Legislator Case Law & Legislation
1310/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of process and inadmissible arguments regarding unilateral contract modification.

Case Number 1310/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to annul the employment contracts of two doctors. The appellant argued the lower court erred in finding the contract modification abusive and that the proposal was not directed solely at the defendants. The court rejected these claims as inadmissible or unfounded, ruling that the appeal lacked substantive grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 579 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if it attacks the substantive judgment under the guise of procedural error, and the request for restoration of the pre-execution status must be rejected if no other grounds for review remain.

Keywords

AI generated
abuse of process inadmissible appeal employment contract modification unilateral termination costs of appeal substantive judgment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Eλένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", με έδρα την Αθήνα, η οποία λειτουργεί την ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ ΗOSPITAL CENTER", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Ιωάννη Ληξουριώτη και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Η. Κ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Μαργετίνα Στεφανάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-03-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1144/2018 του ιδίου Δικαστηρίου και 6501/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-06-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4527/604/15-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1120/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 1 και 3 και 621 του ΚΠολΔ ) με αριθμό 6501/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε :

α) την από 10-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67501/4578/10-07-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Α. Δ. του Κ. και Η. Κ. του Λ. και β) την αντίθετη από 27-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 76213/5210/30-07-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-07-2018 έφεση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 10-07-2018 έφεση, κατά της με αριθμό 1144/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 01-03-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 541131/1242/30-05-2017 αγωγή, είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων, εκ μέρους της εναγομένης, ως καταχρηστικής και είχε επιδικάσει στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης .

Στη συνέχεια, δε, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, μόνο κατά την απορριπτική αυτής διάταξη, ήτοι ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έγινε δεκτή η αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες των αντιδίκων της, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 15-06-2021 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 26-11-2020 (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) .

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου .

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος . Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ. (Α.Π. 642/2021, Α.Π. 258/2019, 179/2016, Α.Π. 601/2013) .

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (Α.Π. 392/2021, Α.Π. 179/2016, Α.Π. 1249/2014, Α.Π. 1649/2012, Α.Π. 581/2011, Α.Π. 1318/2000).

Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 750/2020, Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 244/2017, Α.Π. 1922/2007 Α.Π. 561/2007).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 656, 349 έως 351, 361 του Α.Κ., 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εργαζόμενο, εκ μέρους του εργοδότη, δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό, εφόσον αυτός δεν αποδέχεται την μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είτε να αξιώσει την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του, με τους ίδιους όρους όπως πριν από την μεταβολή, οπότε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, μπορεί να ζητήσει την καταβολή των αποδοχών του, λόγω της υπερημερίας, στην οποία ο τελευταίος περιήλθε (Α.Π. 269/2020, Α.Π. 657/2018, Α.Π. 282/2018, Α.Π. 1322/2017, Α.Π. 216/2017, Α.Π. 1134/2015, Α.Π. 447/2015) .

Και είναι μεν αληθές ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 648, 652 και 361 του Α.Κ., ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τα θέματα, τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του, για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν μπορεί, όμως, να μεταβάλει μονομερώς τους όρους της εργασιακής σχέσης, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να επέρχεται στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή ηθική αυτού βλάβη (Α.Π. 269/2020, Α.Π. 258/2019, Α.Π. 216/2017, Α.Π. 1134/2015).

Επομένως, εάν ο εργοδότης επιχειρήσει να προβεί στην κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, όπως να προβεί σε μείωση των συμφωνημένων αποδοχών του εργαζομένου και, στη συνέχεια, λόγω άρνησης του εργαζομένου να αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή, καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η ως άνω καταγγελία ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης (Α.Π. 1325/2020, Α.Π. 1303/2018, Α.Π. 2188/2014, Α.Π. 922/2010, Α.Π. 1407/2009).

Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού, για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της επαπειλούμενης συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή ) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης, δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (Α.Π. 1162/2019, Α.Π. 606/2017, Α.Π. 31/2013, Α.Π. 397/2004). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια, μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών, ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται, όμως, από τα δικαστήρια αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio) και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου, ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η, εκ μέρους του εργοδότη, παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (Α.Π. 539/2018, Α.Π. 606/2017, Α.Π. 64/2015, Α.Π. 1404/2014, Α.Π. 31/2013, Α.Π. 922/2010) ή η πρόταση σε αυτόν να απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (Α.Π. 539/2018, Α.Π. 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (Α.Π. 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των, κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων .

Επομένως, ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρο 652 Α.Κ.) μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της, με βάση το άρθρο 281 του Α.Κ., δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθρο 281 Α.Κ.) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωσή του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι, που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (Α.Π. 392/2021, Α.Π. 1162/2019, Α.Π. 944/2005, Α.Π. 1199/2002, Α.Π. 922/2010) .

Και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν, από πλευράς εργοδότη, ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Διαφορετικά, η τροποποιητική καταγγελία θα λειτουργούσε ανεξέλεγκτα, ως ένα μέσο απαλλαγής του εργοδότη από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επομένως, στην περίπτωση που αποφασισθεί εκ μέρους του εργοδότη η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην επιχείρηση, προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική της θέση, για να αποφευχθεί η δημιουργία ή/και η σώρευση ζημιών, που θα καθιστούσαν αναπόφευκτες τις απολύσεις ή ακόμη που θα είχαν ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, με απώλεια όλων των θέσεων εργασίας, ο δικαστικός έλεγχος περιλαμβάνει το κατά πόσο η προταθείσα μείωση των αποδοχών δικαιολογείται από την ένταση των οικονομοτεχνικών λόγων που επικαλέσθηκε ο εργοδότης και προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ή μη λήψης και άλλων μέτρων, εκ μέρους του εργοδότη, για τη μείωση του κόστους λειτουργίας αυτής (Α.Π. 750/2020, Α.Π. 698/2018) .

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς .

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006) . Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε . Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν " αιτιολογία ", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 135/2021, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (Α.Π. 485/2019, Α.Π. 837/2019, Α.Π. 1611/2008) .

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Α. Δ. του Κ. και Η. Κ. του Λ., στην από 01-03-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 541131/1242/30-05-2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία " ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" στις εγκαταστάσεις του οποίου λειτουργεί η ιδιωτική κλινική "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ HOSPITAL CENTER", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν εγγράφως στις 24-11-2000 (για την πρώτη εξ αυτών) και στις 01-07-2000 (για τον δεύτερο εξ αυτών), προκειμένου να εργαστούν η μεν πρώτη με την ειδικότητα της Πυρηνικής Ιατρού και Υπεύθυνης του Τμήματος Πυρηνικής Ιατρικής της άνω κλινικής, ο δε δεύτερος με την ίδια ειδικότητα, ως Επιμελητής Α' του ιδίου τμήματος της ως άνω κλινικής .

Ότι οι μηνιαίες αποδοχές τους καθορίστηκαν συμβατικά για την πρώτη εξ αυτών στο μικτό ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων δέκα πέντε (3.815,00) ευρώ και για το δεύτερο εξ αυτών στο μικτό ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200,00) ευρώ . Ότι στις 24-09-2014 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", ανέλαβε τη διαχείριση και λειτουργία της άνω κλινικής, υπεισερχόμενη παράλληλα στη θέση της εργοδότριας, στις υφιστάμενες εργασιακές συμβάσεις και σχέσεις του προσωπικού αυτής (κλινικής), στις οποίες περιλαμβάνονταν και αυτές των εναγόντων.

Ότι, ενώ παρείχαν προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, η εναγομένη, περί το μήνα Οκτώβριο του έτους 2016, ζήτησε από αμφότερους τη συναίνεσή τους στην επί τα χείρω αλλαγή του περιεχομένου των συμβάσεων εργασίας τους : α) με τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) ευρώ μηνιαίως, δοκιμαστικά για ένα εξάμηνο και την επαναξιολόγησή τους από την υπογραφή της νέας σύμβασης και β) την αλλαγή του χαρακτήρα τους από αορίστου σε ορισμένου χρόνου, χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ανάλογη του χρόνου υπηρεσίας τους στην εναγομένη και στον προηγούμενο εργοδότη ή ρητή αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας τους, προτάσεις τις οποίες αυτοί (ενάγοντες) δεν αποδέχθηκαν, πλην αυτής της μείωσης των μηνιαίων αποδοχών τους.

Ότι την 06-12-2016 μετά την απόρριψη της πρότασης τροποποίησης επί το δυσμενέστερο των όρων παροχής της εργασίας τους, η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, προσφέροντας την αποζημίωση απόλυσης πλήρη στον δεύτερο εξ αυτών, αλλά μικρότερη στην πρώτη εξ αυτών διότι δεν υπολόγισε την πλήρη προϋπηρεσία της.

Ότι οι ως άνω καταγγελίες είναι άκυρες, διότι αφενός αντιτίθενται στο άρθρο 24 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το Ν. 4359/2016 (ΦΕΚ 5 Α' /20-01-2016) και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Συντ. έχει υπερνομοθετική ισχύ, αφού στερούνται αιτιολογίας και αφετέρου είναι καταχρηστικές, διότι μοναδικό κίνητρο της εναγομένης, ήταν η εκδικητική προς τους ενάγοντες διάθεσή της επειδή δεν αποδέχθηκαν την επί τα χείρω τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας τους, με αποτέλεσμα αυτή (εναγομένη) να έχει καταστεί υπερήμερη εργοδότρια και να τους οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Ότι εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης και της απώλειας της θέσης εργασίας τους, χωρίς προφανή λόγο, δοκίμασαν στενοχώρια και υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται να λάβουν εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294 295 παρ. 1 εδ.

β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής ζήτησαν:

Α) να αναγνωριστεί ότι οι από 06-12-2016 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, ήταν άκυρες, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με την απειλή επιβολής εις βάρος της χρηματικής ποινής, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της σχετικής διάταξης της εκδοθησομένης απόφασης, Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει :

α) στην πρώτη εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (19.766,73), για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου 2017 έως Απριλίου 2017 και αναλογία επιδόματος (δώρου) Χριστουγέννων 2017 και β) στον δεύτερο εξ αυτών, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων τριών ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (19.803,61), για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου 2017 έως Απριλίου 2017 και αναλογία επιδόματος (δώρου) Χριστουγέννων 2017, όλα δε τα άνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, Δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει:

α) στην πρώτη εξ αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων εβδομήντα επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτών (37.077,70), για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος Μαΐου 2017 έως Ιουλίου 2017, επίδομα (δώρο) Πάσχα 2017, επίδομα αδείας 2017 και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικά, δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, συμπληρωματική νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και β) στον δεύτερο εξ αυτών, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα έξι ευρώ (17.936,00) ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος Ιουνίου 2017 έως Ιουλίου 2017, επίδομα (δώρο) Πάσχα 2017, επίδομα αδείας 2017 και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα άνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή τους .

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 1 και 3 και 621 του ΚΠολΔ ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1144/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την βάση της που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, καθώς και τα αιτήματα που αφορούσαν:

ι) στην υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων, και ιι) στην καταδίκη της εναγομένης σε χρηματική ποινή, για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών τους, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι οι από 06-12-2016 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρες, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (19.766,73) και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων οκτακοσίων τριών ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (19.803,61), περαιτέρω, δε, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα πέντε (14.275,00) ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα έξι (8.936,00) ευρώ, όλα δε τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι: α) της από 10-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 67501/4578/10-07-2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Α. Κ. Δ. και Η. Λ. Κ. και β) της από 27-07-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 76213/5210/30-07-2018 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "....", εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 6501/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-07-2018 έφεση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 10-07-2018 έφεση .

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ιδρύθηκε από το Σωματείο "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", με κύριο σκοπό τη λειτουργία μονάδας ιδιωτικού νοσηλευτικού ιδρύματος και την παροχή υπηρεσιών υγείας. Στις 2.5.2014, η Τράπεζα Πειραιώς επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε όσα περιουσιακά στοιχεία του Νοσοκομείου είχαν συσταθεί εμπράγματα βάρη ήτοι σε όλα τα ακίνητα και τον εξοπλισμό του Νοσοκομείου.

Στην συνέχεια, η Τράπεζα Πειραιώς υπέβαλε την από 28.5.2014 αίτηση, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αίτημα τη χορήγηση δικαστικής άδειας, για την επιβολή κατάσχεσης, επί της νοσηλευτικής μονάδας "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" ως σύνολο στοιχείων ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ προκειμένου να διατηρηθεί και να διασωθεί η νοσηλευτική μονάδα και να καταστεί δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας της από τον πλειοδότη, που θα προέκυπτε στον αναγκαστικό πλειστηριασμό.

Ακολούθως, η άδεια κατάσχεσης χορηγήθηκε με τη με αριθμό 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ως οικονομικό σύνολο (ο πλειστηριασμός δεν περιελάμβανε μόνο μεμονωμένα ακίνητα ή κινητά, αλλά και όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν το σύνολο της οικονομικής μονάδας, όπως την άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, τον διακριτικό τίτλο, τις απαιτήσεις τις εκκρεμείς συμβάσεις με τρίτους κ.λ.π.), δυνάμει της με αριθμό .../2.5.2014 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων (οριζοντίων ιδιοκτησιών) και κινητών πραγμάτων (παραρτημάτων) σε πλασματικό και μη ενέχυρο και της με αριθμό …/18.6.2014 πρώτης επαναληπτικής περίληψης της παραπάνω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντάκου .

Με τη με αριθμό .../24.9.2014 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, το οικονομικό σύνολο δικαιωμάτων ενεργητικού, που απαρτίζει τη νοσηλευτική μονάδα " ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ ", κατακυρώθηκε υπέρ της εκκαλούσας - εφεσίβλητης εναγόμενης εταιρείας, αντί του ποσού των 115.135.251 ευρώ (το πλειστηρίασμα αντανακλούσε την υπεραξία της ενότητας της μονάδας) .

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα - εφεσίβλητη εναγομένη με την επωνυμία "..." [ήδη αναιρεσείουσα], συνέχισε τη λειτουργία του παραπάνω νοσοκομείου χωρίς διακοπή, υπεισερχόμενη παράλληλα στη θέση της εργοδότριας στις υφιστάμενες εργασιακές συμβάσεις και σχέσεις του προσωπικού αυτής (κλινικής), στις οποίες περιλαμβάνονται και αυτές των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων - εναγόντων [ήδη αναιρεσιβλήτων] και έκτοτε συνεχίζει να λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, στο ίδιο κτήριο, με τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, υπό τον ίδιο διακριτικό τίτλο, με την ίδια άδεια λειτουργίας, με τις ίδιες διαρκείς συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, με τα ίδια διευθυντικά στελέχη και με τους ίδιους εργαζόμενους.

Στην παραπάνω νοσηλευτική μονάδα εργάζονταν μεγάλος αριθμός ατόμων, ως γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, οι οποίοι είχαν συνάψει με το Ν.Π.Ι.Δ. "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΥΡΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι ενάγοντες, οι οποίοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εν λόγω νοσοκομείο .

Συγκεκριμένα, η πρώτη εκκαλούσα - εφεσίβλητη - ενάγουσα Α. Δ. είναι Πυρηνική Ιατρός και προσλήφθηκε, με την ως άνω ιδιότητα και ειδικότητα από το Κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", στις εγκαταστάσεις του οποίου λειτουργεί η κλινική "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ HOSPITAL CENTER" την 24-11-2000, με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποκλειστικού ιατρικού συνεργάτη, με απαγόρευση να κατέχει άλλη σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών σε άλλο νοσηλευτικό Ίδρυμα και ορίστηκε ως Υπεύθυνη του Εργαστηρίου Πυρηνικής Ιατρικής του Νοσοκομείου .

Την 14-5-2003 υπέγραψε με το Κοινωφελές Ίδρυμα " ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνέχισε να είναι Υπεύθυνη του Εργαστηρίου Πυρηνικής Ιατρικής του Νοσοκομείου "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ". Από την αρχή της απασχόλησής της στο νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", παρείχε τις υπηρεσίες της με συγκεκριμένο ωράριο, τελώντας σε πλήρη νομική και πραγματική εξάρτηση από την διοίκησή του .

Ειδικότερα, δε, στην από 14-5-2003 σύμβασή της, ρητά οριζόταν: α) να παρέχει τις υπηρεσίες της 5 ημέρες την εβδομάδα και 36 ώρες εβδομαδιαίως, β) να πραγματοποιεί τουλάχιστον 5 εφημερίες μηνιαίως και γ) μετά από συμφωνία με το Νοσοκομείο να ευρίσκεται κάποιες ημέρες σε ετοιμότητα προς παροχή των υπηρεσιών της εκτός του Νοσοκομείου (on call) .

Οι μηνιαίες αποδοχές της καθορίστηκαν συμβατικά στο μικτό ποσό των 3.815 ευρώ. Ο δεύτερος εκκαλών - εφεσίβλητος - ενάγων Η. Κ. είναι Πυρηνικός Ιατρός και προσλήφθηκε, με την ως άνω ιδιότητα και ειδικότητα από το Κοινωφελές Ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" την 01-07-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης .

Την 01-07-2008 και ενόσω ήδη εργαζόταν, κατά τα παραπάνω, ύστερα από αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού του Νοσοκομείου, έλαβε το βαθμό του Επιμελητή Α' και υπέγραψε και σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (πλέον ως Επιμελητής Α') .

Σύμφωνα με τον όρο 5 της ως άνω σύμβασης ορίστηκε : α) να παρέχει τις υπηρεσίες του 36 ώρες εβδομαδιαίως, β) να πραγματοποιεί τουλάχιστον 1 εφημερία μηνιαίως και γ) να ευρίσκεται σε ετοιμότητα κλήσης (On call) μετά τη λήξη του ωραρίου του. Οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν συμβατικά στο ποσό των 3.200 ευρώ . Αποδείχθηκε δε ότι οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι ενάγοντες ανταποκρίνονταν ανελλιπώς, συνεπώς και με ιδιαίτερη επιτυχία στα αυξημένων απαιτήσεων εργασιακά τους καθήκοντα, διαθέτοντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προς τούτο .

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αρχές Οκτωβρίου του έτους 2016, η διοίκηση της εκκαλούσας - εφεσίβλητης εναγομένης, επικαλούμενη τις υψηλές οικονομικές ζημίες, ποσού 339.618 ευρώ, που εμφάνιζαν τα Απεικονιστικά Εργαστήρια του νοσοκομείου και τη μειωμένη κίνηση των ασθενών και συνακόλουθα τη μείωση εργασίας των ιατρών των εν λόγω Εργαστηρίων (βλ.

την από 1-11-2019 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη βεβαίωση του Προϊσταμένου του Οικονομικού Τμήματος της εναγομένης Δ. Κ.), πρότεινε στο ιατρικό προσωπικό των παραπάνω Απεικονιστικών Εργαστηρίων, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι - ενάγοντες, τη σύναψη νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίοι περιείχαν πλείονες δυσμενείς για τα εργασιακά τους δικαιώματα όρους .

Ειδικότερα, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου του έτους 2016, η εκπρόσωπος της εκκαλούσας - εφεσίβλητης - εναγομένης εταιρείας κυρία Α. κάλεσε τους εκκαλούντες - εφεσιβλήτους - ενάγοντες, να αποδεχθούν κατάργηση όλων των υφισταμένων όρων εργασίας τους και των δικαιωμάτων τους εκ του συνόλου της προϋπηρεσίας τους σ' αυτήν και τον προηγούμενο εργοδότη τους και να υπογράψουν νέες συμβάσεις εργασίας, με όρους νεοπροσλαμβανομένου εργαζόμενου και συγκεκριμένα τους εξής κυρίως όρους : (α) μείωση των αποδοχών τους στο ποσό των 2.500 ευρώ (αντί των 3.815,00 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και των 3.200,00 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα) δοκιμαστικά για ένα εξάμηνο και επαναξιολόγηση των συμβάσεών τους και του ύψους των αποδοχών τους, εντός 6 μηνών από την υπογραφή της νέας σύμβασης και ταυτόχρονα (β) κατάργηση των υφιστάμενων, αορίστου χρόνου συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, χωρίς καταβολή αποζημίωσης απόλυσης για τον προδιαδραμόντα χρόνο με την εναγομένη και τον προηγούμενο εργοδότη ή έστω ρητή αναγνώριση στη νέα σύμβαση του συνολικού χρόνου της προϋπηρεσίας τους.

Οι ενάγοντες, στις δύο διαδοχικές συναντήσεις που έλαβαν χώρα, συμφώνησαν μεν στη μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους, πλην όμως αρνήθηκαν να συναινέσουν στη μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους στο εν λόγω νοσηλευτικό ίδρυμα, δεδομένου ότι επιθυμούσαν να μην απωλέσουν τα δικαιώματά τους από την προϋπηρεσία τους, σε υποθετική περίπτωση απόλυσής τους από την εργοδότρια.

Η εκπρόσωπος όμως της εναγομένης αρνήθηκε κατηγορηματικά να συναινέσει στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των εναγόντων, ως προς τις νέες συμβάσεις και τελικώς οι ενάγοντες εν τέλει αρνήθηκαν την υπογραφή των παραπάνω συμβάσεων. Η εκπρόσωπος δε της εναγομένης τους διεμήνυσε ότι μελλοντικώς θα καταργηθούν οι συμβάσεις τους, λόγω της άρνησής τους να συνάψουν νέα σύμβαση, με τους προαναφερόμενους όρους.

Έκτοτε, οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι - ενάγοντες εξακολούθησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με βάση τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τους, ανταποκρινόμενοι ανελλιπώς, συνεπώς και με ιδιαίτερη επιτυχία στα αυξημένων απαιτήσεων εργασιακά τους καθήκοντα, υπό τις προαναφερόμενες θέσεις και ειδικότητα.

Ακολούθως, τον Νοέμβριο του έτους 2016, η εναγομένη προσέλαβε τον κ. Δ. Χ., Πυρηνικό Ιατρό, Διευθυντή Γ.Ν.Α. και τοποθέτησε αυτόν στη θέση που κατείχε η πρώτη ενάγουσα Α. Δ., ήτοι ως Υπεύθυνο Τμήματος της Πυρηνικής Ιατρικής, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της πρώτης ενάγουσας από την Διοίκηση του Νοσοκομείου, με αποτέλεσμα η ίδια να ευρεθεί στη δυσάρεστη και απαξιωτική γι' αυτήν θέση να συναποκομίσει όλα της τα προσωπικά αντικείμενα από το γραφείο της, εντός ολίγων ωρών, παρουσία του αντικαταστάτη της κ.

Δ. Χ.. Το Δεκέμβριο του 2016, η εναγομένη προσέλαβε μία νέα ιατρό την κ. Σ. Γ., η οποία θα στελέχωνε το δυναμικό του Τμήματος της Πυρηνικής Ιατρικής, ζητήθηκε δε άμεσα από τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν είχαν καμία προηγούμενη ενημέρωση από την Διοίκηση του Νοσοκομείου, να ενημερώσουν την νέα ιατρό, για τον τρόπο λειτουργίας του Τμήματος .

Ακολούθως, την 6-12-2016, η εναγομένη προέβη στην καταγγελία των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων, καταβάλλοντας αυθημερόν: α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 40.057,50 ευρώ, αναγνωρίζοντας ως έναρξη απασχόλησης την 15-5-2003 και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 44.800 ευρώ, αναγνωρίζοντας ως έναρξη απασχόλησης την 17-7-2000 [...] Από όλα τα παραπάνω, όμως, που συνοψίζονται στην άρνηση των εναγόντων να υπογράψουν μία δυσμενή για τα εργασιακά τους δικαιώματα ατομική σύμβαση εργασίας με την εναγομένη, σε αντικατάσταση των αρχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας τους, συνάγεται ότι οι επίδικες καταγγελίες της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, έγινε για εκδικητικούς σε βάρους των λόγους, λόγω της συμπεριφοράς τους, ήτοι της άρνησής τους να συνάψουν νέα σύμβαση εργασίας για την προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων, συμπεριφορά η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας τους, αλλά απαρέσκει στην εργοδότριά τους, γιατί εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντά της, δηλαδή των μελών της διοίκησής της και δε συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής της .

Κατά συνέπεια, οι επίδικες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων υπερέβαιναν τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. όρια άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας και υπήρξαν άκυρες, ως καταχρηστικές, με αποτέλεσμα η εναγομένη να περιέλθει έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη ... ".

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ότι η εναγομένη εργοδότρια ήταν υποχρεωμένη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων και, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της έφεσης αυτών, ως βάσιμου, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα, κατά το κεφάλαιο αυτό, οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, ενώ δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου .

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρες, ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας του ότι αυτοί δεν δέχθηκαν τις, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προτάσεις τροποποίησης, επί το δυσμενέστερο των όρων παροχής της εργασίας τους και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και, κατά συνέπεια, ο συναφής λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Έτι περαιτέρω, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας, ως καταχρηστικής, της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσιβλήτων, εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, η τροποποιητική καταγγελία δεν μπορεί βέβαια να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, μόνο για το λόγο ότι αιτία της ήταν η άρνηση των αναιρεσιβλήτων να συναινέσουν στην προταθείσα μεταβολή, στην προκειμένη όμως περίπτωση, κατά τις σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, δεν συνδεόταν με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησης της αναιρεσείουσας.

Οι επικαλούμενες πλημμέλειες, με τις οποίες η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε ότι, κατά την επίδικη περίοδο υφίσταντο συνθήκες που δικαιολογούσαν επιχειρηματικές αποφάσεις, που απέβλεπαν σε εξυγιαντικά της επιχείρησης οικονομοτεχνικά μέτρα, όπως την περιστολή των δαπανών και ειδικότερα του εργατικού κόστους και ότι, υπό την παραδοχή αυτή, προέκυπτε σαφώς ότι η επιχειρηματική επιλογή της πρότασης προς τους εργαζόμενους να αποδεχθούν τις μειώσεις των αποδοχών τους και τις λοιπές αλλαγές των συμβατικών τους όρων, αποσκοπούσε αποκλειστικά και μόνο στην εξυπηρέτηση του καλώς νοουμένου συμφέροντος της επιχείρησής της.

Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές κρίνονται απορριπτέες, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς το Εφετείο δέχθηκε ότι αρχές Οκτωβρίου του έτους 2016, η Διοίκηση της εναγομένης επικαλέστηκε τις υψηλές οικονομικές ζημίες ποσού 339.618 ευρώ, που εμφάνιζαν τα Απεικονιστικά Εργαστήρια του νοσοκομείου και τη μειωμένη κίνηση των ασθενών και, συνακόλουθα, τη μείωση εργασίας των ιατρών των εν λόγω Εργαστηρίων, επειδή, δε, οι ενάγοντες αρνήθηκαν στο σύνολό της την προταθείσα μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας τους, που αναμφίβολα ήταν βλαπτική γι' αυτούς, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτοί αποδέχθηκαν τη μείωση των αποδοχών τους, όχι όμως και τη μη αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας τους, εφόσον τούτο θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο ύψος της αποζημίωσης, σε περίπτωση υποθετικής απόλυσής τους από την αναιρεσείουσα, από λόγους εκδίκησης, η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας τους καταβάλλοντας σ' αυτούς τη νόμιμη αποζημίωση και, έκτοτε, έπαυσε να δέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και δεν δέχθηκε, όπως ανακριβώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι συνέτρεχαν συνθήκες, που να καθιστούν, αντικειμενικά αναγκαίες, την προταθείσα εκ μέρους της μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων και ότι, συνακόλουθα, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών δικαιολογείτο για οικονομοτεχνικούς λόγους, τους οποίους, άλλωστε, η αναιρεσείουσα ουδόλως είχε εξειδικεύσει ούτε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ούτε με το δικόγραφο της έφεσής της.

Έτσι, με τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατέληξε με σαφήνεια στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων έγινε για λόγους εκδικητικούς, εξαιτίας της μη αποδοχής από αυτούς της εργοδοτικής πρότασης στο σύνολό της και, επομένως, ήταν άκυρη, ως αντικειμένη στους όρους της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς υπερέβαινε προφανώς, τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και παρίσταται, ως εκ τούτου, ως καταχρηστική .

Η περαιτέρω αιτίαση ότι η αναιρεσείουσα δεν απηύθυνε αποκλειστικά και μόνο προς τους αναιρεσίβλητους την πρόταση για τροποποίηση των εργασιακών τους όρων, αλλά η πρόταση αυτή απευθύνθηκε γενικώς στους εργαζομένους διαφόρων τμημάτων του νοσοκομείου, γεγονός που σήμαινε ότι η ενέργειά της αυτή δεν στόχευε αποκλειστικά στους αντιδίκους της, αλλά αποτελούσε γενική επιχειρηματική απόφαση αυτής, ανεξαρτήτως προσώπων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι συνιστά πραγματικό επιχείρημα, που πλήττει, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο η περαιτέρω αναφορά άλλου πρόσθετου περιστατικού από την αναιρεσιβαλλόμενη, που να δικαιολογεί την, περί εκδικητικής απόλυσης των αντιδίκων, κρίση της, ήτοι περιστατικό που να συνδέεται ειδικά με τα πρόσωπα αυτών, εφόσον στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται σαφής μνεία ότι οι αναιρεσίβλητοι, αν και δέχθηκαν τις προταθείσες μειώσεις των αποδοχών τους, δεν αποδέχθηκαν, ωστόσο, τους λοιπούς δυσμενέστερους όρους των συμβάσεων εργασίας τους, σε σχέση με τις αρχικές συμβάσεις τους και ότι, μετά την άρνηση αυτών, η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία, από εκδικητικά κίνητρα προς το πρόσωπό τους, ενόψει και των περαιτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι η αναιρεσείουσα προσέφυγε σε νέες προσλήψεις ιατρών, κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρότασης για μείωση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων και της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών.

Συνεπώς ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση εκ πλαγίου της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθισταμένου πλέον άνευ αντικειμένου του αιτήματος της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4527/604/15-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1120/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 6501/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ .

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση . ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ