Legislator Case Law & Legislation
1311/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where defendant's third-party ownership claim is a valid defense, not a procedural error.

Case Number 1311/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to apply specific laws protecting state property, but the court found these laws inapplicable to the specific facts. Consequently, the Court of Appeal correctly treated the defendant's claim of third-party ownership as a substantive defense rather than a procedural error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 14, Art. 262 para. 2 of the Code of Civil Procedure; A claim that a third party is the owner constitutes a valid defense if based on facts contemporaneous with the plaintiff's acquisition, rendering the appeal based on the failure to declare it inadmissible inadmissible.

Keywords

AI generated
third party ownership defense of ownership admissibility of defense procedural error property rights appeal dismissal substantive defense

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 262 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 1042 of the Civil Code
Art. 4 of Law 3127/2003

Cited Case Law

AI generated
2136/2002
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7862/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2136/2002 μη οριστική, 257/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1311/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπή-θηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11770/24-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7862/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2136/2002 μη οριστική, 257/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό, ότι ο κύριος του πράγματος έγινε τρίτος. Ο ισχυρισμός αυτός, αν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, στηρίζεται σε γεγονότα προγενέστερα ή σύγχρονα με εκείνα που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντα, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και της ενεργητικής νομιμοποίησής της.

Αν όμως τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι μεταγενέστερα από εκείνα που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ο ισχυρισμός ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος, αποτελεί ένσταση, η οποία δεν πηγάζει από δικαίωμα τρίτου. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο και απορριπτέο τον ισχυρισμό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο Ταμείο Εθνικής Άμυνας, που είναι ανεξάρτητο ΝΠΔΔ, αλλά, αντίθετα δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό, αποτελούντα ένσταση ίδιας κυριότητας στο εν λόγω ακίνητο, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, στηριζόμενη σε δικαίωμα τρίτου και, συνακόλουθα, μη επιτρεπόμενη κατά νόμο (άρθρο 262 παρ. 2 Κ,.Πολ.Δ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο βρίσκεται στην περιοχή της ... και κατά σύγχρονο προσδιορισμό του από τον πρώτο εξετασθέντα μάρτυρα, βρίσκεται δίπλα από το παλλιό εντευκτήριο - βοηθητικό γυμναστήριο του ΠΑΟΚ, κοντά στο σημερινό γήπεδό του. Φέρεται ως εκτάσεως 480 τ.μ.

περίπου και ως τοποθετούμενο με. τα σημερινά δεδομένα μεταξύ των σημερινών οδών .... Από το 1985 κατέχεται σαν πάρκο από το Δήμο .... Το επίδικο μαζί με μεγαλύτερη έκταση συνολικού εμβαδού 103.113 τ.μ. ήτο χέρσον. Κατά το έτος 1916 ολόκληρη η έκταση επομένως και το επίδικο, καταλήφθηκε εν όψει του πολέμου από το εναγόμενο και διαμορφώθηκε σε στρατόπεδο του Γ όρχου αυτοκινήτων ..., από συστάσεως δε της αεροπορικής αμύνης με το Ν.Δ. 26/31-8-1925 αποφασίσθηκε η μεταβίβασή του σ' αυτήν, συνταχθέντος και σχετικού πρωτοκόλλου, περιελθόν στην καλόπιστη νομή και κατοχή της, χρησιμοποιούσα αυτό, ως στρατόπεδο μέχρι το έτος 1929, ότε συνεστήθη το Ταμείο Εθνικής Αμύνης και στη νομή και κατοχή του οποίου μεταβιβάσθηκε σύμφωνα με το νόμο 4407/1929.

Έκτοτε το τελευταίο κατείχε και ενέμετο καλόπιστα την έκταση αυτή μέχρι ασκήσεως της αγωγής, κατασκευάζοντας το έτος 1929 θαλάμους καταλύματα στρατιωτών και γενικά στρατιωτικές εγκαταστάσεις και περί φράσσοντάς την με συρματόπλεγμα. Κατά το 1949 απομακρύνθηκαν οι στρατιωτικές μονάδες, και στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις (θαλάμους οπλιτών κ.λ.π.) εφιλοξένησε το ανωτέρω ταμείο μέχρι το 1956 πρόσφυγες από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

Αργότερα μετά την μεταβίβαση τμήματος της ευρύτερης ίδιας εκτάσεως στον ..., απεμακρύνθηκαν οι πρόσφυγες, ανοίχθηκε η οδός ...καταστράφηκε η περίφραξη και οι εγκαταστάσεις και το μέρος στο οποίο φέρεται ότι ήταν το επίδικο, μετετράπη από το Δήμο, σε Πάρκο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα πιο κάτω αναφερόμενα έγγραφα συνταχθέντα σε ανύποπτο χρόνο, το πλείστον, από τις στρατιωτικές αρχές της περιοχής.

Το από 30-4-1926 πρωτόκολλο του αξιωματικού ... αναφερομένου στα όρια της ευρύτερης εκτάσεως που προαναφέρεται. Το από 9-5-1949 πρωτόκολλο του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και τις μετ' επικλήσεως προσκομιζό-μενες σελίδες του Γενικού βιβλίου καταγραφής της αρμόδιας Οικον. Εφορίας ως και την από 8/1/1969 απάντηση της Γενικής Διεύθυνσης Δημ.

Περιουσίας προς το Κτηματικό Γραφείο Θεσσαλονίκης περί χρησιμοποιήσεως υπό στρατιωτικών αρχών της ευρύτερης αυτής εκτάσεως. Ιδιαίτερα δε από την από 7-4-1942 έκθεση του ... εκ των αρχείων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, συνταχθείσα σε εκτέλεση σχετικής διαταγής του ως άνω Γραφείου, επί αιτήσεων άλλων διεκδικητών της εκτάσεως αυτής, όπου στην 4η σελίδα αυτής αναφέρεται ότι οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι τους (οι οποίοι μάλιστα ως και οι επικαλούμενοι τίτλοι τους, αλλά και η διεκδικούμενη έκταση συμπίπτουν με εκείνους του ενάγοντα), μετ' ειδικής αναφοράς της εκτάσεως και των τίτλων με τους οποίους αυτοί διεκδικούν την επίδικη έκταση, "απεδήμησαν εκ πολλών ετών στο εξωτερικό, χωρίς να εγερθεί μέχρι της συντάξεως της καμμία διεκδίκησης".

Στην από 9-9-1949 έκθεση, συνταχθείσα για τον ίδιο λόγο του Προϊσταμένου του Τμήματος Ερεύνης του Γραφείου Δ.Α.Π, Θεσσαλονίκης ..., σε εκτέλεση διαταγής του ίδιου γραφείου όπου αναφέρεται η έκταση την οποία διεκδικούν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα, ως εγκαταλελειμμένη περιουσία κατεχόμενη παρά του δημοσίου, των ιδιοκτητών της αποδημησάντων στο εξωτερικό, και ουδέποτε δικεκδικησάντων αυτήν.

Το με ημερομηνία 3-4-1956 σχεδιάγραμμα του Επιθεωρητή της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας ..., τις εκθέσεις του οποίου επικαλείται ο συντάξας την προηγούμενη αναφερόμενη έκθεση [...] στο οποίο εμφανίζεται η ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα ως ευρισκομένη εντός των ορίων της κατεχόμενης από τον Γ' όρχο, εκτάσεως.

Ίδια απάντηση και με το ίδιο περιεχόμενο δίδεται σε αίτηση των ως άνω διεκδικητών της ίδιας εκτάσεως ... χήρας Ρ και των παιδιών της, κληρονόμων του Ρ ως προκύπτει από την από 5-11-1954 απαντητική προς αυτούς έκθεση του υπαλλήλου του ίδιου Γραφείου ... ως και από την από 6-4-1956 έκθεση του προαναφερομένου Επιθεωρητή ....

Οι ως άνω επικαλούνται στις αιτήσεις τους, τους ίδιους περίπου τίτλους και κοινούς δικαιοπαρόχους με τον ενάγοντα, φέρονται μάλιστα ως κληρονόμοι του (σύζυγος τέκνα) απωτέρου δικαιοπαρόχου του Ρ για τον οποίο αυτός επικαλείται ότι απεβίωσε χωρίς τέκνα, δηλονότι επικαλείται γεγονός στο οποίο θεμελιώνει το δικαίωμά του.

Μετά την αρνητική απάντηση του κτηματολογικού γραφείου Θεσσαλονίκης άσκησαν σχετικές αιτήσεις αποδόσεως του επιδίκου με βάσει το άρθρο 34 του Α.Ν. ... ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι αρ. ... απορριπτικές αποφάσεις του αιτήματός τους λόγω μη προσκομίσεως πιστοποιητικού διεκδικήσεως του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου η πρώτη και λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου (34 Α.Ν. 1539/1938) δηλονότι μη συντάξεως του προβλεπομένου από την ίδια αυτή διάταξη πρωτοκόλλου καταλήψεως οι δύο άλλες.

Έκτοτε οι ανωτέρω δεν προέβησαν σε καμμία άλλη διεκδίκηση. Εξ αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκαν τα τεθέντα προς απόδειξη θέματα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικώτερα αποδείχθηκε από τις προαναφερόμενες απαντήσεις του Κτηματικού Γραφείου Θεσσαλονίκης τις αιτήσεις των προαναφερομένων διεκδικητών του επιδίκου ως και των επ' αυτών εκδοθεισών αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ότι σ ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντα Ρ άφησε ως κληρονόμους τους, τους ανωτέρω αιτούντες "...

χήρα Ρ, ... θυγατέρα .... και συνεπώς οι άμεσοι δικαιοπάροχοί του ...συζ. ... και ...μεταβιβάσαντες το επίδικο δυνάμει των αρ. ... συμβολαίων του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη ... νομίμως μεταγραφέντων δεν αποδεικνύεται ότι ήσαν κύριοι του μεταβιβασθέντος ακινήτου. Η μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα προσκομιζόμενη από δήλωση αποδοχής των αμέσων δικαιοπαρόχων του, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Κοκέβη νομίμως μεταγραφείσα, δεν πείθει το Δικαστήριο περί της αληθείας του περιεχομένου της, καθόσον συντάχθηκε εν όψει της ως άνω μεταβιβάσεως και ως εκ των προαναφερομένων σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέντων εγγράφων προκύπτουν τα αντίθετα.

Ο μάρτυράς του επί του θέματος είναι αντιφατικός και διαφαίνεται ότι δεν αγνοεί εντελώς την ύπαρξη των προσώπων αυτών και την συγγενική τους σχέση με τον προαναφερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο του. Σε ένα σημείο μάλιστα λέει ότι "ο Ρ είχε σύζυγο και παιδιά". Περαιτέρω όμως αποδεικνύεται και η βάση της δεύτερης ταχθείσης στο Δημόσιο ενστάσεως, δηλονότι ότι με το αποδειχθέν ιστορικό, ότι από το 1916 η περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, βρίσκεται στην καλόπιστη νομή και κατοχή του Ελληνικού Στρατού, αργότερα της αεροπορικής αμύνης και τέλος του Ταμείου Εθνικής Άμυνας κατά τους προαναφερόμενους χρόνους, μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής το τελευταίο κατέστη κύριο με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο.

Παρ' ότι ο ενάγων προσκομίζει πλειάδα τίτλων συνεχών μεταβιβάσεων του επιδίκου, εν τούτοις δεν αποδεικνύει την αμφισβητούμενη νομή και κατοχή των δικαιοπαρόχων του επ' αυτού, γεγονός που ώφειλε να ερευνήσει το Δικαστήριο επισταμένως εν όψει της προσπάθειας πολλών να οικειοποιηθούν τέτοιους τίτλους, λόγω της ασαφούς επικρατούσης καταστάσεως κατά τα ανωτέρω έτη.

Οι γνώσεις του μάρτυρα περί του χρόνου και του τρόπου ασκήσεως πράξεων νομής επ' αυτού μετά το 1916 είναι πενιχρές και η κατάθεσή του αντιφατική, μάλιστα χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στον ίδιο χρόνο επισκέψεως του επιδίκου [να λάβει γνώση προκειμένου να μεσιτεύσει την πώλησή του] αρχικά στην κατάθεση του αναφέρει ότι "είχε πρόχειρη περίφραξη", κατόπιν όμως αναφέρει "μέχρι το 1943 που έφυγα είχε μόνιμη περίφραξη, τώρα που το επισκέφθηκα δεν υπήρχε περίφραξη".

Περαιτέρω, εκ των λοιπών [πέραν των τίτλων και του μάρτυρα] εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων ως είναι τα από τον ενάγοντα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, ακόμη και του τοπογραφικού διαγράμματος υπαγάγοντος το επίδικο στην έκταση του Γ' όρχου, του Επιθεωρητή ..., το οποίο από κοινού προσκομίζεται, δεν συνάγονται αντίθετα προς τα ως άνω, λαμβανομένου υπ' όψει ότι εκ δημοσίων προσκομιζομένων, σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέντων εγγράφων - εκθέσεων κ.λ.π.

προκύπτει πλήρη σύγχυση, εκ των περί ανακριβών περί ορίων δηλώσεων των ιδιοκτητών, ως προς τα τελευταία. Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν απέδειξε το ταχθέν σ' αυτό θέμα αποδείξεως της αδιάλειπτου νομής και κατοχής σε σχέσει με το αντίδικό του, που ανταποκρίθηκε πλήρως προς τούτο, της συμπεριφοράς του σχετικής με την άσκηση των δικαιωμάτων του μη κρινομένης καταχρηστικής, καθόσον πέραν της μη αρκούσης προς τούτο αδρανείας ως δικαιούχου, η οποία μάλιστα εκ των προαναφερομένων δεν αποδείχθηκε εκ των προσαγομένων εκθέσεων συνάγεται προσπάθεια έστω και ανεπιτυχής διερευνήσεως των τυχόν δικαιωμάτων των διεκδικούντων την ανωτέρω έκταση και όχι καταπατήσεώς τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή των ενστάσεων του αναιρεσιβλήτου περί ύπαρξης εγγύτερων συγγενών του απώτερου δικαιοπαρόχου του αντιδίκου του Ρ, διαφορετικών εκείνων που επικαλείται ο αναιρεσείων, αποκλειόντων το κληρονομικό δικαίωμα των τελευταίων, και περί κτήσης ίδιας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από το Ταμείο Εθνικής Αμυνας με έκτακτη χρησικτησία ως και κατ' ουσίαν βάσιμων, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντα ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την άσκηση υλικών πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από μέρους του Ελληνικού Κράτους, της Αεροπορικής Άμυνας και του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, διαδοχικά και ποιων, ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης στους πιο πάνω χρησιδεσπόζοντες το επίδικο ακίνητο και ως προς τη φύση του τελευταίου, δεχόμενο, αφενός μεν, νομή και κατοχή του από τους παραπάνω χρησιδεσπόζοντες και αφετέρου, ότι αυτό αποτελεί "εγκαταλελειμμένη περιουσία", γι' αυτό και ο σχετικός αντίθετος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών περί του εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αριθμό 11 περιπτ.

γ'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω έγγραφα: α) τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...

με χρονολογία Σεπτέμβριος 1974, β) τοπογραφικό διάγραμμα με το συνοδεύοντα αυτό κτηματολογικό πίνακα και την 5893/1989 πράξη τροποποίησης της Δ/σης Πολεοδομίας .., στην οποία το επίδικο ακίνητο απεικονίζεται ως ιδιοκτησία με αριθμό 4, γ) επικυρωμένο αντίγραφο του με αριθμό 624/15-3-1988 εγγράφου της τότε Οικονομικής Εφορίας Δημόσιων Κτημάτων του αναιρεσιβλήτου προς τη Δ/νση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και δ) δύο (2) τοπογραφικά διαγράμματα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού ...

με χρονολογία Φεβρουάριος 1985, που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντα, τα οποία επικαλέστηκε ο τελευταίος, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, ούτε ταυτίζεται με την άλλοτε κατεχόμενη από το Ταμείο Εθνικής Αμυνας έκταση και περί διενέργειας στο ίδιο ακίνητο πράξεων νομής και κατοχής του από μέρους του -αναιρεσείοντα- αμέσως μετά την αγορά του απ' αυτόν.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα τα οποία μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι..." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Αρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται, ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο τέταρτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-9-1949 έκθεσης του Προϊστάμενου του γραφείου του τμήματος έρευνας του ΔΑΠ Θεσσαλονίκης ..., της από 5-11-1954 απαντητικής προς τους κληρονόμους του Ρέκθεσης του υπαλλήλου του ίδιου πιο πάνω γραφείου ...

και των με αριθμό 232/23-5-1956, 20/19-12-1956 και 21/19-5-1956, αντίστοιχα, αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήσεις των κληρονόμων του Ρ, με το να δεχθεί, από εσφαλμένη ανάγνωσή τους, ότι ο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείονταΡκατέλιπε ως κληρονόμους του τους...

χα Ρ, ...και ... θυγ. ...και όχι ως άγαμος και στερούμενος κατιόντων τα τέκνα του προαβιώσαντος αδελφού του ..., αντίστοιχα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσον αφορά μεν τα προμνημονευόμενα έγγραφα, καθώς και τη με αριθμό 232/ 23-5-1956 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, εφόσον δεν προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, όσον αφορά δε τις λοιπές δικαστικές αποφάσεις, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις αμέσως πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και ισχύουν από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιοδήποτε αποδεικτικά μέσα, έστω και αν αυτά δεν πληρούν του όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, αφού δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ τους.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε του ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ στις καταθέσεις των μαρτύρων - όχι όμως και αν, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ διαδικασίας και, συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης.

Ο τέταρτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο προσέδωσε στις προμνημονευόμενες εκθέσεις των υπαλλήλων της ΔΑΠ αποδεικτική δύναμη, μολονότι οι τελευταίες δεν αποτελούσαν αποδεικτικό μέσο, με την έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, και δεν είχαν καμιά αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά πρώτο μεν λόγο, εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφια α'και β Κ.Πολ.Δ, με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, κατά δεύτερο δε λόγο, γιατί το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου των επίμαχων αιτήσεων και δικαστικών αποφάσεων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετηριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την αντένσταση του αναιρεσείοντα περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αντιδίκου του προβολής της ένστασης αποσβεστικής και κτητικής παραγραφής του αγωγικού δικαιώματός του - αναιρεσείοντα - λόγω της παρέλευσης 30ετίας, αλλιώς 20ετίας από το χρόνο κατάληψης του επίδικου ακινήτου από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας ως αναπόδεικτη, χωρίς να τάξει το οικείο θέμα απόδειξης σε βάρος του τόσο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όσο και με τη συμπροσβαλλόμενη 2136/2002 προδικαστική απόφασή του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο την επίμαχη πλημμέλεια της προμνημονευόμενης προδικαστικής απόφασής του με λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, αλλιώς, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπησή του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντα, ο τελευταίος δεν επανέφερε στο Εφετείο την παραδεκτά προτεινόμενη στον πρώτο βαθμό πιο πάνω αντένστασή του, ούτε υπέβαλε στο ίδιο Δικαστήριο το παράπονο της παράλειψης να ταχθεί το οικείο θέμα απόδειξης σε βάρος του ως προς την αντένσταση αυτή με λόγο της έφεσής του, ο ήδη δε προβαλλόμενος σχετικός ισχυρισμός του δεν εμπίπτει σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις.

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που πρόκυπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ'αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ, στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 30/1998, Ολ. ΑΠ 654/1984). Με τις διατάξεις, ειδικότερα, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", που ισχύουν κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (19.3.2003), εφόσον στις εν λόγω διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζονται τα ακόλουθα: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον;

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ.1)". "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την 2136/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 26-6-2002, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ως αόριστη μεν κατά τις επικουρικές της βάσεις περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ως ουσιαστικά αβάσιμη δε κατά την κύρια βάση της περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο εν λόγω ακίνητο με παράγωγο τρόπο (αγορά), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρατώντας δε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, διέταξε αποδείξεις σε βάρος των διαδίκων ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Εφόσον, όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προπαρατέθηκαν, δεν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ο έκτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, τις οποίες όφειλε και αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει ενόψει της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 31-1-2006, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου (στις 19-3-2003), εφαρμοζομένου και στην περίπτωση νομέα ακινήτου όχι μόνο έναντι του Δημοσίου, αλλά και έναντι ΝΠΔΔ, όπως είναι και το Ταμείο Εθνικής Άμυνας, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-3-2007 αίτηση του X για αναίρεση της 257/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ