίες αναφέρονται αναλυτικά στο Παράρτημα III της υπ’ αριθμ. .../2006 Έκθεσης Διαχειριστικού Ελέγχου της Γενικής Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης, ενώ τις είχε καταχωρήσει στο Γενικό Βιβλίο Εκθέσεων και ενεγράφησαν στους τόμους του Υποθηκοφυλακείου, δεν τις καταχώρισε όπως όφειλε και στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να μην έχει καταχωρήσει και αποδώσει για 1103 πράξεις στο Δημόσιο και για 923 στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

τα προβλεπόμενα υπέρ αυτών δικαιώματα 3%ο και 1,5%ο, αντίστοιχα. Β) σε 2.366 περιπτώσεις που αναφέρονται αναλυτικά στο Παράρτημα III της παραπάνω έκθεσης, καταχωρούσε τους εισαγόμενους προς εγγραφή τίτλους στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων με αξία μικρότερη αυτής που έπρεπε σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 2 §7 Ν. 1 653/8 6) να καταχωρηθεί, με αποτέλεσμα επί του ποσού της διαφοράς μεταξύ της καταχωρηθείσας αξίας και εκείνης που έπρεπε να καταχωρηθεί να μην έχει καταχωρήσει και αποδώσει στο Δημόσιο για 1.187 πράξεις και στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.

για 1731 πράξεις τα προβλεπόμενα υπέρ αυτών δικαιώματα 3%ο και 1,5%ο, αντίστοιχα. Γ) Δεν συμπεριέλαβε στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων, τα προβλεπόμενα υπέρ Υποθηκοφύλακα δικαιώματα αν και τα εισέπραξε, για το σύνολο των ανωτέρω πράξεων που δεν καταχώρησε στο Βιβλίο Είσπραξης Τελών και Δικαιωμάτων (1499 πράξεις) ή που καταχώρησε σ’ αυτό με μικρότερη αξία (2.36 6 πράξεις).

Δ) Τα αναγραφόμενα στη στήλη των εξόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων ποσά που παρακρατούσε για την αντιμετώπιση γενικά των εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου σε σχέση με την αμοιβή του και τα αναγραφόμενα έσοδα στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων, με βάση τα οποία έπρεπε να τα υπολογίζει, ήταν μεγαλύτερα απ’ όσα εδικαιούτο να παρακρατεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως εξόδων λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, συμπεριλαμβανομένων και των δαπανών για μισθώματα, παροχές ύδρευσης, ρεύματος κ.λ.π.

Ε) Για το γ’ και δ’ τρίμηνο του 1995, για όλα τα τρίμηνα του 1996 και για το α’ και γ’ τρίμηνο του 1997 δεν μετέφερε στη στήλη των εσόδων του Βιβλίου Εισοδημάτων το ποσό των δικαιωμάτων του από την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων από παλαιούς τίτλους, όπως αυτά προκύπτουν από το Βιβλίο Έκδοσης Πιστοποιητικών και- Αντιγράφων, στα οποία τα είχε καταχωρήσει, και ΣΤ) Κατά το χρονικό διάστημα από 14.6.1996 έως 31.12.2003 δεν απέδωσε στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ το πάγιο υπέρ αυτού δικαίωμα, ποσού 4.282,72 Ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε το ως άνω Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Από τις ανωτέρω (υπό στοιχ. Α και Β) πράξεις του προκλήθηκε ζημία στο Δημόσιο ποσού 281.466,18 Ευρώ και ζημία στο ΤΑΧΔΙΚ ποσού 187.562,18 Ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Από δε τις υπό στοιχ. Γ, Δ και Ε πράξεις του, προκλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου ζημία ποσού 508.667,68 Ευρώ πλέον των νομίμων προσαυξήσεων. Συνολικά δε ζημία σε βάρος του Δημοσίου με αντίστοιχο παράνομο όφελος του που ανέρχεται στο ποσό των 790.133,86 Ευρώ και σε βάρος του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ που ανέρχεται, στο ποσό των 191.844,90 Ευρώ πλεόντων νομίμων προσαυξήσεων".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση του ν. 1608/1950, της επί μακρό χρόνο τελέσεως της πράξεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεων των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.

α’ , 27 παρ. 1, 258 εδ. γ’ του ΠΚ και 1 παρ. 1 του ν.1608/1950, που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ούτε στέρησε την απόφασή του της νομίμου βάσεώς της. Ειδικότερα, παρατίθενται τα ποσά και ο τρόπος που ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο αναιρεσείων ως υπάλληλος, υπό την ιδιότητα του αμίσθου υποθηκοφύλακα του Αμίσθου Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης και ότι το συνολικό ποσό, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του, υπερέβαινε τα 150.000 ευρώ καθώς και ότι η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο και το ΤΑΧΔΙΚ ανέρχονται αντιστοίχως στα ποσά των 790.133,86 και 191.844,90 ευρώ.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία να μνημονεύεται στην αιτιολογία της αποφάσεως οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αυτός προήλθε στην είσπραξη των ποσών εκάστης περιπτώσεως. Διηγηματικώς γίνεται λόγος στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι μετά την υπ’ αυτού είσπραξη εκάστου ποσού δεν απέδιδε αυτό ως όφειλε στο δικαιούχο Δημόσιο και ΤΑΧΔΙΚ και ακολούθως προέβαινε στην παράνομη ιδιοποίηση των εισπραχθέντων χρημάτων.

Δεν συνιστά δε έλλειψη της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως η επανάληψη των στοιχείων του κατηγορητηρίου και του διατακτικού αυτής στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού το διατακτικό αυτής είναι διατυπωμένο αναλυτικά και με πληρότητα έτσι ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού πέραν του ότι στο τελευταίο αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό και επί πλέον παρατίθενται και σκέψεις για την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ , ότι το δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν.1608/1950, εδέχθη ότι συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση της επί μακρό υπό αυτού (αναιρεσείοντος) τελέσεως της πράξεως και δη επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, αφού το ποσό των 50.000.000 δραχμών, συμπληρώθηκε καθ’ όσον μεν αφορά το Δημόσιο το έτος 1998 και καθ’ όσον δ’ αφορά το ΤΑΧΔΙΚ το έτος 2002, με συνέπεια έκτοτε να λάβει τον κακουργηματικό χαρακτήρα της η πράξη και έκτοτε και μέχρι του χρόνου τελέσεως της τελευταίας πράξεως, την 31-12-2003, υπό την κακουργηματική της πλέον μορφή, λόγω μη παρόδου τουλάχιστον δεκαετίας να μη στοιχειοθετείται η τέλεσή της υπό την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως, είναι αβάσιμη και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορριπτέος, αφού τέτοια προϋπόθεση, δηλαδή της επί δεκαετία τουλάχιστον τελέσεως της πράξεως αφ’ ότου συμπληρωθεί το ποσό των 150.000 ευρώ και στοιχειοθετηθεί ο κακουργηματικός χαρακτήρας της πράξεως, ούτε τίθεται από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.1608/1950, ούτε και προκύπτει, κατά την αληθή έννοια και τον σκοπό της διατάξεως αυτής.

Η αυτή αιτίαση, με την οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το άρθρο 501 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως, είναι επίσης αβάσιμη και ο σχετικός αυτός λόγος αναιρέσεως απορριπτέος, εν όψει των παραδοχών της προσβαλλομένης, κατά τα εκτεθέντα, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη εξακολουθητικώς επί μακρόν χρόνον, ήτοι επί μια δεκαετία περίπου και δη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-2003.

Η τοιαύτη δε αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, ως περιέχουσα το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τελέσθηκε η πράξη και την, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή, ότι το χρονικό αυτό διάστημα είναι μακρό, είναι επαρκής και δεν απαιτείται άλλη αιτιολογία ή να αναφέρεται γιατί το Δικαστήριο θεωρεί ότι το χρονικό αυτό διάστημα είναι μακρό (ΑΠ 876/2013, με την οποίαν εκρίθη ως μακρό το χρονικό διάστημα από 12-2-1993 έως 20-2-1995, ΑΠ 788/2013).

Επειδή, κατά τις διατάξεις του, μετά την κατά την 16-1-2013 έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, δημοσιευθέντος Ν.4312/2014 (που προβλέπει ευμενέστερη ποινική μεταχείριση για τους κατηγορουμένους που ικανοποίησαν χρηματικώς τους παθόντες μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρώτο βαθμό), ορίζονται: 1) στο άρθρο 1 αυτού, ότι στα εγκλήματα που προβλέπονται από τις διατάξεις:

α) του ν. 2523/1997 (Α` 179), β) του ν. 2960/2001 (Α` 265), γ) του ν. 2803/2000 (Α`48), δ) του ν. 3691/2008 (Α` 166), ε) του ν. 3213/2003 (Α 309), στ) του ν.4022/2011 (Α`219), ζ) του Ποινικού Κώδικα που στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία πραγματώθηκαν χωρίς βία ή απειλή και τελέσθηκαν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Ο.Τ.Α.

ή οποιουδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 9 του ν. 1232/1982 (Α` 22) ή του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α` του ν.3429/2005 ή οποιουδήποτε άλλου φορέα της Γενικής Κυβέρνησης ή οποιασδήποτε ανεξάρτητης διοικητικής αρχής ή άλλης κρατικής αρχής, καθώς και η) από τις διατάξεις των άρθρων 256 και 258 του Ποινικού Κώδικα (απιστία και υπεξαίρεση σχετικά με την υπηρεσία), ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής του ν. 1608/1950 ..., σε περίπτωση κατάσχεσης, δέσμευσης, απαγόρευσης κίνησης τραπεζικών λογαριασμών ή ανοίγματος θυρίδων, η αρχή ή το δικαιοδοτικό όργανο που εξέδωσε την οικεία απόφαση, διάταξη ή βούλευμα, διατάσσει την παρακατάθεση των μετρητών, του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών ή των μετρητών που περιέχονται σε θυρίδες, σε δεσμευμένο άτοκο λογαριασμό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως δεσμευμένων χρηματικών απαιτήσεων κατά του υπόπτου ή του κατηγορουμένου.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις ισχύουν και στα συναφή με όλα τα ανωτέρω εγκλήματα, που τελέστηκαν με σκοπό τη διευκόλυνση τέλεσης ή τη συγκάλυψη αυτών. 2) στο άρθρο 2 παρ.4 του νόμου αυτού," σε περίπτωση πλήρους ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος ...γ) αν η προβλεπόμενη ποινή είναι κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, επιβάλλεται αα] φυλάκιση μέχρι δυο έτη, αν η ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την απολογία του κατηγορούμενου στον ανακριτή και ββ] φυλάκιση μέχρι τρία έτη, αν η ικανοποίηση λάβει χώρο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στη πρωτοβάθμια δίκη ...".

Από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε (σελ 19) κατά λέξη ότι: "... Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όταν εντοπίστηκε το πρόβλημα, ο κατηγορούμενος καμία αντίρρηση δεν εξέφρασε και επέστρεψε το ποσό αυτό με τις προσαυξήσεις του και συνολικά 2.000.000,00 ευρώ περίπου μέσα σε 48 ώρες, ως να ανέμενε ότι αν κάτι ανακαλυφθεί να μπορούσε να τακτοποιήσει άμεσα το ζήτημα ...".

Η παραδοχή αυτή δεν ενέχει ασάφεια καθόσον αφορά τον ακριβή χρόνο που πραγματοποιήθηκε από τον κατηγορουμένη η απόδοση (επιστροφή) του ως άνω υπεξαιρεθέντος στην υπηρεσία χρηματικού ποσού, αλλά σαφώς προκύπτει ότι ο ακριβής χρόνος που πραγματοποιήθηκε η επιστροφή από τον αναιρεσείοντα του υπεξαιρεθέντος ποσού είναι πριν από τον απολογία του στον ανακριτή.

Δεδομένου τούτου και συμφώνως προς τον ανωτέρω Ν.4312/2014, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής του το πλαίσιο της επιβλητέας ποινής, προσδιορίζεται σε κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, ενώ με μόνη την αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α’ και δ’ του ΠΚ η ποινή προσδιορίζεται σε κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών).

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού κρίνεται αυτεπαγγέλτως, ότι είναι δυνατόν να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου νεότερου νόμου, σύμφωνα μετά τα άρθρα 2 ΠΚ και 511 εδ. γ’ του ΚΠοινΔ., πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση δήλωση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, την υπ’ αριθμ. 6/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και μόνον κατά την διάταξη αυτής περί του ύψους της επιβλητέας ποινής στον κατηγορούμενο, κατά τα προεκτεθέντα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την επιδοθείσα την 31-3-2015 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υπ’ αριθμ. πρωτ: …/2015 από 30-3-2015 δήλωση του Δ. Β. του Ε., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ