Legislator Case Law & Legislation
1310/2018 AI generated

1310/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1310/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/20009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2015 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1310/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 240/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 7-5-2013 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 77/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε η από 7-10-2009 αγωγή τους.

Keywords

AI generated
increased earnings share capital increase nullity of agreements and decisions non-implementation of the offending agreements misappropriation of salary deductions custodian voting right
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Π., 2) Π. συζύγου Α. Σ., το γένος Κ. Τ., 3) Σ. Σ. του Α., κατοίκων ..., 4) Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Πάπαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αλεξανδρή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/20009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 21/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 240/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί της από 7-5-2013 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 77/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε η από 7-10-2009 αγωγή τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.

ΑΠ 26/2008). Κατά το άρθρο 35α Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το Ν.3604/2007, ενόψει του χρόνου που έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, η επίμαχη Γενική Συνέλευση της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 79 § 7 Ν. 3604/2007), "1. Αι αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως είναι άκυροι και όταν: α) Ελήφθησαν κατά παράβασιν των περί συγκροτήσεως των Γενικών Συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή β) διά του περιεχομένου των θίγουν διατάξεις του Καταστατικού τεθειμένας αποκλειστικώς ή κυρίως προς προστασίαν των δανειστών της Εταιρίας. 2.

Ακυρότης των αποφάσεων της Γενικής Συνελεύσεως δι' οιονδήποτε λόγον δεν δύναται να αντιταχθή μετά πάροδον διετίας από της υποβολής εις το Υπουργείον Εμπορίου του αντιγράφου των πρακτικών της Γενικής Συνελεύσεως καθ' ην ελήφθη η απόφασις". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως ανωνύμου εταιρίας είναι άκυρες, ως αποφάσεις του εταιρικού αυτού οργάνου, όχι μόνο όταν λήφθηκαν κατά παράβαση των περί συγκροτήσεως των γενικών συνελεύσεων ή των περί απαρτίας και πλειοψηφίας διατάξεων ή όταν με το περιεχόμενό τους θίγουν διατάξεις του καταστατικού που έχουν τεθεί αποκλειστικά ή κυρίως προς προστασία των δανειστών της εταιρίας, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση αντίθεσης αυτών προς απαγορευτική διάταξη του άνω νόμου ή προς αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη άλλου νόμου, ήτοι σε κάθε περίπτωση αντιθέσεως αυτών προς ουσιώδεις διατάξεις του ως άνω νόμου ή του καταστατικού, οι οποίες έχουν απαγορευτικό ή επιτακτικό χαρακτήρα ή προς απαγορευτικές διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 410/2016).

Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας. Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, μετά την πάροδο προθεσμίας δύο ετών από την υποβολή του πρακτικού, επέρχεται ίαση της ακυρότητας, εφ' όσον αυτή δεν είχε προβληθεί, γιατί πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία (ΑΠ 1624/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει, ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.

Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτή, πρέπει δε να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης της αναγνωριστικής αγωγής, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης, και να είναι άμεσο κατά την έννοια του άρθρου 68 ΚΠολΔ.

Το έννομο συμφέρον αποτελεί νομική έννοια και η κρίση περί συνδρομής αυτού από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 356/2013). Εξάλλου, η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν διώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή αφού, κατ' άρθρο 247 ΑΚ, η παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις.

Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή, τότε λείπει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, και για αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1014/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι με το υπ' αριθμ. …0/12-3-1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Λ., που εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα, συστήθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με διάρκεια έως την 31-12-2030 και μετοχικό κεφάλαιο 30.000.000 δραχμών, το οποίο διαιρέθηκε σε 30.000 μετοχές, αξίας εκάστης 1.000 δραχμών, τις οποίες έλαβαν οι συνιδρυτές της, ήτοι 14.400 μετοχές ο πρώτος αναιρεσείων, 600 μετοχές η δεύτερη εξ αυτών και 15.000 μετοχές ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ότι στις 30-6-1997 συγκλήθηκε η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας και αποφάσισε ομόφωνα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της κατά 130.909.000 δραχμές με την έκδοση 130.909 μετοχών, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών εκάστης, ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου καλύφθηκε κατά το μεν ποσό των 90.000.000 δραχμών με καταβολή μετρητών αφενός ως προς το ήμισυ από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες που έλαβαν συνολικά 45.000 μετοχές και αφετέρου ως προς το υπόλοιπο μισό από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο που έλαβε 45.000 μετοχές, κατά το δε υπόλοιπο ποσό των 40.909.000 δραχμών με την αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων στοιχείων της εταιρείας κατά 40.860.599 δραχμές και με την καταβολή μετρητών ύψους 48.401 δραχμών από τους προαναφερόμενους τρεις τότε μετόχους της, εκ των οποίων ο πρώτος αναιρεσείων κατέβαλε το ποσό των 23.829 δραχμών, η δεύτερη κατέβαλε το ποσό των 372 δραχμών και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 24.200 δραχμών, ήτοι μία (1) δραχμή λιγότερο από τους δύο πρώτους και ότι οι 40.909 μετοχές που αναλογούσαν στο ποσό των 40.909.000 δραχμών, κατά την αληθή βούληση των μετόχων που συμμετείχαν στη Γενική Συνέλευση, έπρεπε να διανεμηθούν δωρεάν στους μετόχους ανάλογα με τις μετοχές που κατείχαν κατά το χρόνο κεφαλαιοποίησης της υπεραξίας και ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ, 5386/23-7-1997 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).

Περαιτέρω, εκθέτουν ότι από παραδρομή αναγράφηκε στο υπ' αριθμ. 24/30-6-1997 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος λαμβάνει 20.455 μετοχές, ενώ οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες λαμβάνουν συνολικά 20.454 μετοχές, ήτοι 20.140 μετοχές ο πρώτος και 314 μετοχές η δεύτερη, δηλαδή 1 μετοχή λιγότερη από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, παρά το γεγονός ότι κατέβαλαν 1 δραχμή παραπάνω από αυτόν, ότι κατά την αληθή βούληση των μετόχων της εταιρείας, που συμμετείχαν στη Γενική Συνέλευση της 30-6-1997, έπρεπε να λάβει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος 20.454 μετοχές, ο πρώτος αναιρεσείων 20.139 μετοχές και η δεύτερη εξ αυτών 314 μετοχές και επιπλέον να συσταθεί κοινωνία κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ιδανικά μερίδια μεταξύ των παραπάνω μετόχων στις δύο εναπομείνασες μετοχές και ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκμεταλλεύτηκε την δήλωση των μετόχων, που καταχωρήθηκε στο πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης της πρώτης εναγομένης στις 30-6-1997, σύμφωνα με το οποίο φέρεται να απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της πρώτης εναγομένης και μεταγενέστερα τους απέκλεισε από την διοίκησή της κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, κυρίως μεν, να αναγνωριστεί ότι κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης με αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων στοιχείων της και καταβολή μετρητών, που αποφάσισε η Γενική Συνέλευση των μετόχων της στις 30-6-1997, ερμηνευομένης της απόφασης αυτής κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, άλλως κατά την επικουρική βάση της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι είναι μερικώς άκυρη η ως άνω απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ως αντίθετη σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εταιρικής νομοθεσίας, αφού κατανέμει αυθαίρετα δύο από τις νέες μετοχές που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αύξησης του κεφαλαίου και ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν απέκτησε 20.140 νέες μετοχές, αλλά έλαβε 20.139 νέες μετοχές κατά πλήρη κυριότητα και ποσοστό 25,094385 % εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας σε εκάστη των δύο κοινών μετοχών, η δεύτερη εξ αυτών δεν απέκτησε 314 νέες μετοχές, αλλά έλαβε 314 νέες μετοχές κατά πλήρη κυριότητα και ποσοστό 49,930615 % εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας σε εκάστη των δύο κοινών μετοχών και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν απέκτησε 20.455 νέες μετοχές, αλλά έλαβε 20.454 νέες μετοχές κατά πλήρη κυριότητα και ποσοστό 24,975000 % εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας σε εκάστη των δύο κοινών μετοχών, με αποτέλεσμα, κατά την άσκηση της αγωγής, ο πρώτος αναιρεσείων να είναι κύριος 8.500 μετοχών και κατά ποσοστό 25,094385 % εξ αδιαιρέτου συγκύριος δύο κοινών μετοχών, η δεύτερη εξ αυτών είναι κυρία 8.500 μετοχών και κατά ποσοστό 49,930615 % εξ αδιαιρέτου συγκυρία δύο κοινών μετοχών και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι κύριος 8.499 μετοχών και κατά ποσοστό 24,975000 % εξ αδιαιρέτου συγκύριος δύο κοινών μετοχών.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 77/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και ως απαράδεκτη, κατά την επικουρική της βάση. Μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής, με αυτήν επιδιώκεται, κατά την κύρια βάση της, η αναγνώριση της μη απόκτησης του αριθμού των μετοχών που αναγράφονται στο οικείο πρακτικό, όπου καταγράφεται η από 30-6-1997 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, αλλά του αριθμού των μετοχών που έκαστος των μετόχων απέκτησε κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με αναπροσαρμογή των παγίων με υπεραξία και καταβολή μετρητών, μετά από ερμηνεία, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, της ληφθείσας κατά την 30-6-1997 απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανωνύμου εταιρίας και κατά την επικουρική της βάση, η αναγνώριση ομοίως του αριθμού των μετοχών που έκαστος των μετόχων απέκτησε κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με αναπροσαρμογή των παγίων με υπεραξία και καταβολή μετρητών, μετά από αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης των μετόχων, ως προς τον αριθμό των μετοχών που αναγράφονται στο οικείο πρακτικό, όπου καταγράφεται η από 30-6-1997 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Η κατά την επικουρική βάση της αγωγής διωκόμενη αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της ληφθείσας κατά την 30-6-1997 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ανωνύμου εταιρίας έχει αποσβεσθεί, δεδομένου ότι κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή έχει παρέλθει διετία από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου αντιγράφου των πρακτικών της γενικής συνέλευσης, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση, η οποία μάλιστα, ως αναφέρεται στην αγωγή δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 5386/23-7-1997 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και επομένως έχει επέλθει ίαση της επικαλούμενης μερικής ακυρότητας της ως άνω αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως.

Τα υποστηριζόμενα δε από τους εκκαλούντες- ενάγοντες περί μη απόσβεσης της αξιώσεώς τους για αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης, επειδή δι' αυτής επήλθε διαρκής παραβίαση των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου της εταιρικής νομοθεσίας και δη των διατάξεων περί του αδιαιρέτου της μετοχής και της αρχής της ισότητας των εταίρων, ελέγχονται ως απορριπτέα, καθόσον κατά τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις του άρθρου 35α του ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 42 του Ν. 3604/2007, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα η γενική συνέλευση της ανωνύμου εταιρίας (30-6-1997), κατά την οποία λήφθηκε η άκυρη απόφαση (βλ.

μεταβατική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 Ν.3604/2007), η αξίωση για την αναγνώριση ακυρότητας αποφάσεως γενικής συνέλευσης αποσβέννυτο εντός της προβλεπόμενης υπό του νόμου διετίας από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου αντιγράφου των πρακτικών της γενικής συνέλευσης, για οποιονδήποτε λόγο και αν αφορούσε η ακυρότητα, χωρίς να γίνεται διάκριση της περίπτωσης της διαρκούς παραβάσεως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, περίπτωση που πλέον προβλέφθηκε στην κατ' άρθρο 35 β' Ν. 2190/1920 ακυρότητα των γενικών συνελεύσεων, μετά την αντικατάσταση του ως άνω άρθρου με το άρθρο 43 Ν. 3604/2007 (ΦΕΚ A' 189/8.8.2007).

Εξάλλου, εν προκειμένω, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, η αρχή του αδιαιρέτου των μετοχών δεν παραβιάσθηκε με την απόφαση της γενικής συνέλευσης, καθόσον αυτές κατανεμήθηκαν ακέραιες στους μετόχους και δεν διαιρέθηκαν ανεπίτρεπτα, ομοίως δε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας των εταίρων, καθόσον η απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν λήφθηκε κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας, αλλά με ομοφωνία.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής για την αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της αποφάσεως της γενικής συνέλευσης ως απαράδεκτη, λόγω παρέλευσης της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, ως η αιτιολογία της συμπληρώνεται δια της παρούσας, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η αναγνωριστική αγωγή προϋποθέτει την ύπαρξη ή μη έννομης σχέσης, απορρέουσας από ενεργή αξίωση και αυτή η ύπαρξη ή ανυπαρξία δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί πρώτη φορά με την αναγνωριστική αγωγή, αλλά απλά θα διαπιστωθεί, εν προκειμένω δε ως προεκτέθηκε η αξίωση των εκκαλούντων-εναγόντων για την αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της ληφθείσας κατά την 30-6-1997 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της ανωνύμου εταιρίας έχει αποσβεσθεί.

Ως εκ τούτου η υπό τον μανδύα, της κατ' ερμηνείας της από 30-6-1997 αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, διωκόμενη δια της κυρίας βάσεως της αγωγής αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, που άγει, κατά το αίτημά της (αγωγής) σε αναγνώριση ότι οι μέτοχοι δεν απέκτησαν τον αριθμό των μετοχών που αναφέρονται στην υπό ερμηνεία απόφαση της γενικής συνέλευσης, δεν είναι επιτρεπτή, ως οδηγούσα σε καταστρατήγηση της διεξόδου αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης ανωνύμου εταιρίας, που ο νομοθέτης αποκλειστικά προέβλεψε με το άρθρο 35α Ν. 2190/1920 (ως ίσχυε), καθόσον η ενδεχόμενη μερική ακυρότητα της ληφθείσας την 30-6-1997 απόφασης της γενικής συνέλευσης έχει ιαθεί και δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί εμμέσως, ως ζητούν οι εκκαλούντες-ενάγοντες, αιτούμενοι άλλωστε κυρίως και επικουρικώς την αναγνώριση των ίδιων εννόμων συνεπειών, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε το αντιφατικό αποτέλεσμα να αναγνωριζόταν συνέπειες (άλλος αριθμός μετοχών για κάθε διάδικο μέρος), που θα ήταν αντίθετες με τις συνέπειες που προκάλεσε η ιαθείσα ήδη απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων.

Δεδομένου δε ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής το οποίο λειτουργεί νομιμοποιητικά, συνδέεται άμεσα με την έννομη σχέση που αναγνωρίζεται, η οποία εν προκειμένω για όσους λόγους προεκτέθηκαν απορρέει από αποσβεσθείσα αξίωση, δεν μπορεί με την κύρια βάση της αγωγής να επιτευχθεί η ανατροπή ιαθείσας απόφασης της γενικής συνέλευσης, ελλείποντος ως εκ τούτων του εννόμου συμφέροντος των εναγόντων για την άσκηση της αγωγής κατά την κύρια βάση της.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και την απέρριψε ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Επομένως,....

πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής τους, κατά την κύρια βάση της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό και κατά τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης, που θα καθοριστεί εξ αρχής, δεδομένου ότι απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, δεν αρκεί, διότι οδηγεί σε διαφορετικό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό (αφού η απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της έγινε κατ' ουσίαν, ενώ η απόρριψή της ως απαράδεκτης γίνεται για λόγους τυπικούς).

Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, κατά τα προδιαληφθέντα, ενόψει και του ότι η παρούσα απόφαση, ως ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες από την εκκαλουμένη, δεν καθιστά χείρονα την θέση αυτών....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, έχει αποσβεστεί λόγω παρέλευσης της διετούς αποσβεστικής προθεσμίας η αξίωση των αναιρεσειόντων για την εν μέρει ακύρωση της ως άνω γενικής συνέλευσης των μετόχων, κατά το μέρος δηλαδή εκείνο που αναφέρεται στη διανομή των μετοχών μεταξύ των εταίρων, η αιτούμενη (με την κύρια βάση της αγωγής) αναγνώριση δεν θα έχει κάποια έννομη επιρροή σε τυχόν περαιτέρω αξιώσεις των αναιρεσειόντων με βάση την επικαλούμενη από αυτούς κατανομή των μετοχών, δεδομένου ότι δεν είναι πλέον δυνατή η ανατροπή της ιαθείσας απόφασης της γενικής συνέλευσης, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ και δεν εφάρμοσε τις μη έχουσες εν προκειμένω εφαρμογή διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος περί του αντιθέτου λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 35α Ν. 2190/1920, όπως τότε ίσχυε, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής περί μερικής ακυρότητας της απόφασης της γενικής συνέλευσης της 30-6-1997, λόγω παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας της πιο πάνω διάταξης, δεδομένου ότι παρήλθε διάστημα δύο ετών από την υποβολή στο Υπουργείο Εμπορίου αντίγραφου των πρακτικών της ως άνω γενικής συνέλευσης μέχρι την άσκηση της αγωγής ακύρωσης, ώστε πλέον θεραπεύθηκε η επικαλούμενη μερική ακυρότητα της επίμαχης απόφασης της γενικής συνέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Σημειώνεται ότι αβάσιμα οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τη διάταξη του άρθρου 35β του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 του Ν. 3604/2007, κατά την οποία "η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο, μέτοχο ή τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την υποβολή του σχετικού πρακτικού στην αρμόδια αρχή ή, εάν η απόφαση υποβάλλεται σε δημοσιότητα, από την καταχώριση της στο Μητρώο.

Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία", ισχυριζόμενοι ότι "...ότι η διετής αποσβεστική προθεσμία, εντός της οποίας και μόνο μπορούσε να προβληθεί η ακυρότητα αποφάσεων της γενικής συνέλευσης δεν ίσχυε, όταν από την επίμαχη απόφαση προέκυπτε διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου" και τούτο διότι υπό το προισχύσαν, πριν το Ν. 3604/2007, νομοθετικό καθεστώς δεν υπήρχε αντίστοιχη πρόβλεψη.

Επομένως, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ