Legislator Case Law & Legislation
1310/2017 AI generated

1310/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1310/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1, που ορίζει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθώς και από τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, προκύπτει ότι αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδουν μερικοί από αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ' αυτή και τους υπόλοιπους, έστω και ομοδίκους τους, οπότε και μόνο ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 3/2013,16/1997, ΑΠ 312/2017).

Legislator headnote

AI generated

1310/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1310 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1310/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., 3)Σ. Α. του Γ., συζ. Η. Σ., κατοίκου ..., 4)Μ. Γ. του Λ., συζ. Θ. Γ., κατοίκου ..., 5)Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 6)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8)Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9)Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 10)Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 11)Ι. Θ. του Δ., κατοίκου .... Οι 1η, 3η, 5ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (2ος, 4η, 6ος, 8η, 9ος, 10ος και 11ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ανώτατη Σχολή ... (... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Ρούσια - Κεπεγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1935/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2765/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/4/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 13/4/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και έβδομο των αναιρεσειόντων και την εν μέρει παραδοχή του μοναδικού λόγου αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1, που ορίζει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθώς και από τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση δε απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, προκύπτει ότι αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδουν μερικοί από αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ' αυτή και τους υπόλοιπους, έστω και ομοδίκους τους, οπότε και μόνο ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 3/2013,16/1997, ΑΠ 312/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες Ε.

Α., Μ. Γ., Α. Κ., Μ. Κ., Δ. Κ., Κ. Μ. και Ι. Θ. (2ος, 4η, 6ος, 8η, 10ος και 11ος των αναιρεσειόντων), ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τις υπ' αριθμ. .../17-1-2017, .../14-2-2017, .../6-2-2017, ...16-1-2017.../ 25-1-2017, .../6-2-2017 και .../18-1-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ά.

Κ., με τις κάτω από την πρώτη, δεύτερη, έκτη και έβδομη από αυτές απόδειξη παράδοσης και παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου και βεβαίωσης συστημένης επιστολής, που υπογράφονται από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή, τον Αξιωματικό Υπηρεσίας του αρμόδιου κάθε φορά Αστυνομικού Τμήματος και τον αρμόδιο υπάλληλο των Ελληνικών Ταχυδρομείων, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι παρόντες αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι με επιμέλεια των τελευταίων επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απόντες αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή.

Πρέπει, επομένως, παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσειόντων, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). 2. Από τον συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρι την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011,19/2007, 18/2006. 23/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 288 εδ. 3 (πρώην άρθρο 249 παρ. 1 και 3) της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας στο οποίο απευθύνονται καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό, μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα τα οποία αυτό θα επιλέξει, Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς εφαρμογής, δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.

Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (Ολ ΑΠ 31/2009, 19 και 20/2007). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στην οποία ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η οδηγία αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.

Ως εκ τούτου η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώθηκε με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετέτρεψε την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου και η προκείμενη ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το τελευταίο εκ των οποίων εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς τους δε άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 2/4/2003 και 19/7/2004 αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη µη τήρηση εκ µέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ ΑΠ 7 και 8/2011, 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτόμενων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Εξ άλλου, στο άρθρο 4 του ν. 3072/2002 ‘ ‘ Ρύθμιση θεμάτων Σχολικών Κτιρίων, ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις’ ‘ (Α 152) ορίζεται ότι ιδρύεται στην Αθήνα Ανώτατη Σχολή ... (..., η οποία είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, τις διατάξεις του νόμου αυτού και τον Εσωτερικό Κανονισμό (παρ. 1).

Η αποστολή της Σχολής συμπίπτει με αυτή των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), όπως περιγράφεται στο άρθρο 1 του ν. 1404/1983 (παρ. 1 εδ. β’ ) και με τη λήξη του ακαδημαϊκού έτους 2001-2002 καταργείται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ... και το αρχείο της παραδίδεται στην ...., η οποία αποτελεί καθολική διάδοχο της ..., το πάσης φύσεως προσωπικό της ...

καθίσταται προσωπικό της .... και οι θέσεις του προσωπικού της ... μεταφέρονται αυτοδικαίως στις θέσεις του προσωπικού της .... Το προσωπικό διατηρεί την υπηρεσιακή κατάσταση που έχει κατά τη μεταφορά του.... (παρ. 6 εδ. α’ και β’ του άρθρου 4 του ως άνω νόμου). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επί του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν. 1404/1983 ‘ ‘ περί δομής και λειτουργίας των ΤΕΙ’ ‘ (Α’ 173), όπως έχει τροποποιηθεί με το ν. 2916/2001’ ‘ Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα’ ‘ (Α’ 114).

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α’ και 11 β’ του ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη.

Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της συµβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ.

πριν από την έναρξη ισχύος : 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.

ΑΠ 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή ... (..." με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/1994 (ΦΕΚ 115 Α’ ) και 55/1998 (ΦΕΚ 252 Α’ ), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α’ ), του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206) και του άρθρου 19 παρ. 1 α’ και 11 β’ του ν. 1404/1983 (ΑΠ 312/2017, 177/2016, 1390/2015, 1678/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟΛ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη, από 27/10/2003, αγωγή, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, οι ενάγοντες, εξέθεταν σ’ αυτή ότι προσλήφθηκαν από τη Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης (...), που αντικαταστάθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοµικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ‘ ‘ Ανώτατη Σχολή ... (...‘ ‘ , η πρώτη την 1-10-1990, ο δεύτερος την 1.10.2001, η τρίτη στις 27-9-1995, η τέταρτη το 1996, ο πέμπτος το 1997, ο έκτος την 1.10.2001, ο έβδομος στις 29.9.1997, η όγδοη την 10.2.2000, ο ένατος στις 26-9-1994, ο δέκατος στις 13-10-2000 και ο ενδέκατος στις 28-9-1987 και απασχολήθηκαν σ’ αυτό έκτοτε μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (27-10-2003) µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δεν συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους αρχικούς χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτή, άλλως από την ισχύ του π.δ. 81/2003, άλλως από την επίδοση της αγωγής, αφενός σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και αφετέρου σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, 179 ΑΚ και το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του π.δ. 81/2003 και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1935/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφού δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού : α) οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 81/2003, που επικαλούνται οι ενάγοντες προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι απασχολούνται στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, λόγω του ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, δεν εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση, διότι το εν λόγω π.δ.

εφαρμόζεται μόνο στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, β) δεν υπάρχει δυνατότητα επίκλησης των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων έναντι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από τους ενάγοντες, αφού η οδηγία αυτή δεν περιέχει επαρκώς ακριβείς, σαφείς και ορισμένους νομικούς κανόνες, απαλλαγμένους από αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, οι οποίες δεν είχαν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (12-3-2004), όπως π.χ.

δεν προσδιορίζει τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε να καθίσταται δυνατό στο παρόν Δικαστήριο να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος και τον τρόπο άσκησής του, γ) οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής (ευθείας ή ανάλογης) στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία ο επίδικες συμβάσεις των εναγόντων καταρτίζονται υποχρεωτικά ως ορισμένης διάρκειας από το νόμο (άρθρο 19 του ν. 1404/1983, 3 και 4 του π.δ. 163/2002, νεώτερου του ν. 2112/1920 και του ΑΚ) και δεν είναι επιτρεπτή από το νόμο η σύμβαση εργασίας για αόριστο χρόνο και αν ακόμη αυτοί (ενάγοντες) χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ οι παραπάνω διατάξεις ούτε ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ ως προς τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, μπορούν να θεωρηθούν, ώστε να κριθεί ότι αυτές, ερμηνευόμενες υπό το φως της οδηγίας, υπερισχύουν των αντίθετων εθνικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι ο εσωτερικός νομοθέτης ρύθμισε με το π.δ. 164/2004 εξαντλητικά, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που η ίδια η οδηγία του επιφύλασσε, τα μέτρα και τις έννομες συνέπειες για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης και ανανέωσης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, ρυθμίσεις που πρέπει μάλιστα να ερμηνεύονται στενά λόγω της αντίθεσής τους προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος.

Η επιλογή αυτή του εσωτερικού νομοθέτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβιβάζει το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα ή ότι θίγει ευνοϊκότερες γι’ αυτούς ρυθμίσεις (εν προκειμένω των παραπάνω διατάξεων ) για το λόγο ότι για τους εργαζόμενους αυτούς τύγχαναν ήδη εφαρμογής οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και αυτές των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 63, 72 και 73 του π.δ. 410/1988, 19 του ν. 1404/1983 και 3 και 4 του π.δ. 163/2002, ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος για την επίτευξη του χρήσιμου αποτελέσματος της οδηγίας στο δημόσιο τομέα, οι οποίες με τις κυρώσεις που επέβαλαν (ακυρότητα των ανανεώσεων των καταχρηστικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καταλογισμός των ποσών που καταβλήθηκα στους εργαζόμενους στα αρμόδια όργανα των φορέων του δημόσιου τομέα και πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων γι’ αυτά, καθώς και παραπομπή τους στην πειθαρχική διαδικασία) απέβλεπαν στην αποτροπή της χρήσης καταχρηστικών συμβάσεων εργασίας για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.

Η αντίθετη παραδοχή, της εφαρμογής δηλαδή των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα (και μάλιστα θεωρούμενων ως διατάξεων που εισαγάγουν προστασία για τους εργαζόμενους αυτούς, η οποία δεν μπορεί να υποβαθμισθεί κατά τη ρήτρα 8 παρ. 3 της συμφωνίας-πλαίσιο που κυρώθηκε με την πιο πάνω οδηγία), θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα, παρά το αυστηρό εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο σε επίπεδο Συντάγματος και κοινού νόμου για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα και τη διακριτική ευχέρεια του εσωτερικού νομοθέτη για την επιλογή συγκεκριμένων μέτρων που η ίδια η οδηγία 1999/70/ΕΚ του παρέχει, αφού λάβει υπόψη και τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως του δημόσιου τομέα (ρήτρα 5 παρ. 1 της συμφωνίας-πλαίσιο, καθώς και την τρίτη παράγραφο του προοιμίου του παραρτήματος της οδηγίας), ο εσωτερικός νομοθέτης να μη μπορεί να κάνει χρήση αυτής, αλλά να δεσμευτεί στην επιλογή του αντίθετου με το Σύνταγμα και τις ανωτέρω διατάξεις μέτρου της μετατροπής των καταχρηστικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι μόνο αναδρομικά αλλά και για το μέλλον (και κατά συνέπεια να καθίστανται ανενεργές οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του .δ. 164/2004), τη στιγμή που η ίδια η οδηγία αφήνει περιθώρια επιλογής και άλλων μέτρων που, κυρίως, ούτε στο Σύνταγμα αντίκεινται ούτε στο υφιστάμενο εσωτερικό δίκαιο και δ) με την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, η οποία αναφέρεται σε δικαιοπραξίες που είναι άκυρες ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, καθώς και με αυτές των άρθρων 180 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, μπορεί να δικαιολογηθεί η έγερση αναγνωριστικής της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου αγωγής και όχι η αναγνώριση ότι ο καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η επιβολή της υποχρέωσης σ’ αυτό να απασχολεί τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελούν το αίτημα της αγωγής.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλούμενης (16-9-2005), μπορεί κατ’ αρχήν να εφαρμοσθεί το π.δ. 164/2004, πλην όμως με βάση όσα εκτίθενται στην αγωγή, η ιστορική βάση της οποίας φθάνει χρονικά μέχρι το χρόνο σύνταξής της (27-10-2003), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, ώστε με την αποδοχή της δεύτερης πιο πάνω γνώμης, κατά την οποία μπορούν τα πολιτικά δικαστήρια να κρίνουν τη φύση ορισμένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, να ζητηθεί από τους ενάγοντες η αναγνώριση ότι η σχέση που τους συνδέει με το εναγόμενο συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού δεν προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν ενεργές από 19-4-2004 έως 19-7-2004.

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως. Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη κατά το σκέλος της με το οποίο επιχειρείται θεμελίωσή της ευθέως στην οδηγία 1999/70/ΕΚ, η ενσωμάτωση της οποίας στην ελληνική έννομη τάξη όσον αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα, όπως εν προκειμένω οι ενάγοντες, έγινε πολύ αργότερα από τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο, κατά τον οποίο διώκεται η αναγνώριση του χαρακτήρα των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου των εναγόντων ως ενιαίας συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Επίσης, η αγωγή είναι μη νόμιμη όσον αφορά τους αναιρεσείοντες Ε. Α. και Α. Κ. (2ος και 6ος των αναιρεσειόντων), οι οποίοι προσλήφθηκαν την 1-10-2001, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή κατά το σκέλη της αυτά ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας, το άρθρο 249 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ, ούτε τις διατάξεις του άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, 103 παρ. 2, 7 και 8 του Συντάγματος και 19 παρ. 11 γ’ του ν. 1404/1983.

Συνεπώς, το σχετικό μέρος του μοναδικού λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Είναι, όμως, νόμιμη η αγωγή, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έβδομο, όγδοη, ένατο, δέκατο και ενδέκατο) σύμφωνα με τους ισχύοντες, κατά το χρόνο καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων, κανόνες δικαίου του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ.

και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως προς το αίτημά της για αναγνώριση του χαρακτήρα των ένδικων συμβάσεων εργασίας ως αορίστου χρόνου. Διότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων αυτών, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή και προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος(18.4.2001) και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, καθόσον οι συμβάσεις τους ανανεώνονταν με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία της Σχολής, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση των σκοπών αυτής και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς και όχι απρόβλεπτες και πρόσκαιρες ανάγκες των Σχολών ...

και ..., μεταξύ των συμβάσεων δεν μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρά μόνο τα αναγκαία διαστήματα των θερινών διακοπών των εν λόγω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οπότε δεν μπορεί να λεχθεί ότι δεν υφίστατο η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων, γι’ αυτό και ο καθορισμός του είδους τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους.

Εξάλλου, η παροχή διδακτικού έργου μπορεί να παρέχεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να καλύπτει πάγιες και διαρκείς διδακτικές ανάγκες, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλες τις βαθμίδες της δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης, η οποία παρέχεται, κατά περίπτωση, κυρίως από ισόβιους δημόσιους λειτουργούς, μόνιμους δημόσιους υπάλληλους και διδάσκοντες με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι η αξιοκρατική επιλογή των διδασκόντων αποτελεί μέγιστο διακύβευμα και οι ανωτέρω πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι δυνατόν να μεταβληθούν ή και μεταβάλλονται μερικώς κάθε διδακτικό έτος.

Επομένως το Εφετείο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες, κατά το σκέλος της με το οποίο επιχειρείται θεμελίωσή της στο άρθρο 8 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, με το σκεπτικό ότι οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων αυτών δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει ως µη νόµιµη την αγωγή τους, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστές και δεν τις εφάρμοσε.

Εποµένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, ως προς το χαρακτηρισμό των συμβάσεων που συνέδεαν τους ανωτέρω αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο, είναι βάσιµος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος ως προς όλους τους ενάγοντες και δη τόσο ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, με την ακόλουθη αιτιολογία:

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ. ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Κατά το άρθρο 1 της Oδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:"Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1.

ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος? 2.

ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]". Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ.

Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G. ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.

υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α’ , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις".

Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.

G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.

C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).

Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".

Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.

Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.

Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.

ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος". Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56 της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38 της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid) ].

Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Α. κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25 της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid).

Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Α. κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62 της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid ).

Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α’ έως γ’ , της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Α. κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, K., C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26 της 13ης Μαρτίου 2014, M. S., C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid).

Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α’ έως γ’ , της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid).

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid).

Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C?16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid ).

Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78).

Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 M. E. P. L. S. M. S. (Comunidad de Madrid).

Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).

Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, F. κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, M. κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82).

Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής ‘ Ενωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της ‘ Ενωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Ετσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ’ ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ’ ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.

Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

Εξάλλου, σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Κ. N. BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, V. C. K. L. N. W. (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR I-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 D. C. Ε. II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 F. V. S.p.A. Administratione del le Finanzie dell Italia 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 Administratione delle Finanzie dello Stato Simmenthal 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. W. Α. B. 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 Ρ. B. H. H. O. 586, 2 ).

Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ’ ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006).

Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.

Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.

Έτσι, και κατ’ εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.

και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.

Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι’ αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ’ επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.

Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.

Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.

Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.

Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ. ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ.84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

Kατ’ ακολουθία, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).

Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες". Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες". Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων.

Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.

Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, εξέθεσαν στην αγωγή ότι προσλήφθηκαν από τη Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης (...), που αντικαταστάθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ανώτατη Σχολή ... (...", η πρώτη την 1-10-1990, ο δεύτερος την 1.10.2001, η τρίτη στις 27-9-1995, η τέταρτη το 1996, ο πέμπτος το 1997, ο έκτος την 1.10.2001, ο έβδομος στις 29.9.1997, η όγδοη την 10.2.2000, ο ένατος στις 26-9-1994, ο δέκατος στις 13-10-2000 και ο ενδέκατος στις 28-9-1987 και απασχολήθηκαν σ’ αυτό έκτοτε μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (27-10-2003) με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δεν συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου.

Ενόψει αυτών, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους αρχικούς χρόνους που αναφέρονται σ’ αυτή, άλλως από την ισχύ του π.δ. 81/2003, άλλως από την επίδοση της αγωγής, αφενός σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και αφετέρου σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, 179 ΑΚ και το άρθρο 5 παρ. 1 και 3 του π.δ. 81/2003 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως συνδεομένων με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1935/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, διαλαμβάνοντας τα ακόλουθα: "...η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού :

α) οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 81/2003, που επικαλούνται οι ενάγοντες προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι απασχολούνται στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, λόγω του ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, διότι το εν λόγω π.δ.

εφαρμόζεται μόνο στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, β) δεν υπάρχει δυνατότητα επίκλησης των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων έναντι του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από τους ενάγοντες, αφού η οδηγία αυτή δεν περιέχει επαρκώς ακριβείς, σαφείς και ορισμένους νομικούς κανόνες, απαλλαγμένους από αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, οι οποίες δεν είχαν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (12-3-2004), όπως π.χ.

δεν προσδιορίζει τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε να καθίσταται δυνατό στο παρόν Δικαστήριο να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος και τον τρόπο άσκησής του, γ) οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής (ευθείας ή ανάλογης) στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία ο επίδικες συμβάσεις των εναγόντων καταρτίζονται υποχρεωτικά ως ορισμένης διάρκειας από το νόμο (άρθρο 19 του ν. 1404/1983, 3 και 4 του π.δ. 163/2002, νεώτερου του ν. 2112/1920 και του ΑΚ) και δεν είναι επιτρεπτή από το νόμο η σύμβαση εργασίας για αόριστο χρόνο και αν ακόμη αυτοί (ενάγοντες) χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ οι παραπάνω διατάξεις ούτε ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 1999/70/ΕΚ ως προς τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, μπορούν να θεωρηθούν, ώστε να κριθεί ότι αυτές, ερμηνευόμενες υπό το φως της οδηγίας, υπερισχύουν των αντίθετων εθνικών ρυθμίσεων, δεδομένου ότι ο εσωτερικός νομοθέτης ρύθμισε με το π.δ. 164/2004 εξαντλητικά, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που η ίδια η οδηγία του επιφύλασσε, τα μέτρα και τις έννομες συνέπειες για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης και ανανέωσης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, ρυθμίσεις που πρέπει μάλιστα να ερμηνεύονται στενά λόγω της αντίθεσής τους προς τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος.

Η επιλογή αυτή του εσωτερικού νομοθέτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβιβάζει το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα ή ότι θίγει ευνοϊκότερες γι’ αυτούς ρυθμίσεις (εν προκειμένω των παραπάνω διατάξεων ) για το λόγο ότι για τους εργαζόμενους αυτούς τύγχαναν ήδη εφαρμογής οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και αυτές των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 63, 72 και 73 του π.δ. 410/1988, 19 του ν. 1404/1983 και 3 και 4 του π.δ. 163/2002, ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος για την επίτευξη του χρήσιμου αποτελέσματος της οδηγίας στο δημόσιο τομέα, οι οποίες με τις κυρώσεις που επέβαλαν (ακυρότητα των ανανεώσεων των καταχρηστικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καταλογισμός των ποσών που καταβλήθηκα στους εργαζόμενους στα αρμόδια όργανα των φορέων του δημόσιου τομέα και πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων γι’ αυτά, καθώς και παραπομπή τους στην πειθαρχική διαδικασία) απέβλεπαν στην αποτροπή της χρήσης καταχρηστικών συμβάσεων εργασίας για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.

Η αντίθετη παραδοχή, της εφαρμογής δηλαδή των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα (και μάλιστα θεωρούμενων ως διατάξεων που εισαγάγουν προστασία για τους εργαζόμενους αυτούς, η οποία δεν μπορεί να υποβαθμισθεί κατά τη ρήτρα 8 παρ. 3 της συμφωνίας-πλαίσιο που κυρώθηκε με την πιο πάνω οδηγία), θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα, παρά το αυστηρό εσωτερικό νομοθετικό πλαίσιο σε επίπεδο Συντάγματος και κοινού νόμου για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα και τη διακριτική ευχέρεια του εσωτερικού νομοθέτη για την επιλογή συγκεκριμένων μέτρων που η ίδια η οδηγία 1999/70/ΕΚ του παρέχει, αφού λάβει υπόψη και τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως του δημόσιου τομέα (ρήτρα 5 παρ. 1 της συμφωνίας-πλαίσιο, καθώς και την τρίτη παράγραφο του προοιμίου του παραρτήματος της οδηγίας), ο εσωτερικός νομοθέτης να μη μπορεί να κάνει χρήση αυτής, αλλά να δεσμευτεί στην επιλογή του αντίθετου με το Σύνταγμα και τις ανωτέρω διατάξεις μέτρου της μετατροπής των καταχρηστικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι μόνο αναδρομικά αλλά και για το μέλλον (και κατά συνέπεια να καθίστανται ανενεργές οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του .δ. 164/2004), τη στιγμή που η ίδια η οδηγία αφήνει περιθώρια επιλογής και άλλων μέτρων που, κυρίως, ούτε στο Σύνταγμα αντίκεινται ούτε στο υφιστάμενο εσωτερικό δίκαιο και δ) με την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, η οποία αναφέρεται σε δικαιοπραξίες που είναι άκυρες ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, καθώς και με αυτές των άρθρων 180 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, μπορεί να δικαιολογηθεί η έγερση αναγνωριστικής της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου αγωγής και όχι η αναγνώριση ότι ο καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η επιβολή της υποχρέωσης σ’ αυτό να απασχολεί τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελούν το αίτημα της αγωγής.....ενόψει του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλούμενης (16-9-2005), μπορεί κατ’ αρχήν να εφαρμοσθεί το π.δ. 164/2004, πλην όμως με βάση όσα εκτίθενται στην αγωγή, η ιστορική βάση της οποίας φθάνει χρονικά μέχρι το χρόνο σύνταξής της (27-10-2003), δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, ώστε με την αποδοχή της δεύτερης πιο πάνω γνώμης, κατά την οποία μπορούν τα πολιτικά δικαστήρια να κρίνουν τη φύση ορισμένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, να ζητηθεί από τους ενάγοντες η αναγνώριση ότι η σχέση που τους συνδέει με το εναγόμενο συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αφού δεν προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν ενεργές από 19-4-2004 έως 19-7-2004...." Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, ο λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Kαι τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα αναλυτικά παραπάνω ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων: α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.

Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ’ αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ.

σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης Α.Π. 6/2001 ΕΕργΔ 2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος, Α.Π. 141/2000 ΕΕργΔ 2001,406 ). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.

Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007 ). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.

Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ.

I - 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 378/2007, Νόμος).

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) ‘ Οπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.

Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.

Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.

β’ ) προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Eνόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τόσο τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν. 2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν τους δεύτερο και έκτο των αναιρεσειόντων. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, που έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, στην οποία εξετίθετο ότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ.

Β’ ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Επομένως, κατά την γνώμη της μειοψηφίας ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος ως προς όλους τους αναιρεσείοντες. 4.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ως προς τους αναιρεσείοντες πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο, έβδομο, όγδοη, ένατο, δέκατο και ενδέκατο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να απορριφθεί αυτή κατά πλειοψηφία ως προς τους δεύτερο και έκτο των αναιρεσειόντων.

Πρέπει, τέλος, τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει κατά πλειοψηφία την από 14-4-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της 2765/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσείοντες Ε. Α. και Α. Κ. (δεύτερο και έκτο των αναιρεσειόντων).

Δέχεται εν μέρει την αναίρεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ