Appeal against inadmissibility of appeal dismissed; appeal admissible; appeal allowed partially against first two defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the third defendant but allowed it partially regarding the first two defendants. The appellant argued the lower court incorrectly rejected their appeal as inadmissible due to procedural errors. The court found the appellant had properly paid the required fees, making the lower court's rejection of the appeal inadmissible. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision on this specific ground and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision declaring an appeal inadmissible is admissible if the appellant has fulfilled the procedural requirements, such as paying the necessary fees, rendering the lower court's rejection of the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1310 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1310/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Μαρίνου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ζ. του Α., κατοίκου …, 2) Χ. συζύγου Ι. Ζ., το γένος Σ. Α., κατοίκου … και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Σ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μαρίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2010 και 8-06-2011 αγωγές των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6259/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4356/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-09-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά των μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α)... β) οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, καθώς και ότι αν η απόφαση είναι ως προς ένα μέρος οριστική, αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, προσβλητές με αναίρεση είναι οι οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή σε κάθε βαθμό (ΑΠ 1670/2014). Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (ΟλΑΠ 230/1983).
Συνεπώς, δεν είναι οριστική η απόφαση που διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 950/2020), όπως η απόφαση με την οποία η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 3339/2018, ΑΠ 1670/2014). Επίσης, μη οριστική είναι και η απόφαση, με την οποία η συζήτηση της αγωγής ή της έφεσης κηρύσσεται ματαιωμένη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 26.9.2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4356/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη αυτή απόφαση, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις των δύο εναγομένων στην (παρακάτω αναφερόμενη) από 1.12.2010 αγωγή, ήτοι η από 27.12.2014 έφεση του αναιρεσείοντος και η από 31.12.2014 έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης, στρεφόμενες και οι δύο εφέσεις κατά της αυτής αποφάσεως και δη κατά της υπ' αριθ. 6259/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [το οποίο έκανε δεκτή, κατόπιν συνεκδικάσεως, την ως άνω από 1.12.2010 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας τους δύο τελευταίους να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους το επιδικασθέν χρηματικό ποσό, και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8.6.2011 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων], ακολούθως, αναφορικά με την πρώτη των συνεκδικασθεισών εφέσεων, ήτοι την από 27.12.2014 (αρ.
κατ. 8606/2014) έφεση του αναιρεσείοντος (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), στρεφόμενη και κατά των τριών αναιρεσιβλήτων: α) Κηρύχθηκε ματαιωθείσα η συζήτηση της εφέσεως ως προς την τρίτη τότε εφεσίβλητη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη (καθώς δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε η τελευταία ούτε ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων) και β) απορρίφθηκε η έφεση ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, λόγω μη καταθέσεως του προβλεπόμενου για την άσκησή της παραβόλου, καταδικασθέντος του ήδη αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη των τελευταίων.
Η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ο αναιρεσείων νικήθηκε και ως προς τους οποίους επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή κατά το μέρος αυτό και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Όμως, καθό μέρος στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη, διότι ως προς αυτήν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική, αφού η συζήτηση της κατ' αυτής έφεσης του αναιρεσείοντος ματαιώθηκε και, συνακόλουθα, δεν είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση. Κατά συνέπεια, πρέπει η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση- παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 1496/2017). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το άρθρ. 45 του ν. 4446/2016), ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού (200) διακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα παραπάνω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 480/2020, 933/2019, 341/2015).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε κατατεθεί από αυτόν το αναγκαίο για την άσκηση της έφεσής του κατά της υπ' αριθ. 6259/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παράβολο 200 ευρώ και απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη.
Προς διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω λόγου και προκειμένου να διαγνωσθεί η αλήθεια της αποδιδόμενης με την αίτηση αναίρεσης συγκεκριμένης αιτίασης, επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τα διαδικαστικά έγγραφα, εκείνα της προσβαλλόμενης απόφασης και του δικογράφου της έφεσης.
Στο πρώτο από τα έγγραφα αυτά, που είναι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (με την οποία, όπως αναφέρθηκε, συνεκδικάσθηκαν η από 27.12.2014 έφεση του αναιρεσείοντος και η από 31.12.2014 έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης), διαλαμβάνεται η διαπίστωση (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), ότι από το ακριβές αντίγραφο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που προσκομίσθηκε από τους (τότε) εφεσιβλήτους, ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσίβλητους (οι οποίοι και μόνο παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω εφέσεως), δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο της εφέσεως κατατέθηκε με την καταβολή του οικείου παραβόλου των διακοσίων (200) ευρώ και ότι εφόσον η έφεση ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η έρευνα επί του παραδεκτού του ενδίκου μέσου προηγείται αυτής του ανυποστήρικτου, που συνεπάγεται την απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος κατ' ουσίαν και όχι για τυπικό λόγο.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη. Το δεύτερο από τα επισκοπούμενα έγγραφα, είναι το προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα στην παρούσα δίκη, σε ακριβές θεωρημένο αντίγραφο, δικόγραφο της έφεσης, το οποίο κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων) από την υπογράφουσα την έφεση πληρεξούσια δικηγόρο του Σαρρή Στεφανία, στις 30.12.2014, ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα Καλαβέσιου Ροδόπης, η οποία συνέταξε προς τούτο τη με αριθμό 8606/30.12.2014 έκθεση κατάθεσης δικογράφου έφεσης, που ενσωματώνεται στο κατατεθέν δικόγραφο της εν λόγω έφεσης και φέρει την υπογραφή της άνω Γραμματέα και της καταθέσασας πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσείοντος.
Από το ίδιο αυτό επισκοπούμενο έγγραφο προκύπτει ότι κατά την αυτή ημέρα κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης προσκομίσθηκαν από την άνω πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος και συνυποβλήθηκαν με την κατάθεση της έφεσης τα υπ' αριθ. …, … παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και υπ' αριθ. …., … παράβολα Δημοσίου, συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ, για την πιστοποίηση δε της καταβολής των παραβόλων αυτών, η άνω αρμόδια Γραμματέας συνέταξε την από 30.12.2014 πράξη "κατάθεσης παραβόλων", την οποία ενσωμάτωσε (μαζί με τα ανωτέρω παράβολα), στο πρωτότυπο του κατατεθέντος δικογράφου της έφεσης και χορήγησε στην πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί σε φωτοτυπίες τα ανωτέρω παράβολα και η από 30.12.2014 πράξη κατάθεσης παραβόλων, προκειμένου, στη συνέχεια, να προσκομιστεί αυτό ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου για τον προσδιορισμό δικασίμου συζήτησης της έφεσης.
Έτσι, από το δεύτερο των επισκοπούμενων εγγράφων προκύπτει ότι κατά την άσκηση της πιο πάνω έφεσης του αναιρεσείοντος είχε κατατεθεί από αυτόν το ως άνω απαιτούμενο παράβολο ενδίκου μέσου, ποσού διακοσίων (200) ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η από 27.12.2014 (αριθ. κατ. 8606/2014) έφεση του αναιρεσείοντος ασκήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παρά το νόμο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού (στο σύνολο της πληττόμενης με την αναίρεση απόφασης), καθιστά, πλέον, αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου και τρίτου λόγων της αναίρεσης από τους αριθμούς 6 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτήν η από 27.12.2014 και με αριθμ. καταθ. 8606/2014 έφεση του αναιρεσείοντος Κ. Μ. ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και καταδικάστηκε, παράλληλα, ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των ιδίων αναιρεσιβλήτων. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), μη επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιτίων για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ.177, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.9.2018 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4356/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4356/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό, ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί, όμως, από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ