Supreme Court allows appeal against bank's special jurisdiction rule violating constitutional equality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the jurisdiction of the Agricultural Bank of Greece. The appellants argued that the bank's special jurisdiction rules violated the constitutional principle of equality by treating them differently from creditors of other banks without sufficient justification. The Court agreed that the specific provisions placing the bank in a privileged position lacked the necessary public interest grounds, thus overturning the lower court's dismissal of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 20 of the Constitution; Article 6(1) of the ECHR; The principle of equality prohibits legislative or judicial treatment of similar cases differently unless justified by specific circumstances or public interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1311 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1311/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ζ. του Ι. κατοίκου ... και 2. Τ. Ζ. του Ι. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάνο Σιμιτό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Ξανάλατο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας στην εφεξής "ΑΤΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2006 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 10-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολομ.ΑΠ 36/1988, 7/2006).
Εξ άλλου, από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπον ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας Ν. 4332/1929, η ΑΤΕ, αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό, κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Αργότερα, με σειρά νομοθετικών διατάξεων, μεταβλήθηκε ο νομικός χαρακτήρας και η δομή της ΑΤΕ. Αρχικά με το άρθρο 8 του Ν. 1697/1987 με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ στη διενέργεια οποιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της, κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών. Στη συνέχεια, με το άρθρο 26 παρ.1 του Ν. 1914/1990, η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού της σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και η έγκρισή του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο, και τέλος με το Ν. 2076/1992, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η οδηγία 89/646/ΕΟΚ.
Για τις άλλες Τράπεζες, στις οποίες εφαρμόζεται χωρίς εξαίρεση το Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (αρθρ. 53 παρ.2 του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923 σε συνδ. με 933 παρ.1 του ΚΠολΔ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 11 παρ.4, και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929, με τις οποίες ορίζεται αποκλειστικά αρμόδιο, για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως που επισπεύδεται από την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, το Ειρηνοδικείο, παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ΑΤΕ Α.Ε.
σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων Τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η εξαίρεση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.
Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες και αντί αυτών ισχύουν οι διατάξεις του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, που ισχύουν και για όλες τις άλλες Τράπεζες και κατά συνέπεια αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (ΟλΑΠ 24/2006, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 177/2011). Εξ άλλου, ο διάδικος που υποστηρίζει ότι η υπόθεση του έπρεπε κατά νόμον να εισαχθεί για εκδίκαση σε δικαστήριο ανώτερο από εκείνο στο οποίο πράγματι εισήχθη, δεν χρειάζεται για το παραδεκτό του σχετικού αναιρετικού λόγου να επικαλείται και περαιτέρω έννομο προς τούτο συμφέρον αφού αυτό εμπεριέχεται στην ρητώς διατυπούμενη ή σιωπηρώς εννοούμενη αξίωσή του να εκδικασθεί η υπόθεση του από τον φυσικό της δικαστή.
Στην κρινομένη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με την από 3-3-2006 ανακοπή (κατ' άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ.), που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επισπευδομένης από αυτή σε βάρος τους αναγκαστικής εκτελέσεως, με βάση την από 7-11-2005 κατασχετήρια επιταγή, καθώς και το υπ' αριθμ. .../2006 πρόγραμμα πλειστηριασμού συμβολαιογράφου της Θήρας άλλως να ακυρωθεί αυτή και οι μέχρι τότε διενεργηθείσες πράξεις της.
Οι ανακόπτοντες, για τη θεμελίωση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, προς εκδίκαση της ανακοπής, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι η νόμιμη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που οφείλει να ακολουθήσει η καθής ΑΤΕ ΑΕ κατά των οφειλετών της, προς είσπραξη των απαιτήσεων της είναι η διαδικασία του από 17-7-/13-8-1923 ΝΔ περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών και όχι το εξαιρετικό προνομιακό καθεστώς που θεσπίσθηκε για την ΑΤΕ κατά τα προεκτεθέντα.
Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η 48/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία τούτο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θήρας, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 25-1-2007 έφεση, με τον μοναδικό λόγο της οποίας ισχυρίσθηκαν ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην, καθόσον, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 4332/1929, στο βαθμό που δεν καταργήθηκαν μετά τη μετατροπή της αναιρεσίβλητης σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία κερδοσκοπικού χαρακτήρα, παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ATE A.E σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η ρύθμιση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (άρθρο 4 παρ. 1 Σ), ως και τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Παρά τη νομική μορφή της ανώνυμης εταιρείας που απέκτησε η ΑΤΕ, οι ειδικές γι' αυτήν ρυθμίσεις διατηρήθηκαν σε ισχύ ... Οι διατάξεις του ν. 4332/1929 που καθιερώνουν ειδικά προνόμια υπέρ της ΑΤΕ διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εφαρμογή του ν. 2076/1992 και έτσι αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπής κατά της εκτέλεσης που επισπεύδεται από την ΑΤΕ για διαφορές από δανειστικά συμβόλαια είναι το Ειρηνοδικείο της έδρας του καταστήματος που επισπεύδει ...
Η νομοθετική ρύθμιση της καθύλην αρμοδιότητος του Ειρηνοδικείου δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, ούτε σε άλλη συνταγματική διάταξη ... ούτε προσβάλλει αμέσως ή εμμέσως δικαιώματα συνταγματικώς κατοχυρωμένα ή από το σύνταγμα απορρέοντα ...". Ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας και συνακόλουθα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αναιρεθεί σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου με τον οποίο, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου του, προβάλλεται η αναιρετική αυτή πλημμέλεια (πρβλ. μειοψηφούσα γνώμη στην Ολ.ΑΠ 30/1995). Περαιτέρω, αβασίμως, κατά τα προεκτεθέντα, υποστηρίζεται από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προβάλλουν τον ρηθέντα αναιρετικό λόγο, ενώ απαραδέκτως προβάλλεται από την αναιρεσίβλητη ένσταση δεδικασμένου, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έγγραφες προτάσεις της, οι οποίες κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (αρθρ. 570 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και τα περιστατικά της θεμελιώσεως της δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως.
Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ καθώς και του άρθρου 535 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (αναλογικά εφαρμοζόμενου). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176,183 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 101/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ