Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to filing outside the 30-day service deadline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision as inadmissible. The appellant argued for the appeal's acceptance, while the appellee contended it was filed late. The court ruled that the appeal was submitted 30 days after service, exceeding the statutory limit for appeals filed by residents in Greece.
Legislator headnote
AI generatedArt. 564(3) & Art. 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed by a resident within Greece must be lodged within 30 days of service, and failure to meet this deadline renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1310 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1310/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο που ανακάλεσε την από 12/10/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρύδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3109/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 8/10/2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 883/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3109/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1018/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/7/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 577 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αυτεπάγγελτα εξεταζόμενη, είναι, μεταξύ άλλων, η άσκησή της εντός της οριζόμενης από το νόμο προθεσμίας (Ολ.
Α.Π. 412/1981). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 564 του Κ.Πολ.Δ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Για την έναρξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας απαιτείται νόμιμη επίδοση της τελεσίδικης απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. για την επίδοση δικογράφων, στο διάδικο, στον οποίο παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα για την άσκηση αναίρεσης (Α.Π. 443/2015). Σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει το έγγραφο αυτό να παραδίδεται σε εκείνον που είναι εκπρόσωπος του, κατά το νόμο ή το καταστατικό, κατ' άρθρ. 126 παρ. 1 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με τον ανωτέρω νόμο. Αν το πρόσωπο αυτό δεν βρίσκεται στο, κατά το άρθρο 124 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα παρακάτω πρόσωπα, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες (ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου, προς το οποίο γίνεται η επίδοση), του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από την ανωτέρω διάταξη, ενώ εκείνος, που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη αυτή δεν απαιτεί τούτο (Ολ.Α.Π. 900/1985, Α.Π. 55/2020).
Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπηση αυτού) δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κ.λ.π., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (Α.Π. 443/2015, Α.Π. 1153/2006), χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία.
Τέλος, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη στην έκθεση επίδοσης βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, που αφορά στην ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου, ως υπαλλήλου του νομικού προσώπου, αποτελεί πλήρη απόδειξη, αφού το γεγονός αυτό είναι από εκείνα, των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης επίδοσης δικαστικός επιμελητής, επιτρέπεται, όμως, ως προς αυτήν ανταπόδειξη από εκείνον, που αμφισβητεί την ως άνω ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου ή διευθυντή ή συνεργάτη κ.λ.π.
με τα επιτρεπόμενα από την οικεία διαδικασία αποδεικτικά μέσα, ενώ, ως προς όσα βεβαιώνονται στην έκθεση επίδοσης ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του, ανταπόδειξη χωρεί μόνο με την προσβολή της έκθεσης ως πλαστής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 12-7-2019 (6442/637/15-7-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, 1018/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της 3109/2014 προηγούμενης απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την 883/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 15-7-2019, σύμφωνα με την έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου. Από την .../22-3-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Τ., την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι, επιμελεία της, στις 22-3- 2019, επιδόθηκε νομίμως, επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και συγκεκριμένα στην έδρα αυτής, το οποίο παρέλαβε η
εκεί ευρεθείσα υπάλληλος της, αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων, ονόματι Λ. Δ., λόγω απουσίας του νόμιμου εκπροσώπου της. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της με αυτήν προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση και κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκε με τις προ είκοσι (20) ημερών από την ανωτέρω δικάσιμο κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρο 570 παρ.1 του Κ.Πολ,Δ.), ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.). Μετά ταύτα, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-7-2019 (6442/637/15-7-2019) αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 1018/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ