1311/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1311/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενδεχόμενη ανεπάρκεια της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επηρεάζει ούτε τη νομιμοποίηση των τελευταίων να ασκήσουν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου αγωγή για την επιδίκαση των απαιτήσεών τους ούτε τη βασιμότητα της εν λόγω αγωγής (Α.Π. 630/2009, Α.Π. 1163/ 1981).
Full text
Απόφαση 1311 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1311/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Αργυρούλη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Α. Α.Ε." που έχει την έδρα της στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πελέκη, που ανακάλεσε την από 8-2-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 920/2005 εν μέρει οριστική και 739/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1111/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 3-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1901, 1902, 1904, 1905 και 1907 Α.Κ. προκύπτει ότι ο κληρονόμος, μετά τη γενόμενη στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας δήλωσή του περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα χρέη της κληρονομίας αλλά εξακολουθεί να ευθύνεται για αυτά, μόνο όμως έως το ενεργητικό της κληρονομίας, δηλαδή μόνο με τα στοιχεία της κληρονομίας και όσο αυτά επαρκούν (cum viribus hereditatis), χωρίς να ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία, από την οποία η περιουσία του κληρονομουμένου έχει αποχωρισθεί και αποτελεί χωριστή ομάδα.
Ενδεχόμενη ανεπάρκεια της κληρονομικής περιουσίας προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των κληρονομικών δανειστών δεν επηρεάζει ούτε τη νομιμοποίηση των τελευταίων να ασκήσουν κατά του εξ απογραφής κληρονόμου αγωγή για την επιδίκαση των απαιτήσεών τους ούτε τη βασιμότητα της εν λόγω αγωγής (Α.Π. 630/2009, Α.Π. 1163/ 1981).
Απλώς έχει ως συνέπεια ότι για την ικανοποίηση των εν λόγω απαιτήσεων δεν επιτρέπεται να γίνει αναγκαστική εκτέλεση επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου αλλά μόνο επί των περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του κληρονόμου περί αποδοχής της κληρονομίας του οφειλέτη με το ευεργέτημα της απογραφής μπορεί να προταθεί (μόνο) ως λόγος ανακοπής κατά της τυχόν επί της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως (Α.Π. 630/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι παρά το γεγονός ότι αυτός με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής της αναιρεσιβλήτου (που ασκήθηκε κατ' αυτού με την ιδιότητά του ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος οφειλέτη της και ετεροθαλούς αδελφού του Ι.
Π. ή Π.), είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι με τη 1406/2002 δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών είχε αποδεχθεί την κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος με το ευεργέτημα της απογραφής και ότι εντός της νομίμου προθεσμίας είχε ολοκληρώσει την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας με την .../11-7-2002 πράξη της συμβολαιογράφου Ηλέκτρας Στυλιανής Πατέλη, και παρά το γεγονός ότι μετά την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως κατ' ουσίαν αβασίμου, τον επανέφερε με λόγο εφέσεως, εν τούτοις το εφετείο τον απέρριψε επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο [με την αιτιολογία ότι αυτός (ο αναιρεσείων), αφού αποδέχθηκε την κληρονομία του προαναφερθέντος οφειλέτη με την .../17-10-2002 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλέκτρας Στυλιανής Πατέλη, στη συνέχεια, στις 15-11-2004, με την .../15-11-2004 πράξη της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, δήλωσε ότι εκ παραδρομής της τελευταίας δεν είχε αναφερθεί στην προηγούμενη πράξη της ότι η αποδοχή έγινε επ' ωφελεία απογραφής και ότι συνεπώς η δήλωση αποδοχής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής έγινε στις 15-11-2004, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών από το θάνατο του κληρονομουμένου στις 19-12-2001] και ότι έτσι η προσβαλλομένη εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1902 και 1904 Α.Κ.
και εφάρμοσε εκείνη του άρθρου 1901 του ίδιου κώδικα. Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, πέρα από την αοριστία του (η οποία συνίστατο στη μη αναφορά του χρόνου της δηλώσεώς του περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής ενώπιον του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνέπεια να μην προκύπτει αν η δήλωση αυτή έγινε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 1847 Α.Κ.), ήταν απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο ισχυρισμός περί αποδοχής της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια ως προς τη βασιμότητα της αγωγής.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την πιο πάνω εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία αυτή με την παρούσα, να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι ενώ αυτός με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι με τη 1406/2002 δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών είχε αποδεχθεί την κληρονομία του αποβιώσαντος οφειλέτη με το ευεργέτημα της απογραφής και ότι είχε συντάξει εμπροθέσμως την απογραφή, και ενώ, μετά την απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως κατ' ουσίαν αβασίμου, τον επανέφερε με λόγο εφέσεως, εν τούτοις το εφετείο τον απέρριψε επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με την αναφερόμενη εσφαλμένη αιτιολογία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, το εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. δεν μπορεί να θεμελιωθεί αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, σε κάθε δε περίπτωση διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Από τα άρθρα 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ., αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 694/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι είχε αποδεχθεί την κληρονομία του ανωτέρω αποβιώσαντος ετεροθαλούς αδελφού του επ' ωφελεία απογραφής, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη 1406/2002 δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την .../11-7-2002 πράξη της συμβολαιογράφου Ηλέκτρας Στυλιανής Πατέλη και την .../15-11-2004 πράξη διορθώσεως της ίδιας συμβολαιογράφου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον ο προαναφερθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη της βασιμότητας του οποίου ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, ήταν κατά τ' ανωτέρω απορριπτέος ως μη νόμιμος. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", από την πιο πάνω δε αναφορά της προσβαλλομένης αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα το τελευταίο μνημονεύεται και ειδικά σ' αυτήν.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 1111/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ