Legislator Case Law & Legislation
1311/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court decision accepting government seizure due to insufficient proof of debt claims.

Case Number 1311/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the High Court of Nafplion, which had accepted the Greek State's seizure of a notary's office. The appellant argued that the seizure was improper because the debt claims against the notary were not sufficiently proven or quantified. The court ruled that the appellant failed to meet the burden of proof regarding the existence and amount of the claims, and that prior judgments did not bind the State as a third party.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 2 KPolD; Art. 59 nos. 1, 13, 19 KPolD: The seizure of a notary's office is accepted if the claimant fails to prove the existence, size, and privileged nature of the debt, and prior judgments do not bind the State as a third party.

Keywords

AI generated
seizure of notary office burden of proof Greek State seizure privilege of claims third party binding

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 2 KPolD
Art. 59 nos. 1, 13, 19 KPolD
Art. 22 § 1 of Law 3693/1957
Art. 5 § 12 of Law 1738/1987
Art. 2 of Law 134423/1992
Art. 183 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1311/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Τρίπολης, που κατοικοεδρεύει στη Τρίπολη, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 447/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 35/9.7.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 447/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 35/9.7.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 447/19.12.2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 221/26.10.2004 ανακοπή εδιώκετο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αίτημα αυτής, η μεταρρύθμιση του 5388/2004 πίνακα κατατάξεως του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Βασιλείου Αρτόπουλου, προκειμένου να αποβληθεί η καθής και ήδη αναιρεσείουσα και στη θέση της καταταγεί το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική κατά τούτο 82/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 65/17.10.2005 εφέσεως του ανακόπτοντος και τους με ιδιαίτερο, 608/20.9.2006, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το κεφάλαιο τούτο και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 447/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία, κατά παραδοχή της ανακοπής, μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας και στη θέση της καθής κατατάχθηκε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι με βάση τις διαλαμβανόμενες στη συνέχεια αιτιολογίες της, με το ακόλουθο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, περιεχόμενο: "Με την ...

έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Τρίπολης Βασίλειο Αρτόπουλο, εκπλειστηριάστηκε, με επίσπευση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", το ακίνητο (οικόπεδο με ανώγεια οικοδομή), το οποίο βρίσκεται στην ... και το οποίο ανήκε κατά την ψιλή κυριότητα στον .... Το ακίνητο αυτό κατακυρώθηκε με την προαναφερόμενη έκθεση στην επισπεύδουσα εταιρία.

Το πλειστηρίασμα ανήλθε στο ποσό των 14.005 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την επισπεύδουσα εταιρία, στην οποία κατακυρώθηκε το ακίνητο, την 22-7-2004, οπότε συντάχθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σχετική πράξη 5269/22-7-2004. Για την ικανοποίηση απαιτήσεων τους κατά του καθ' ου η εκτέλεση από το προαναφερόμενο πλειστηρίασμα αναγγέλθηκαν:

α) το εκκαλούν για ληξιπρόθεσμη και απαιτητή απαίτηση, ποσού 11.492,45 ευρώ, πλέον των νόμιμων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, με την αναγγελία ... του Διευθυντή της ΔΟΥ ... κατά τα άρθρα 55 και 61 του ΝΔ 3561/1974, β) το ΙΚΑ (κατάστημα ...) για απαίτηση, ποσού 2.443,80 ευρώ, γ) η εφεσίβλητη για απαίτηση, ποσού 17.348 ευρώ με την από 26-7-2004 αναγγελία, δ) η εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒΕΕ" για απαίτηση, ποσού 1.157 ευρώ και ε) η επισπεύδουσα εταιρία για απαίτηση, ποσού 8.959,29 ευρώ.

Λόγω του ότι το πλειστηρίασμα δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της επισπεύδουσας εταιρίας και των υπόλοιπων δανειστών που αναγγέλθηκαν, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον... πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, κατέταξε, για το υπόλοιπο ποσό των 10.923,58 ευρώ, την εφεσίβλητη οριστικά και προνομιακά για τη μερική ικανοποίηση της απαίτησής της, γιατί θεωρήθηκε προνομιακή, ως προερχόμενη από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, κατά το άρθρο 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985.

Το εκκαλούν αμφισβήτησε, με την από 15-10-2004 ανακοπή του, την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης της εφεσίβλητης. Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητη έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, να επικαλεστεί, με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το είδος της απαίτησής της, το ποσό αυτής και τον προνομιακό χαρακτήρα της.

Με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προσδιόρισε το είδος της απαίτησής της, ισχυριζόμενη ότι αυτή προέρχεται από σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, την οποία είχε καταρτίσει με την εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", μέλος της οποίας είναι ο καθ' ου η εκτέλεση, και αποτελείται από τους μισθούς της από το Σεπτέμβριο του έτους 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2004, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα άδειας και αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Ακόμη, επικαλέστηκε τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής της τουλάχιστον για την αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 31 εδ. β' του Ν. 1535/1985, αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται, ανεξάρτητα από χρόνο που προέκυψαν, στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔ.

Όμως, δεν επικαλέστηκε, με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όχι μόνο τα επιμέρους κονδύλια της απαίτησής της, αλλά ούτε το σύνολο αυτής. Η επίκληση από την εφεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της διαταγής πληρωμής 5/2004 του Δικαστή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε για την απαίτησή της, δεν αρκούσε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, αφού το εκκαλούν, ως τρίτο, δεν δεσμεύεται από την ισχύ του δεδικασμένου, την οποία ενδεχομένως έχει αποκτήσει αυτή.

Εφόσον, επομένως, η εφεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος της επίκλησης των προαναφερόμενων στοιχείων έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, να γίνει δεκτή η από 15-10-2004 ανακοπή του εκκαλούντος, να μεταρρυθμιστεί ο προαναφερόμενος πίνακας κατάταξης και να καταταχθεί, κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974, για το αποδεσμευόμενο ποσό των 10.923,58 ευρώ, το εκκαλούν, αφού:

α) ανήγγειλε την απαίτησή του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού δια του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ... για το συνολικό ποσό των 11.492,45 ευρώ, που αφορά οφειλές του καθ' ου η εκτέλεση προς αυτό με την αναγγελία 10144/57/1-7-2004, στην οποία έχει επισυναφθεί ο από 1-7-2004 πίνακας χρεών, στον οποίο αναφέρονται τα βεβαιωμένα χρέη με το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος το οποίο αφορούν και η χρονολογία βεβαίωσης αυτών και, συνεπώς, έχει γενικό προνόμιο κατάταξης στην πέμπτη σειρά του άρθρου 975 του ΚΠολΔ και β) από την ευδοκίμηση της ανακοπής δεν ωφελείται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν έχει ισχυρότερο προνόμιο κατάταξης".

Ειδικότερα: Κατά τους ορισμούς του άρθρου 979 ΚΠολΔ, οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως αναγγελθέντων δανειστών, μπορεί να ανάγονται είτε στην ύπαρξη απαιτήσεως του καθού η ανακοπή δανειστού, είτε στον προνομιακό χαρακτήρα αυτής και την τάξη της κατατάξεως προς τον σκοπό όπως ο ανακόπτων καταλάβει τη θέση του καθού η ανακοπή.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 παρ.2 ΚΠολΔ, ο λόγος της ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατατάξεως αυτού, μπορεί να συνίσταται και σε μόνη την απλή αμφισβήτηση και άρνηση της απαιτήσεως του καταταγέντος ή του προνομιακού χαρακτήρα αυτής.

Στην περίπτωση αυτή στον καταταγέντα και καθού η ανακοπή δανειστή ανήκει το βάρος της επικλήσεως και της απόδειξης των παραγωγικών της απαιτήσεως ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Ειδικότερα, ο καθού η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου συζήτηση να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα της απαιτήσεως για την οποία έχει καταταγεί.

Αν επομένως, ο καθού η ανακοπή δανειστής δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Τέλος, η αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως του καθού η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθού η εκτέλεση με έγγραφα, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθού η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, αφού οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από τον δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ότι, παρά το γεγονός ότι το ανακόπτον με τον σχετικό λόγο ανακοπής αμφισβήτησε κατά την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό της χαρακτήρα την κατά του καθού η εκτέλεση απαίτηση της καθής, για την οποία κατατάχθηκε με τον προσβαλλόμενο πίνακα, η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της στο βάρος επικλήσεως αυτής, παραλείποντας παντελώς τον μερικό και συνολικό ποσοτικό προσδιορισμό αυτής, με άμεση κατά νόμο συνέπεια, κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω μνημονευομένων διατάξεων, την παραδοχή της ανακοπής, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από την επίκληση της 5/2004 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία εκδόθηκε κατά παραδοχή σχετικής αυτής αιτήσεως κατά του καθού η εκτέλεση, εφόσον το εξ αυτής απορρέον δεδικασμένο δεν δεσμεύει το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως οι διατυπούμενοι με την ένδικη αίτηση λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά κατά σειρά στις αιτιάσεις του άρθρου 59 αρ. 1, 13, 19 ΚΠολΔ, με την έννοια (α) της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων, κατ' εφαρμογή των οποίων έγινε δεκτή η ανακοπή, (β) της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως και (γ) της ελλείψεως επαρκών αιτιολογικών, αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμοι.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (ΚΠολΔ 183), που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατά τα άρθρα 22 § 1 του ν.3693/1957, 5 § 12 του ν.1738/1987 και 2 της 134423/1992 κ.υ.α. και προσδιορίζει στο ποσό των 300,00 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 35/9.7.2007 αίτηση για αναίρεση της 447/19.12.2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ