Legislator Case Law & Legislation
1311/2012 AI generated

1311/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1311/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/ΕΡΓ/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1311/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

Keywords

AI generated
surplus-sharing minimum maintenance calculation part-time gainful activity equality for men and women unemployment insurance financing deficit working hours unemployment insurance administrative body
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1311/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Β. του Ι., 2) Γ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαριώρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΒΕΡΟΙΑΣ" που εδρεύει στην Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Καπραρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/ΕΡΓ/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 12/11/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δε δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρων 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κλπ), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της αρχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ'άρθρο 1 παρ. 13 του Ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στη βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχομένων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Εξάλλου, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται (βλ.

και άρθρ. 28 παρ. 4 του ίδιου νόμου). Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσεως, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως συνιστά η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στον συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ή η μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είναι υπάλληλοι του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. και συνδέονται με αυτό με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούμενοι κανονικά από αυτό πριν από την 1-1-2002, απασχολούνται δε μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ο μεν πρώτος με την ειδικότητα ΔΕ πρακτικών μηχανικών, ο δε δεύτερος με την ειδικότητα ΔΕ χειριστών, υπαγόμενοι μισθολογικά στο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003.

Ο τρόπος αμοιβής τους ρυθμίζεται από τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003 με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, ενώ από την 1-1-2004 και εντεύθεν με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003. Δυνάμει του Ν. 2470/1997, όπως ισχύει, που αφορά την "Αναμόρφωση του μισθολογίου της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", εκδόθηκαν πλείστες ΚΥΑ, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Ν. 3016/2002 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκε πρόσθετη μηνιαία μισθολογική αμοιβή, ύψους 88 ευρώ από 1-1-2002 έως 30-6-2002 και αντίστοιχη αμοιβή 176 ευρώ μηνιαίως από 1-7-2002 και εφεξής, σε πολλές κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ και Οργανισμών που εποπτεύονται από αυτό, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 και εντεύθεν με το Ν. 3205/2003, δικαιούμενοι σε όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους στους ΟΤΑ και στα υπαγόμενα σ' αυτούς Ν.Π.Δ.Δ.

και Ν.Π.Ι.Δ. Πλην όμως, συλλογική συμφωνία με υποκείμενο τους υπαλλήλους των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ και, κατ' επέκταση, ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από την τοπική αυτοδιοίκηση (ΟΤΑ) δεν καταρτίσθηκε, ούτε, συνεπώς, εκδόθηκε για τους υπαλλήλους αυτούς κάποια ΚΥΑ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, κάτι που άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται.

Και ναι μεν η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, πλην όμως, σε κάθε περίπτωση, για τη χορήγηση της επίδικης παροχής προηγήθηκε η έκδοση αντίστοιχης ΚΥΑ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, που προέβλεπε τη χορήγησή της κατά κατηγορία υπαλλήλων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, είπε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η μη έκδοση ΚΥΑ κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, που να χορηγούσε και στους υπαλλήλους των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ που ανήκουν ή εποπτεύονται από αυτούς, την πρόσθετη μισθολογική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, δεν συνιστά παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων των οικείων ΝΠΔΔ, τα οποία άλλωστε δεν είχαν εξουσία αντίστοιχης κανονιστικής πράξης.

Για το λόγο αυτό οι υπάλληλοι των τελευταίων δεν μπορούν να αξιώσουν να τους χορηγηθεί το παραπάνω ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως ούτε με την, μέσω της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 περ. β του Συντάγματος), εφαρμογή και σε αυτούς των ΚΥΑ που εκδόθηκαν για άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου ή άλλων ΝΠΔΔ ή του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003...

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή με την οποία οι αναιρεσείοντες ζητούν την επιδίκαση της ως άνω πρόσθεσης ένδικης παροχής ως ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002 και 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003, αφού, παρότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση που τίθεται από τον νόμο για τη χορήγηση της ένδικης ειδικής παροχής, δηλαδή την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ακολούθως απέρριψε την αγωγή, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι, εφόσον δεν προηγήθηκε κάποια συλλογική συμφωνία με υποκείμενο τους υπαλλήλους των ΟΤΑ και των από αυτούς εποπτευομένων ΝΠΔΔ, όπως το αναιρεσίβλητο, ούτε εκδόθηκε σχετική υπουργική απόφαση, η μη χορήγηση της ένδικης παροχής και σε αυτούς δεν συνιστά παραβίαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδονται οι παραπάνω πλημμέλειες, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αυτό άρθρ. 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. περί παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ως εκ του ότι το δικαστήριο "παραμερίζοντας κατά την ερμηνεία του νόμου τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού ενώ παρέχουμε την ίδια εργασία με τους λογικούς υπαλλήλους του Δημοσίου που λαμβάνουν το επίδομα (δυνάμει του ενιαίου μισθολογίου ως πρόσθετη μισθολογική παροχή), αυτοί λαμβάνουν την επίδικη παροχή και εμείς όχι", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες κατά τρόπο γενικό και αόριστο αιτιάσεις δεν θεμελιώνουν τον λόγο αυτό αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 23/ΤΠ/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ