Legislator Case Law & Legislation
1311/2006 AI generated

Supreme Court refers labor law dispute regarding IKA doctors' employment status to Plenary Chamber due to conflicting precedents.

Case Number 1311/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece refused to rule on the appeal regarding the employment status of doctors at the IKA social security fund, instead referring the case to the Plenary Chamber. The appellant challenged a lower court decision that declared his 1998 resignation invalid, arguing it involved a fixed-term contract. The court identified a significant contradiction in its own case law between a 2000 decision and a 2005 decision concerning whether these doctors are bound by labor or public law regulations. Consequently, the court determined that resolving this legal inconsistency required the full authority of the Plenary Chamber rather than the current political section.

Legislator headnote

AI generated

Art. 563 para. 2 ed. 2 lit. b C.P.D.; Art. 559 no. 1 C.P.D.: When a division exists in the case law regarding the nature of the employment relationship of specific public sector employees, the relevant grounds of appeal must be referred to the Plenary Chamber to ensure legal unity.

Keywords

AI generated
labor law employment status public sector legal inconsistency Plenary Chamber social security fund case law unity

Cited Legislation

AI generated
Art. 563 para. 2 ed. 2 lit. b C.P.D.
Art. 559 no. 1 C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
5/2000
351/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1311 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1311/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Iανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος – Καθού η πρόσθετη παρέμβαση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πήττα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου – Υπερού η πρόσθετη Παρέμβαση: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1017/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 5608/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1 Μαρτίου 2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 15-2-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της από 22 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς επίσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, με την από 22-12-2005 αίτησή της, το πρώτον ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ του αναιρεσίβλητου η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), επικαλούμενη ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, αποτελεί μέλος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης «Σύλλογος Συμβασιούχων Ιατρών ΙΚΑ Αττικής», η οποία είναι μέλος του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, το οποίο ανήκει στη δύναμη της ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας Γ.Σ.Ε.Ε. ως τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης. Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της η παρεμβαίνουσα επικαλείται ότι το κρίσιμο, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, εάν ο συγκεκριμένος συμβασιούχος ιατρός του ΙΚΑ έχει εξαρτημένη σχέση εργασίας ή σύμβαση έργου, είναι μείζονος σημασίας και αφορά στην εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας επί των ιατρών του ΙΚΑ.

Συνεπώς, η επίδικη διαφορά, αφορά άμεσα την δικαστική προστασία τόσο του ανεραισίβλητου όσο και του πλήθους (6000 περίπου) συμβασιούχων ιατρών του ΙΚΑ και, ως εκ τούτου, στην προστασία του συλλογικού συμφέροντος των συμβασιούχων ιατρών όλης της χώρας. Επομένως, η ασκούμενη παραδεκτά, σύμφωνα με το άρθρο 675 Α Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3189/2003, πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Να συνεκδικασθεί δε με την από 1-3-2002 αίτηση αναιρέσεως.

2. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ. 1204/1972 ''περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του ΙΚΑ κλπ'', προκύπτει ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι εις τούτο ασφαλισμένοι πραγματοποιούνται από θεράποντα ιατρό της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου από κατάλογο καταρτιζόμενο από το Ίδρυμα ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νομίμως το επάγγελμά τους ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, ως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Ως τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του Ιδρύματος, οι παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, μη παρέχοντες ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού ν.δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας από το ΙΚΑ και δεν αποτελούν προσωπικό αυτού, και ο χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο Ίδρυμα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του αυτού ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 του αυτού ν.δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 του ν.δ/τος αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο με αμοιβή τούτων οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως και δυναμένων να καταγγελθούν εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση, οι οποίες συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίες, διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του αυτού ν.

δ/τος σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξ άλλου το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 που έχει τον ειδικότερο τίτλο ''ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων ΙΚΑ με σύμβαση κλπ'' ορίζει: Στην παράγρ. 1 ότι, οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. Στην παράγρ. 2 ότι, οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις – μετακινήσεις – αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μονίμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παραγρ. 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγρ. 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α και β εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972. Τέλος η παράγρ. 4 του αυτού άρθρου ορίζει ότι για τους προσλαμβανομένους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές, ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημιώσεως οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γιατροί που προσλαμβάνονται στο ΙΚΑ μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 (16-6-1993) και δεν υπόκεινται στις εξαιρέσεις των παραγράφων 3 και 4 εδ. β΄ του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ κατά την έναρξη εφαρμογής του ίδιου νόμου, συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Ν.Δ.1204/1972 εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μονίμους θεραπευτές γιατρούς αυτού (άρθρ. 18 παρ. 1) και ανέκυψε το ζήτημα αν συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Μετά την απόφαση όμως του ΑΕΔ 5/2000, που έκρινε ότι ουδεμία επιρροή δύναται να έχει στη φύση της συμβάσεώς τους η μισθολογική εξομοίωση των ιατρών, που συνδέονται με το ΙΚΑ με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου (αρθρ. 10 του Ν.Δ. 1204/1972), προς τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, ενόψει του ότι η τοιαύτη μισθολογική εξομοίωση δεν μετέβαλε και την φύση της σχέσεως που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής μετά του ΙΚΑ, ακολούθησε ο Ν. 3232/2004 ο οποίος με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.

γ όρισε ότι «Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ.1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου». Η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η, προπαρατεθείσα, διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσεως που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες γιατρούς ειδικοτήτων με το Ι.Κ.Α., αφού προβλέπει ρητώς ότι οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ (άρθρο 77 παρ. 2 του Σ.).

Με τις 517/2003 και 938/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό ότι από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι οι γιατροί που προσλαμβάνονται στο ΙΚΑ μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 (16-6-1993) αυτού και δεν υπόκεινται στις εξαιρέσεις των παραγράφων 3 και 4 παρ. β του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, καθώς και εκείνοι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ κατά την έναρξη εφαρμογής του ίδιου νόμου, συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Ν.Δ. 1204/1972 οι οποίοι εξομοιώθηκαν μισθολογικά με τους μονίμους θεραπευτές γιατρούς αυτού (άρθ. 18 παρ. 1), συνδέονται με το ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Και τούτο διότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ορισμένο τόπο και χρόνο υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του ΙΚΑ, ο δε χρόνος υπηρεσίας τους στο Ίδρυμα αυτό υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη, ο χαρακτήρας δε αυτής της συμβάσεως δεν αλλάζει από την τυχόν ανάπτυξη κάποιας πρωτοβουλίας ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας τους.

Αντίθετα, με την προαναφερόμενη 5/2000 απόφαση του ΑΕΔ κρίθηκε ότι η μισθολογική αφομοίωση των ιατρών με ειδική σύμβαση προς τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ, δεν μετέβαλε και την φύση της σχέσεως αυτών μετά του ΙΚΑ, ενώ και με την 351/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι οι ιατροί που προσελήφθησαν από το ΙΚΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 συνδέονται μετ' αυτού με ειδική σύμβαση εργασίας διεπόμενη αποκλειστικά από τις διατάξεις του ανωτέρω Ν.Δ., στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη δια του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς του ΙΚΑ, τους συνδεόμενους μετ' αυτού με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και την φύση της συνδέουσας αυτούς σχέσεως με το ΙΚΑ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, καίτοι είχε προσληφθεί, ως θεράπων ιατρός καρδιολόγος, το έτος 1992 από το εναγόμενο – αναιρεσείον (ΙΚΑ), κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, μετά την εξομοίωσή του μισθολογικά προς τους μόνιμους θεράποντες ιατρούς του ΙΚΑ, εντάχθηκε στο μόνιμο ιατρικό προσωπικό αυτού από το έτος 1993, ήτοι ένα έτος μετά την πρόσληψή του, και μετά δε την ένταξή του – που είχε ως συνέπεια την κατάργηση του εδ.

β΄ του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972 – υπήχθη στις διατάξεις του ΠΔ 410/1988, συνδεόταν με το αναιρεσείον με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε το τελευταίο μόνο με συνδρομή σπουδαίου λόγου μπορούσε να την καταγγείλει, ελλείψει δε τέτοιου λόγου η μετά προειδοποίηση απλώς γενομένη το έτος 1998 καταγγελία είναι άκυρη και, μετ' απόρριψη της εφέσεως, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε όμοια και αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας.

Ενόψει, όμως, του ότι, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη υφίσταται, ως προς το ανακύψαν ζήτημα της φύσεως της σχέσεως των εν λόγω γιατρών με το ΙΚΑ, διχοστασία στη νομολογία, χάριν της ενότητας αυτής, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β΄ περ. β' του Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθούν οι ταυτόσημοι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ